Του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΦΙΛΗ
Οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο είναι δυναμικές και πολυεπίπεδες, με τον αμερικανικό παράγοντα να βρίσκεται σε κάποιες περιπτώσεις σε θέση οδηγού και σε άλλες να ακολουθεί τις εισηγήσεις των εταίρων του. Το κυπριακό ζήτημα, που εσχάτως επέστρεψε στην επικαιρότητα, αποτελεί αναντίρρητα αναπόσπαστο κομμάτι της περιφερειακής εξίσωσης. Κάποιοι κύκλοι μάλιστα το συνδέουν άρρηκτα με την ευρωπαϊκή άμυνα, αλλά ακόμη και το ΝΑΤΟ, ισχυριζόμενοι ότι όσο παραμένει ανεπίλυτο, τα ζητήματα ευρωπαϊκής και περιφερειακής ασφάλειας θα παραμένουν ανολοκλήρωτα σε μια γκρίζα ζώνη, υπονομεύοντας εκ των πραγμάτων τα αμερικανικά και ευρωπαϊκά συμφέροντα, ιδίως στον απόηχο όσων συμβαίνουν στη Μέση Ανατολή.
Είναι εξάλλου γνωστό ότι ο Αμερικανός πρόεδρος γοητεύεται από την προοπτική να εμφανίζεται πως είναι αυτός που προσφέρει και σφραγίζει λύσεις σε συγκρούσεις και κρίσεις. Είναι εξίσου δεδομένο ότι σε σημεία του πλανήτη από τα οποία θέλει να απεμπλέξει την Ουάσιγκτον από μακρόσυρτες και αβέβαιου αποτελέσματος διαδικασίες ειρήνευσης/σταθεροποίησης, δίνει χώρο σε όσους εμπιστεύεται, προκειμένου αυτοί να μετριάσουν τις εντάσεις και τις αντιπαραθέσεις. Κάνει αυτή την «κατανομή έργου» ώστε να μην απαιτηθεί η οποιαδήποτε παρέμβαση εκ μέρους των ΗΠΑ, ούτε βέβαια αυτές να χρεωθούν αδιαφορία για όσα τεκταίνονται και παράλληλα να μην αφεθεί σε κάποια ανταγωνιστική δύναμη χώρος για να προωθήσει τα συμφέροντά της. Εντοπίζονται, ωστόσο, δύο δομικές διαφορές σε σχέση με αντίστοιχες πολιτικές των προκατόχων του.
Πρώτον, ο Τραμπ αντιλαμβάνεται το αμερικανικό συμφέρον μέσα από ένα πιο στενό πρίσμα, περιορίζοντάς το συχνά στη βάση των προσωπικών του αντιλήψεων/οφέλους και προσδίδοντάς του πιο αντισυμβατικά και κοντόφθαλμα χαρακτηριστικά, επί παραδείγματι για τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παγκόσμιο ρόλο των ΗΠΑ και ποιες δυνάμεις συνιστούν ανταγωνιστές. Δεν αποκλείεται στη Συρία ο Τραμπ να μην αισθάνεται κάποια –έστω οιονεί– απειλή από τυχόν διατήρηση της ρωσικής ναυτικής παρουσίας, αν πρόκειται αυτή να συντελέσει στη σταθεροποίηση του Αλ Σάρα. Η Τουρκία, εν προκειμένω, πιθανόν να επιζητεί την παραμονή της Ρωσίας στη Συρία, ώστε, αφενός, να τη διαπραγματευτεί μαζί της με επίδικο τη διευκόλυνση της πρώτης στο «ξεφόρτωμα» των S-400, και αφετέρου, προκειμένου να αδρανοποιήσει σχετικά το Ισραήλ, με την εμπλοκή όσο το δυνατόν περισσότερων δυνάμεων –άρα και συμφερόντων– στη Συρία.
Δεύτερον, οι Ηνωμένες Πολιτείες, υπό την τωρινή ηγεσία τους, δεν κόπτονται ιδιαίτερα για ζητήματα αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης, προτάσσοντας έναν πιο συναλλακτικό τρόπο στις διαβουλεύσεις και στις διαπραγματεύσεις με τον υπόλοιπο κόσμο. Oπως λοιπόν δεν τις απασχολεί ιδιαίτερα να δημιουργούν σχέσεις εμπιστοσύνης με τους εταίρους τους ή να θεωρούνται σχετικά προβλέψιμες γι’ αυτούς, έτσι και ο πρόεδρος Τραμπ δεν βασίζει τις προσωπικές σχέσεις του με άλλους ηγέτες στην αξιοπιστία και στην εμπιστοσύνη, όσο στην αποτελεσματικότητα. Δεν νιώθει δηλαδή πιο άνετα όταν διαβουλεύεται με ομολόγους του με τους οποίους μοιράζονται κοινές αξίες και διαχρονικά συμφέροντα, γιατί δεν πιστεύει σε αυτές και ούτε θέλει να δεσμεύεται από οργανισμούς, όπως το ΝΑΤΟ, ή και σχέσεις παραδοσιακές με συμμάχους. Προτιμά να συναλλάσσεται με όσους είναι ικανοί να φέρουν σε πέρας την αποστολή τους, οι προϋποθέσεις της οποίας συνήθως ορίζονται από αυτούς, αφού εκμεταλλεύονται το κενό στρατηγικής των ΗΠΑ για πολλά παγκόσμια και περιφερειακά ζητήματα. Eτσι, οι πληροφορίες που περιέρχονται στους Αμερικανούς δεν είναι πρωτογενείς και φιλτράρονται από κράτη των οποίων οι μυστικές υπηρεσίες έχουν καλύτερη πρόσβαση. Στη Συρία, ο Τραμπ –και δη κόντρα στο Ισραήλ– έκανε το χατίρι του Ερντογάν και συρρίκνωσε δραστικά τον ρόλο των Κούρδων στις υπό διαμόρφωση δομές του συριακού κράτους, ενώ έχει στηρίξει αναφανδόν τον ηγέτη της χώρας. Στην περίπτωση της Συρίας, όπως και της Λιβύης, η Aγκυρα κάλλιστα μπορεί να προβάλλει στην Ουάσιγκτον ότι προσφέρει λύσεις, που σταδιακά δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για τη συμμετοχή αμερικανικών εταιρειών στη φάση της ανοικοδόμησης, για επενδυτικές ευκαιρίες και βέβαια για την αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πηγών.
Εύλογη πηγή ανησυχίας για την ελληνική πλευρά είναι πώς η τουρκική ηγεσία θα εξαργυρώσει τις υπηρεσίες της, οι οποίες φαίνεται προσώρας να της προσφέρουν συνεπή επιρροή στον Λευκό Οίκο, σε σχέση με ζητήματα που για εμάς είναι καθοριστικά, αλλά για τις ΗΠΑ μικρότερης σημασίας. Προφανώς, οι τελευταίες δεν επιθυμούν την επιστροφή στην ένταση ανάμεσα σε δύο νατοϊκούς εταίρους. Ενώ η Ελλάδα αποτελεί σημαντικότατο κρίκο στην αμερικανική αλυσίδα ασφάλειας και επιρροής στην ευρύτερη περιοχή, συμμετέχει σε ενεργειακά projects που ισχυροποιούν το αμερικανικό αποτύπωμα, έχει αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς με το Ισραήλ, και η Κύπρος από τη μεριά της έχει αναβαθμίσει την αξία της στους αμερικανικούς σχεδιασμούς. Ασφαλώς ένα επιχείρημα από πλευράς μας είναι ότι θα μπούμε σε τροχιά έντονης αντιπαράθεσης με την Τουρκία σε περίπτωση που επιχειρήσει να προωθήσει συμφωνίες καθορισμού θαλασσίων ζωνών με τη Συρία ή και την Αίγυπτο (υπάρχει σχετική πρόνοια στη συμφωνία μας που υποχρεώνει το Κάιρο να διαβουλευθεί μαζί μας). Εντούτοις δεν είναι καθόλου βέβαιο κατά πόσον ο Τραμπ θα συνειδητοποιούσε εγκαίρως τη σοβαρότητα της κατάστασης, αν και πώς θα επέλεγε να παρέμβει, μήπως μεταπειθόταν από τον Ερντογάν, και όλα αυτά ενώ καταφανώς ελκύεται από διευθετήσεις μεταξύ περιφερειακών δρώντων που δεν απαιτούν άμεση αμερικανική εμπλοκή, αλλά ανοίγουν τον δρόμο για επιχειρηματικές συμφωνίες που ενδιαφέρουν σφόδρα τις ΗΠΑ ή και τον ίδιο.
Στην περίπτωση του Κυπριακού, τυχόν επίλυσή του μετά από 52+ χρόνια θα έδινε πολλούς διπλωματικούς πόντους, θα πιστωνόταν ως ιστορική επιτυχία, θα έκλεινε μια μεγάλη πληγή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και θα άνοιγε τον δρόμο για την ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ, ενώ παράλληλα θα επιτάχυνε την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου. Αυτή την εικόνα θα παρουσιάσουν στον Τραμπ για να τον παρακινήσουν να εμπλακεί. Ο Τούρκος ομόλογός του έχει το πλεονέκτημα του τακτικού συνομιλητή και οπωσδήποτε θα εμφανίσει τη δική του οπτική σε έναν πρόεδρο που αποδεδειγμένα δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία στο περιεχόμενο και στη μακροημέρευση πιθανών συμφωνιών.
*Ο κ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (IGA), καθηγητής του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος.

