Τα Συντάγματα δεν είναι παιδιά της ομαλότητας. Γεννιούνται έπειτα από επαναστάσεις, πολέμους, πολιτειακές ανατροπές. Η επιβίωσή τους, ωστόσο, εξαρτάται από τη δεξιότητά τους να εγγυηθούν «κανονικές» συνθήκες σε βάθος χρόνου. Τούτο προϋποθέτει πως το συνταγματικό περιεχόμενο παραμένει ζωντανό, ικανό να δώσει επίκαιρες απαντήσεις στο σήμερα. Αυτός είναι, ακριβώς, ο σκοπός της αναθεωρητικής διαδικασίας.
Μόνο που η ενεργοποίησή της συναντά μια αφετηριακή δυσκολία. Ως προϊόν κανονικότητας, η συνταγματική αναθεώρηση φαντάζει πιο άχαρη, έως και περιττή στα μάτια των πολλών. Με μια φράση, χάνει ευκολότερα το νόημά της. Είναι λογικό. Δεν υπάρχει κράτος δικαίου ούτε ευνομούμενη πολιτεία χωρίς Σύνταγμα. Αλλά αντέχουμε χωρίς τη μεταρρύθμισή του, είτε συμβιώνοντας με τις αδυναμίες του είτε διορθώνοντάς τες μέσα από την ερμηνεία που επιχειρεί η Δικαιοσύνη. Επιπρόσθετα, υπάρχει το δίχτυ ασφαλείας της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ειδικά σε ζητήματα δημοσιονομικής πειθαρχίας ή οικονομικής πολιτικής. Παρότι κανείς (ούτε η παρούσα κυβερνητική πλειοψηφία) ασχολείται με το απαρχαιωμένο άρθρο 106 Σ για τον ρόλο του κράτους στην οικονομία, η υπεροχή του ευρωπαϊκού δικαίου καλύπτει ικανοποιητικά το κενό.
Τα παραπάνω δεν δικαιολογούν πάντως την απαξίωση των αναθεωρητικών ζυμώσεων, ούτε την εκμετάλλευσή τους στο όνομα ενός συγκυριακού πολιτικού οπορτουνισμού. Δυστυχώς, αυτό είναι το μόνο προφανές σημείο σύγκλισης της πλειοψηφίας με την αντιπολίτευση: εργαλειοποίηση της διαδικασίας, υποβάθμισή της σε κομματικούς μονολόγους οι οποίοι δεν συναντήθηκαν ποτέ, με σκοπό την προεκλογική καταγγελία των «απέναντι». Και όμως, το τρέχον παράθυρο ευκαιρίας δεν στερείται αξίας. Η αλλαγή του θεμελιώδους κειμένου είναι σε θέση να επιτελέσει έναν βαθύτερο σκοπό· να ενισχύσει –ορθότερα, να ξανακερδίσει– την εμπιστοσύνη των πολιτών για τους κρατικούς θεσμούς απέναντι στις μηδενιστικές φωνές των απανταχού αντισυστημικών. Η τρώση της εμπιστοσύνης αυτής, την οποία καταγράφουν οι στατιστικές έρευνες, γεννά υπαρξιακού χαρακτήρα κινδύνους για τη συνταγματική τάξη.
Η αντιμετώπισή της επιβάλλεται να αποτελέσει την κοινή επιδίωξη όλων των πολιτικών δυνάμεων που αυτοπροσδιορίζονται ως δημοκρατικές και φιλοευρωπαϊκές, υιοθετώντας τα κεκτημένα του Συντάγματος του 1975. Εκεί εντοπίζεται το νόημα της υπό συζήτηση αναθεώρησης. Επί του πρακτέου: Η υπερψήφιση, την προηγούμενη Δευτέρα, των θέσεων της συμπολίτευσης μόνο από την ίδια (ή περίπου) ήταν κάτι αναμενόμενο. Αποδίδεται και στις ατέλειες του άρθρου 110 Σ, το οποίο ορίζει τα βήματα της αναθεώρησης. Εάν η πρόταση γινόταν δεκτή με την αυξημένη πλειοψηφία των 180 βουλευτών, τότε η επόμενη Βουλή θα μπορούσε να μεταβάλει το περιεχόμενο των συγκεκριμένων άρθρων κατά το δοκούν με απλή πλειοψηφία. Είναι κρίμα που ανάμεσα στις τόσες αναθεωρητέες διατάξεις δεν συμπεριελήφθησαν και εκείνες του άρθρου 110 Σ, μπας και την επόμενη φορά καταστούν ευκολότερες οι συναινέσεις από το αρχικό στάδιο της διαδικασίας, πριν διενεργηθούν εκλογές. Παρά τη χαμένη αυτή ευκαιρία, η πρόταση που υπερψηφίστηκε αγγίζει κρίσιμες θεματικές, οι οποίες απασχολούν και την αξιωματική αντιπολίτευση στο δικό της αναθεωρητικό σχέδιο. Δεν εννοώ τις ανούσιες προσθήκες διακηρυκτικού χαρακτήρα –όπως για την... τεχνητή νοημοσύνη– ή αλλαγές με αμφίβολη προστιθέμενη αξία στο τμήμα του Συντάγματος για τα θεμελιώδη δικαιώματα. Θα ζήσουμε ακόμη και εάν το άρθρο 24 σιωπά για την κλιματική αλλαγή ή το άρθρο 21 δεν μνημονεύει τη διαγενεακή ισότητα. Πρόκειται για σημαντικές προκλήσεις του μέλλοντος, οι οποίες μπορούν να αποκτήσουν συνταγματικό έρεισμα μέσα από τη νομική ερμηνεία.
Οσο για το άρθρο 16 και τα ΑΕΙ, η αντιπαράθεση είναι ώς ένα βαθμό θεωρητική, μια και το Συμβούλιο της Επικρατείας έβγαλε τα κάστανα από τη φωτιά χρησιμοποιώντας το ευρωπαϊκό δίκαιο. Από την άλλη, υπάρχουν σοβαρές οργανωτικές αγκυλώσεις που χρήζουν διόρθωσης. Αναφέρομαι στο άρθρο 86 για την ποινική ευθύνη των υπουργών και στις διατάξεις για την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης (άρθρο 90, παράγραφος 5) ή των επικεφαλής στις Ανεξάρτητες Αρχές (άρθρο 101 Α). Εφόσον κινήθηκε ο μηχανισμός για την αναθεώρησή τους, θα ισοδυναμεί με αποτυχία ειδικά των τριών κομμάτων που προηγούνται στις δημοσκοπήσεις και τοποθετούνται εντός του συστημικού τόξου, να μην υπάρξει μια βελτιωμένη εκδοχή για τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις. Πόσο μάλλον όταν η οριστική διατύπωση των νέων άρθρων θα γίνει στην επόμενη Βουλή από μηδενική βάση. Η εξεύρεση ενός κοινού τόπου για αδιαμφισβήτητες οργανωτικές αδυναμίες του υφιστάμενου συνταγματικού κειμένου συνιστά τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή για όσες πολιτικές δυνάμεις αυτοπροσδιορίζονται ως σοβαρές. Αλλιώς, ας μην απορεί κανείς γιατί ο κόσμος –ειδικά οι νεότεροι– τους γυρνάει την πλάτη.
Ο κ. Γιώργος Δελλής είναι καθηγητής στη Νομική Σχολή Αθηνών.


