Η νέα απόπειρα κατά του Ντόναλντ Τραμπ στη διάρκεια του δείπνου της Ενωσης Ανταποκριτών του Λευκού Οίκου δεν ήταν ένα μεμονωμένο επεισόδιο. Οι πυροβολισμοί στο ξενοδοχείο Hilton της Ουάσιγκτον, η άμεση επέμβαση των υπηρεσιών ασφαλείας και μία ακόμη εικόνα του Αμερικανού προέδρου να απομακρύνεται εσπευσμένα από δημόσια εκδήλωση εν μέσω πανικού επανέφεραν ένα διαρκές αμερικανικό μοτίβο, όπου η δημοκρατία συνυπάρχει με την οπλοκατοχή και την ιδέα ότι ο ρους της Ιστορίας θα μπορούσε να αλλάξει με μια σφαίρα.
Από τη δολοφονία του Αβραάμ Λίνκολν το 1865 έως εκείνες των προέδρων Τζέιμς Γκάρφιλντ και Ουίλιαμ Μακίνλεϊ, και φυσικά του Τζον Φ. Κένεντι το 1963, η αμερικανική πολιτική ιστορία είναι σημαδεμένη από στιγμές όπου η βία διακόπτει βάναυσα τη φυσιολογική ροή των πραγμάτων. Σε αυτές προστίθενται οι απόπειρες κατά του Θεόδωρου Ρούζβελτ το 1912 και του Ρόναλντ Ρέιγκαν το 1981, αλλά και οι εμβληματικές δολοφονίες των Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και Ρόμπερτ Κένεντι το ματωμένο 1968. Και ο ίδιος ο Τραμπ δεν είναι βεβαίως ξένος ως προς αυτό: η επίθεση που δέχθηκε στη διάρκεια συγκέντρωσης στην Πενσιλβάνια το 2024, όπου τραυματίστηκε στο αυτί, και το περιστατικό σε γήπεδο γκολφ στη Φλόριντα λίγους μήνες αργότερα δείχνουν ότι η πολιτική σύγκρουση στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει ήδη περάσει από καιρό σε μια πολύ επικίνδυνη φάση.
Ωστόσο, η σημερινή εικόνα δεν εξηγείται μόνο μέσα από την ιστορική συνέχεια των προεδρικών ή άλλων πολιτικών δολοφονιών. Αντιθέτως, αυτό που εντυπωσιάζει είναι η διάχυση της βίας σε όλο το πολιτικό σύστημα. Από την επίθεση στο Καπιτώλιο στις 6 Ιανουαρίου 2021 μέχρι την καθημερινή στοχοποίηση πολιτικών προσώπων, έχει πάψει να αφορά μόνο «μεγάλες στιγμές» και έχει γίνει μέρος της «κανονικότητας». Επιθέσεις κατά εκλεγμένων αξιωματούχων, σχέδια απαγωγής κυβερνητικών προσώπων, απόπειρες δολοφονίας δικαστικών λειτουργών και στοχευμένες ενέργειες με σαφές πολιτικό υπόβαθρο. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η επίθεση με σφυρί στον σύζυγο της Νάνσι Πελόζι στο σπίτι τους. Η βία δεν περιορίζεται μόνο στην κορυφή της εξουσίας, αλλά διαχέεται σε όλο το φάσμα των θεσμών, αντανακλώντας μια βαθύτερη κρίση νομιμοποίησης και εμπιστοσύνης. Το μοτίβο κορυφώθηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο, όταν ένας 22χρονος δράστης δολοφόνησε τον ακροδεξιό ακτιβιστή Τσάρλι Κερκ σε πανεπιστήμιο της Γιούτα, μπροστά σε χιλιάδες παρευρισκομένους. Το γεγονός αυτό επιβεβαίωσε ότι η πολιτική βία διαχέεται σε πανεπιστήμια, δημόσιες εκδηλώσεις και ιδιωτικούς χώρους, ενώ η απάντηση του Τραμπ περί εκδίκησης, αντί να ρίξει τους τόνους, έριξε και άλλο λάδι στη φωτιά.
Από τον δολοφόνο του Λένον έως τον επίδοξο δολοφόνο του Ρέιγκαν, αλλά και το πρόσφατο μανιφέστο του δράστη κατά του Τραμπ, η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο πολιτικό και στο παθολογικό είναι συχνά νεφελώδης. Η αμερικανική ιστορία δείχνει πως οι δράστες συχνά κινούνται σε θολές ζώνες: προσωπικές μανίες, ψυχική αστάθεια, ιδεολογική εμμονή, ανάγκη δημοσιότητας. Το αποτέλεσμα είναι μια μορφή «ατομικής πολιτικής βίας», που δεν χρειάζεται συλλογικό σχέδιο για να εκδηλωθεί. Η δε εμφάνιση θεωριών συνωμοσίας έπειτα από κάθε περιστατικό (ότι πρόκειται για «σκηνοθεσία», για «εσωτερική δουλειά» ή για «κατασκευασμένο γεγονός») δείχνει ότι η ίδια η πραγματικότητα παύει να λειτουργεί ως κοινό σημείο αναφοράς. Για ένα τμήμα της κοινής γνώμης, τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται: η επίθεση μπορεί να είναι σκηνοθεσία, ο δράστης όργανο κάποιου αόρατου μηχανισμού. Ετσι, η πραγματικότητα παύει να λειτουργεί ως κοινό έδαφος.
Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ, πάντως, δεν είναι απλώς στόχος και θύμα πολιτικής βίας· είναι και κεντρικός παραγωγός ενός λόγου που μετατρέπει την πολιτική αντιπαράθεση σε υπαρξιακή σύγκρουση. Η διαρκής αναφορά σε «εσωτερικούς εχθρούς», «προδότες», «διεφθαρμένες ελίτ» και «βαθύ κράτος» δεν μένει στο επίπεδο της ρητορικής υπερβολής – το ίδιο βεβαίως και η περίφημη δήλωση πως ο Θεός μεσολαβεί για να τον σώσει, γιατί υπηρετεί το σχέδιό του. Αυτού του είδους η ρητορική δεν παράγει αυτομάτως γεγονότα, αλλά πολώνει και διαμορφώνει το έδαφος στο οποίο η βία μπορεί να θεωρηθεί θεμιτή ή ακόμη και αναγκαία.
Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο κατά πόσον η βία κανονικοποιείται, αλλά και τι πολιτικά αποτελέσματα παράγει. Η Ιστορία δείχνει πως μια απόπειρα δεν ανατρέπει εύκολα τις ισορροπίες, ούτε σώζει αυτομάτως έναν πρόεδρο του οποίου η δημοτικότητα είναι σε ελεύθερη πτώση. Μπορεί όμως να ενισχύσει την αίσθηση πολιορκίας, να συσπειρώσει τη βάση του και να τροφοδοτήσει αφηγήματα θυματοποίησης. Μέσα σ’ ένα ήδη πολωμένο περιβάλλον, αυτό αρκεί για να μετατρέψει τη βία από εξαίρεση σε παράγοντα πολιτικής σύγκρουσης (και, γιατί όχι, εκτροπής). Σε τέτοιες συνθήκες αναταραχής, πολιτικοί όπως ο Τραμπ κινούνται όπως το ψάρι μέσα στο νερό.
Ο κ. Κωστής Κορνέτης είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, σύμβουλος της ισπανικής κυβέρνησης σε θέματα ιστορικής μνήμης.














