Η φετινή, 90ή Διεθνής Εκθεση Θεσσαλονίκης συνέχισε την παράδοση του θεσμού που καθιερώθηκε πριν από έναν αιώνα (το 1926), διακόπτοντας την αδιάλειπτη διεξαγωγή της μόνο στην περίοδο 1941-1950 (Κατοχή και Εμφύλιος), αλλά και πρόσφατα, το 2020, λόγω της πανδημίας της COVID-19. Γι’ αυτό και μετράμε σήμερα την 90ή διοργάνωση, χωρίς να αγνοείται όμως ότι το 2020 ο Κυριάκος Μητσοτάκης πήγε στη Θεσσαλονίκη και εκφώνησε την καθιερωμένη ομιλία, παραθέτοντας και την επίσης καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου.
Παρ’ όλα αυτά, η ΔΕΘ δεν είχε εξαρχής το περιεχόμενο μείζονος πολιτικού γεγονότος με την παρουσία του πρωθυπουργού και βαρύνουσα ομιλία του για την οικονομία και την πορεία της χώρας. Ο Καραμανλής το επέβαλε με την παρουσία του από το 1956 έως το 1962 και οριστικά από τη Μεταπολίτευση του 1974. Με δεδομένο ότι δεν παρέστη μόνο το 1977 (λόγω οσφυαλγίας), στη 13χρονη πρωθυπουργική του θητεία συνολικά, ο Καραμανλής επισκέφθηκε τη ΔΕΘ δώδεκα φορές διαμορφώνοντας και το σχετικό πρωθυπουργικό πρωτόκολλο.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου βρέθηκε στην ίδια θέση οκτώ φορές, από το 1982 έως το 1987 (το 1988 δεν παρέστη λόγω της ασθένειάς του) και στη διετία 1994-1995, δίνοντας τη σκυτάλη στον Κώστα Σημίτη για επίσης οκτώ συνεχείς φορές (1996-2003). Κανείς άλλος από τους πρωθυπουργούς της χώρας δεν προσεγγίζει αυτά τα ρεκόρ, που δίνουν και ένα μέτρο της πρωθυπουργικής παρουσίας, εκτός από τον Κυριάκο Μητσοτάκη που συμπλήρωσε φέτος την 8η παρουσία (2019-2026), διαθέτοντας όμως και την προοπτική επαύξησής της.
Η συγκεκριμένη προοπτική αποτελεί χωρίς αμφιβολία το ουσιαστικό διακύβευμα που έχουν όλοι στο μυαλό τους στην τρέχουσα συγκυρία της προεκλογικής φετινής ΔΕΘ, με δεδομένο ότι στα χρόνια της Μεταπολίτευσης δεν υπήρξε ποτέ περίπτωση τρίτης συνεχόμενης πρωθυπουργικής θητείας. Ο Καραμανλής το 1980 μετέβη στην Προεδρία της Δημοκρατίας, ο Παπανδρέου το 1987 είχε απολέσει στις (πρώιμες) δημοσκοπήσεις της εποχής την πολυετή πρωτοκαθεδρία του και όντως έχασε στις επόμενες εκλογές, προτού επανέλθει, ενώ ο Σημίτης το 2003 ήταν τόσο πίσω που αναγκάστηκε σε οικειοθελή αποχώρηση.
Στον αντίποδα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξακολουθεί στις μετρήσεις να αποτελεί την επικρατέστερη από οποιαδήποτε άλλη πρωθυπουργική επιλογή, διατηρώντας επίσης τη Νέα Δημοκρατία για πάνω από δέκα συνεχή χρόνια στην πρώτη θέση της επιλογής ψήφου και μάλιστα με πρωτόγνωρη διψήφια απόσταση από τα κόμματα που εναλλάσσονται στη δεύτερη θέση. Δηλαδή, μετά τις τελευταίες εκλογές, αρχικά ο ΣΥΡΙΖΑ και με την ηγεσία Κασσελάκη, στη συνέχεια το ΠΑΣΟΚ από τον Σεπτέμβριο 2024 και πρόσφατα ο νέος σχηματισμός της ΕΛΑΣ με τον οποίο ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας φιλοδοξεί να επανέλθει.
Πρόκειται ασφαλώς για διπλή ιδιαίτερη συνθήκη. Οχι μόνο το κυβερνών κόμμα εξακολουθεί να υπερέχει σημαντικά στα τέλη της δεύτερης θητείας του (και μάλιστα με εξάντληση τετραετιών), αλλά εμφανίζεται επίσης δεύτερο στην εκλογική επιρροή ένα νέο εξωκοινοβουλευτικό κόμμα, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη ιδιαιτερότητα. Ενώ έχουν υιοθετηθεί συγκεκριμένα πρωτόκολλα για τις εμφανίσεις στη ΔΕΘ των αρχηγών των κοινοβουλευτικών κομμάτων, με τον πρωθυπουργό να έχει πάντα τον πρώτο λόγο, στην ουσία το νέο κόμμα μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει.
Ο Αλ. Τσίπρας επέλεξε να βρεθεί στη Θεσσαλονίκη, επιδιώκοντας όμως να μιλήσει πρώτος απ’ όλους. Η επιλογή αυτή είναι πολιτική και κρίνεται από τους πολίτες. Ο πρώην πρωθυπουργός θα μπορούσε να προσαρμόσει την εμφάνισή του στα ισχύοντα ως στοιχειώδη ένδειξη πολιτικού πολιτισμού. Ομως, δεν είναι αυτό εντέλει τόσο σημαντικό, όσο η επίσημα εκφρασμένη αποδοχή του να υποβάλει το πρόγραμμα που παρουσίασε στο αρμόδιο Δημοσιονομικό Συμβούλιο.
Με άλλα λόγια, και μετά την επιμονή του πρωθυπουργού στο συγκεκριμένο θέμα, το πλαίσιο της φετινής ΔΕΘ φαίνεται να προσθέτει μία ακόμη ιδιαίτερη και άγνωστη μέχρι σήμερα συνθήκη: την «υποχρέωση» των κομμάτων να προτείνουν τεκμηριωμένα και κοστολογημένα προγράμματα τα οποία ελέγχονται με θεσμικά οργανωμένο τρόπο. Μοιάζει ενδεχομένως «πολύ καλό για να είναι αληθινό», αλλά το σίγουρο είναι ότι δεν πρέπει να στραγγαλιστεί αυτή η ευκαιρία, ιδίως στο σημερινό περιβάλλον παγκόσμιας αναταραχής και οξυμένης ενεργειακής κρίσης, με πολλές χώρες να προετοιμάζουν δημοσιονομικούς περιορισμούς.
Σε κάθε περίπτωση, απομένουν οι δημοσκοπήσεις που θα καταγράψουν τον αντίκτυπο των εμφανίσεων των πολιτικών αρχηγών, χωρίς όμως να αγνοείται ότι οι εντυπώσεις μετά τη ΔΕΘ σπάνια προκαλούν καταλυτικές μεταβολές στην εκλογική συμπεριφορά. Οι όποιες συνέπειες επηρεάζουν συνήθως τη διαμόρφωση τάσεων που αποκαλύπτονται σταδιακά στη συνέχεια.
*Ο κ. Πάνος Σταθόπουλος είναι διευθυντής επιστημονικού συμβουλίου του Ινστιτούτου Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής.



