Ο τρόπος με τον οποίο μια πολιτεία αντιμετωπίζει τον αθλητισμό δεν προκύπτει από τις προθέσεις της, αλλά από τις υποδομές που επιλέγει να συντηρεί. Εκεί αποτυπώνεται με ακρίβεια το τι θεωρεί αναγκαίο και τι δευτερεύον, τι αξίζει επένδυση και τι μπορεί να παραμείνει σε μόνιμη εκκρεμότητα. Στην Κύπρο, αν κάποιος επιθυμεί να κατανοήσει τη θέση που κατέχει ο αθλητισμός στον δημόσιο σχεδιασμό, αρκεί να παρατηρήσει τις σχολικές αθλητικές εγκαταστάσεις.
Η τραγική εικόνα τους επιβεβαιώνει τη διαχρονική αυτή υποβάθμιση. Χώροι που σχεδιάστηκαν πρόχειρα, συντηρήθηκαν ελάχιστα και αντιμετωπίστηκαν ως δευτερεύον συμπλήρωμα της σχολικής ζωής, εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ως έχει, παρά την αλλαγή των αναγκών και των δεδομένων. Επιφάνειες ακατάλληλες, υποδομές οριακές ως προς την ασφάλεια και μια γενικευμένη αίσθηση εγκατάλειψης συνθέτουν ένα περιβάλλον που δύσκολα μπορεί να λειτουργήσει παιδαγωγικά ή να δημιουργήσει στα παιδιά μας θετική σχέση με τον αθλητισμό. Η κατάσταση αυτή δεν είναι αποτέλεσμα στιγμιαίας αμέλειας. Αποτελεί προϊόν μιας παγιωμένης νοοτροπίας που αντιμετωπίζει τον αθλητισμό ως κάτι το αυτονόητα ανθεκτικό, σχεδόν ανεξάρτητο από τις συνθήκες μέσα στις οποίες ασκείται. Σαν να θεωρούμε ότι η άσκηση θα επιβιώσει ακόμη και σε χώρους που δεν πληρούν τα στοιχειώδη και ότι η εγκατάλειψη είναι μέρος μιας φυσικής διαδικασίας ωρίμανσης.
Την ώρα που η δημόσια συζήτηση αναλώνεται στη σχέση των παιδιών με το κινητό τηλέφωνο και στην αποξένωσή τους από τη φύση, παραβλέπεται συστηματικά το περιβάλλον στο οποίο τα καλούμε να στραφούν. Αξιώνουμε την αποδέσμευση από την ψηφιακή ακινησία, αλλά ανεχόμαστε σχολικές αθλητικές εγκαταστάσεις που εκπέμπουν αδιαφορία και χρόνια εγκατάλειψη. Ναι, μιλάω για την τραγική κατάσταση των αθλητικών εγκαταστάσεων στα σχολεία. Και κάπως έτσι, με μια ιδιότυπη άνεση, μετατρέπουμε ένα πρόβλημα υποδομών σε ζήτημα «νοοτροπίας της νέας γενιάς», σαν να ευθύνεται η εποχή και όχι οι επιλογές μας.
Τα παιδιά αντιλαμβάνονται με εντυπωσιακή ακρίβεια πού επενδύονται οι προτεραιότητες μιας κοινωνίας. Αναγνωρίζουν το σύγχρονο και το εξελισσόμενο. Κρατούν στα χέρια τους υπερσύγχρονα κινητά τηλέφωνα, προϊόντα διαρκούς τεχνολογικής επένδυσης, και καλούνται την ίδια στιγμή να αποδώσουν αξία σε σχολικές αθλητικές εγκαταστάσεις που μαρτυρούν πόσο χαμηλά έχει τοποθετηθεί διαχρονικά ο αθλητισμός. Πάντοτε θεωρούσα ότι το σχολείο οφείλει να λειτουργεί ως βάση διαμόρφωσης νοοτροπίας και επιλογών, πολύ πέρα από τη μετάδοση γνώσεων.
Η ίδια λογική εγκατάλειψης αποτυπώνεται με ακόμη μεγαλύτερη ένταση στον ευρύτερο αθλητισμό. Σωματεία και ομάδες αναζητούν στοιχειώδεις χώρους προπόνησης, συχνά χωρίς σταθερότητα και χωρίς προοπτική. Ιδίως σε περιόδους αυξημένων αναγκών, όπως η επανασπορά των αγωνιστικών χώρων, η κατάσταση φτάνει στα όρια της θεσμικής γελοιότητας, καλλιεργώντας μια αίσθηση προσωρινότητας που διαβρώνει κάθε σοβαρή προσπάθεια. Κι όμως, τα δύο αυτά προβλήματα συνυπάρχουν χωρίς ποτέ να συναντιούνται στον σχεδιασμό. Από τη μία, σχολικές εγκαταστάσεις που παραμένουν υποαξιοποιημένες πέραν των πρωινών ωρών. Από την άλλη, σωματεία που περιφέρονται αναζητώντας χώρο. Το ένα πρόβλημα είναι η λύση του άλλου. Η αδυναμία σύνδεσης, όμως, δεν οφείλεται σε τεχνική πολυπλοκότητα, αλλά σε απουσία αντίληψης για τον ρόλο του δημόσιου χώρου. Έτσι, τα σχολικά γήπεδα που θα μπορούσαν να λειτουργούν ως ζωντανά κύτταρα άθλησης τις απογευματινές ώρες παραμένουν αδρανή, επιβεβαιώνοντας ότι στην πράξη δεν μας λείπουν οι χώροι, αλλά η βούληση να τους αξιοποιήσουμε.
Η αναβάθμιση των σχολικών αθλητικών εγκαταστάσεων μπορεί και οφείλει να αποτελέσει επιλογή στρατηγικού χαρακτήρα. Όταν εντάσσεται σε συνολικό σχεδιασμό, παράγει αποτελέσματα που υπερβαίνουν τη σχολική καθημερινότητα. Σχολικοί χώροι ασφαλείς και λειτουργικοί το πρωί μπορούν να εξυπηρετούν σωματεία και αθλητές τα απογεύματα, χωρίς να αλλοιώνεται η εκπαιδευτική τους αποστολή. Ένα σμπάρο, δυο τρυγόνια.
Η συζήτηση, επομένως, δεν μπορεί να παραμείνει σε διαπιστώσεις. Απαιτείται σαφές πλαίσιο, χρονοδιάγραμμα και θεσμική πρόβλεψη για τη βελτίωση και τη μελλοντική διπλή χρήση των σχολικών γηπέδων. Το κράτος οφείλει να ανοίξει οργανωμένα τη δυνατότητα συνεργασιών με τον ιδιωτικό τομέα, υπερβαίνοντας φοβικά ιδεολογικά σχήματα και κομματικά φαντάσματα που στέκονται απέναντι σε κάθε τέτοια προοπτική. Είναι παράδοξο να αποδεχόμαστε την εγκατάλειψη ως κανονικότητα για να μη διαταραχθούν παγιωμένες αντιλήψεις.
Δεν έχει πλέον σημασία τι έγινε και τι δεν έγινε, ποιος φταίει και ποιος όχι· σημασία έχει πώς προχωράμε σήμερα για να δοθεί επιτέλους λύση.
Ο κ. Δήμος Γεωργιάδης είναι πρόεδρος ΝΕΔΗΣΥ, υποψήφιος βουλευτής ΔΗΣΥ Κερύνειας.























