Οι τελευταίες βουλευτικές εκλογές έχουν επιφέρει τις μεγαλύτερες, ίσως, αλλαγές στον κομματικό χάρτη τα τελευταία 50 χρόνια, χωρίς όμως αυτό να αποτυπώνεται στη σύνθεση του Κοινοβουλίου.
Τα τρία μεγάλα κόμματα έχουν σταθεροποιήσει τα ποσοστά τους κοντά σε αυτά των εκλογών του 2021 (61% ψήφων), που ήταν τα χειρότερα στην ιστορία τους. Με μικρές απώλειες, ο ΔΗΣΥ και το ΔΗΚΟ είχαν το χαμηλότερο ποσοστό από την ίδρυσή τους, αν και απέφυγαν τη μεγάλη φθορά που αναμενόταν. Το ΑΚΕΛ ανέκαμψε μέσα σε ένα περιβάλλον που τα υλιστικά θέματα, όπως η ακρίβεια και η στέγαση, στα οποία η Αριστερά έχει συνήθως κυριότητα, ήταν κυρίαρχα.
Το ΕΛΑΜ ενισχύθηκε σημαντικά σε όλες τις επαρχίες, πλην της Πάφου, που προ δεκαετίας αποτέλεσε το πιο σημαντικό εκλογικό του «κάστρο». Η προσπάθειά του να παρουσιαστεί ενίοτε ως συντηρητικό, συστημικό –αντί εθνικιστικό, ριζοσπαστικό– κόμμα στέρησε τη δυνατότητα άντλησης ψήφων διαμαρτυρίας, με τις εκροές ψήφων σε σχήματα στα δεξιά του να είναι, όμως, μικρές.
Στο νέο Κοινοβούλιο έχουμε για πρώτη φορά δύο κόμματα διαμαρτυρίας (ΑΛΜΑ, Άμεση Δημοκρατία) με συνολικό εκτόπισμα 11,2%. Αν και οι τάσεις διαμαρτυρίας υπάρχουν εδώ και χρόνια στο εκλογικό σώμα, είναι αξιοσημείωτο ότι άρχισαν να αποκρυσταλλώνονται μερικώς σε δύο διαφορετικά και ετερογενή σχήματα που κατάφεραν να ξεπεράσουν κατά πολύ το εκλογικό όριο κερδίζοντας σημαντικό αριθμό εδρών, χωρίς όμως να ενσωματώνουν αποτελεσματικά την ένταση του φαινομένου της διαμαρτυρίας που παρουσιάστηκε προεκλογικά.
Από τον νέο χάρτη της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης απουσιάζουν κόμματα με παρουσία δεκαετιών, η ΕΔΕΚ και οι Οικολόγοι – αμφότερα εκπρόσωποι σημαντικών πολιτικών και ιδεολογικών οικογενειών της Ευρώπης. Σοσιαλιστές και Πράσινοι αποτελούν σημαντικές πολιτικές ομάδες στο Ευρωκοινοβούλιο, αλλά στην Κύπρο ήταν διαχρονικά μικρές και τώρα εκτός του εγχώριου Κοινοβουλίου – μια ιδιαιτερότητα του κυπριακού κομματικού χάρτη που αξίζει μεγαλύτερης μελέτης, αφού δεν οφείλεται μόνο στην εσωστρέφεια των τελευταίων ετών.
Το εκλογικό όριο του του 3,6% που θεσπίστηκε το 2016 για να ανακόψει το ΕΛΑΜ, δημιούργησε την πιο μεγάλη δυσαναλογικότητα στην κατανομή εδρών από τότε που εφαρμόζεται, αφού κόμματα που έλαβαν συνολικά το 16,9% των ψήφων δεν εισήλθαν στο Κοινοβούλιο.
Αυτό είναι το μεγαλύτερο ποσοστό «χαμένων ψήφων» από το 1981 που υπάρχουν συγκρίσιμα στοιχεία και είναι επίσης μεγαλύτερο από το αντίστοιχο ποσοστό του 2021 (14,6%). Το ποσοστό των «χαμένων ψήφων» στην Κύπρο είναι ένα από τα μεγαλύτερα στην Ευρώπη (μεταξύ σχετικά συγκρίσιμων εκλογικών συστημάτων). Ως αποτέλεσμα, τα τέσσερα μεγαλύτερα κόμματα (περιλαμβανομένου και του ΕΛΑΜ) έλαβαν περισσότερες έδρες από τα ποσοστά τους (86% εδρών/72% των ψήφων)
Παρά το ρεκόρ υποψηφίων και κομματικών σχηματισμών –δηλαδή, της πληθώρας επιλογών– η αποχή φαίνεται να έχει σταθεροποιηθεί κοντά στο ένα τρίτο του εκλογικού σώματος, μετά τη ραγδαία άνοδο μεταξύ 2006 και 2016. Οι προσδοκίες των νέων σχηματισμών ότι θα τους ψηφίσουν αρκετοί που προηγουμένως απείχαν, έχουν σε μεγάλο βαθμό διαψευσθεί.
Τα ποσοστά της μη εκπροσώπησης και της διαμαρτυρίας παραπέμπουν σε σημαντικές αλλαγές στην εκλογική συμπεριφορά που, προς το παρόν, δεν αποτυπώνεται με σαφήνεια στην εκπροσώπηση στο Κοινοβούλιο. Ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας απέχει, δεν εκπροσωπείται ή διαμαρτύρεται, χωρίς όμως να έχει βρεθεί ένας ισχυρός φορέας που μπορεί να συμπυκνώσει τα αιτήματά τους με συνεκτικό και πειστικό τρόπο. Οι επίδοξοι φορείς αλλαγής είναι πολλοί και, προς το παρόν, κερματισμένοι. Ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας δείχνει να μη θέλει το παλιό κομματικό σύστημα, αλλά τα αιτήματά του προσομοιάζουν με άναρθρη (αντί έναρθρη) κραυγή.
Εν κατακλείδι, οι εκλογές φαίνεται να διευρύνουν το ήδη μεγάλο κενό πολιτικής αντιπροσώπευσης, δημιουργώντας μεγαλύτερη ρευστότητα στο κομματικό σύστημα από αυτήν που αποτυπώνει η σύνθεση του κοινοβουλίου. Το κομματικό σύστημα συνεχίζει να μετεξελίσσεται χωρίς να έχει βρει ακόμη σταθερή ισορροπία.
*Παν. Κύπρου, Σύνδεσμος Πτυχιούχων Πολιτικής Επιστήμης





