ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Ο αγχώδης Αύγουστος του 1974

Του ΤΑΣΟΥ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

Εάν υπάρχουν μήνες με αγωνία, τότε εκείνος ο ελληνικός Αύγουστος του μακρινού 1974, πέραν του ενθουσιασμού και της χαράς που έφερε, είχε πραγματικό άγχος. Δημοσίως κυριάρχησαν οι πανηγυρισμοί, η ανακούφιση και η βαθιά συγκίνηση για την πτώση της δικτατορίας. Παράλληλα, όμως, μια αδήλωτη αγωνία σαφώς κυριαρχούσε στον νου και στη σφραγισμένη ψυχή του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Αγωνία πολιτική αλλά και ιστορική, απέναντι σε ένα πλαίσιο άγνωστο, ξένο από το οικείο του, το προδικτατορικό.

Τότε, το κράτος ελεγχόταν πολιτικά άμεσα από τον επίσημο μηχανισμό και έμμεσα από το παρακράτος. Ο θρόνος και η συντηρητική παράταξη έλεγχαν τη δημόσια ζωή, μέσω στρατού, αστυνομίας, χωροφυλακής, αγροτικών δανείων, ακόμη και εγγραφής σε ΑΕΙ. Το κράτος παρέτεινε τον Εμφύλιο, αναζητώντας τον ανύπαρκτο ένοπλο εσωτερικό εχθρό.

Κεντρώοι και αριστεροί αποκλείονταν από τη δημόσια συμμετοχή. Δυσκολίες ουσιαστικές είχε συναντήσει και ο Καραμανλής στον περιορισμό της συνωμοσίας στον στρατό, την οποία καλλιεργούσε και προστάτευε ο θρόνος, ως εργαλείο ελέγχου του κράτους. Αδιέξοδες δυσκολίες συνάντησε ο Καραμανλής λόγω της πολιτικής του αυτοπεποίθησης απέναντι στον θρόνο.

Συνέπεια των παραπάνω η, εθνικά και πολιτικά, καταστροφική χούντα. Πυροδότηση στάθηκε το «έγκλημα καθοσιώσεως» της αστικής Ενωσης Κέντρου, που ως κυβέρνηση έθιξε τη συνωμοσία στον στρατό. Η χούντα κορύφωσε και παγίωσε τα κακά του μετεμφυλιακού κράτους. Τραγική κατάληξη, το πραξικόπημα του ελληνικού στρατού κατά της νόμιμης κυπριακής κυβέρνησης και η τουρκική εισβολή που νομοτελειακά ακολούθησε.

Η άφιξη Καραμανλή και οι κεντρικοί χειρισμοί του από την πρώτη στιγμή, σήμαναν τη μετάβαση προς το οριστικό τέλος του προδικτατορικού αυταρχισμού και της καρικατούρας πολιτεύματος του χουντικού καθεστώτος. Ηταν απάντηση στην εθνική τραγωδία, στην κατάργηση της ιεραρχίας, στα βασανιστήρια, στην αυθαιρεσία και στη βαρβαρότητα της χούντας, που είχαν δυστυχώς απορροφηθεί ως κανονικότητα. Ηταν και η ανάγκη αξιοπρέπειας, για το φιλοδυτικό, μεγάλο μέρος του πληθυσμού, μια χώρα της Ευρώπης να μην ελέγχεται πλέον από καραβανάδες και από μια συνωμοσία άτυπη μεν, θεσμοθετημένη δε.

Οι προσωπικότητες, οι νοοτροπίες, οι ιεραρχίες, η υπόσταση προσώπων και κοινωνιών δεν αλλάζουν αμέσως και εύκολα, ιδιαιτέρως εάν συνεχίζουν να τροφοδοτούνται και να αρδεύονται από «συμφέροντα» και από τα εγγενή συστατικά που τις διαμόρφωσαν. Η πολιτική έχει τη γοητεία της αμεσότητας, η Ιστορία όχι. Η Ιστορία δεν δύναται να αντιδράσει αυτόνομα. Ενώ αφορά το παρελθόν, συχνά επιλέγει να ζει στο μεταίχμιο, στο μυαλό των ανθρώπων, μεταξύ παρόντος και μέλλοντος. Πεισμώνει στις κρίσεις, ζητάει το πολιτικό δίκιο της. Δίκιο συχνότατα διασπασμένο, αναλόγως του τι διαφορετικό υπέστησαν ή τι απώλεσαν όσοι το διεκδικούν.

Φαίνεται όμως ότι μια πλειοψηφία ουσίας, αγχώδης και αυτή, μπόρεσε και στήριξε τη Μεταπολίτευση στα πρώτα της, αχνά και χλωρά, αυγουστιάτικα βήματα. Η κριτική που υπέστη η μεταβολή δεν κυριάρχησε. Το ίδιο και η διεκδίκηση άμεσων ανατροπών. Η ζωτική ανάγκη θεσμικής αφετηρίας για το χλωρό νεοελληνικό δημοκρατικό πλαίσιο ήταν κοινή και μεγάλη.

Τη «συμφωνία» μετάβασης μεθόδευσαν οι «παραδοσιακές» θεσμικές δυνάμεις που πρωταγωνίστησαν νωρίτερα, η Δεξιά, το Κέντρο και η Αριστερά. Ευαισθητοποιημένες από τα προηγούμενα αδιέξοδα και τις καταστροφές, σεβάστηκαν τη ρευστότητα της μετάβασης. Ωρίμασαν η Δεξιά και η Αριστερά; Αρκούσε η κατάληξη της μετεμφυλιακής περιόδου σε δικτατορία για την πρώτη και το αδιέξοδο πολιτικά αίμα του Εμφυλίου για τη δεύτερη για να αποδεχθούν, χωρίς πρόβα, ότι η στιγμή εκείνη έδινε την ευκαιρία για να οργανωθεί η απαιτούμενη κεντρώα λειτουργία;

Βοήθησαν η, με πρωτοβουλία του Καραμανλή, απουσία του έκπτωτου από τη χούντα βασιλιά Κωνσταντίνου και η άμεση νομιμοποίηση του ΚΚΕ; Οι προφανείς θετικές απαντήσεις σε πολλές αντίστοιχες ερωτήσεις ενισχύουν τον σεβασμό στην αφετηρία της θετικότερης πολιτικής περιόδου που ζήσαμε ποτέ ως κράτος. Εκτοτε, όποιος διχασμός και όποια ιδιοτέλεια λειτούργησε σε έντονο πολιτικό πλαίσιο, αλλά δεν συνδέθηκε με αίμα.

Το πολιτικό παράδειγμα της Μεταπολίτευσης ατονεί σήμερα, αφού πλέον η πλειοψηφία δεν αισθάνεται ότι μετέχει της πολιτικής. Σαν να μας φταίει η ηθική αξία της γέννας-αφετηρίας για τη ζωή που επιλέξαμε. Οι αναπνοές της Μεταπολίτευσης έφτιαξαν σεβαστικές ταυτότητες που ατονούν μπροστά στον πολιτικό ατομικισμό.

Η Μεταπολίτευση λοιδορείται από όσους αποφεύγουν το άγχος των μεταρρυθμίσεων και προτείνουν ανέφικτες «ασφαλείς» επαναστάσεις. Λοιδορείται, επίσης, από όσους πιστεύουν ότι με τις χούντες «δεν χάνεται δα και ο κόσμος».

Σε κάθε περίπτωση, μη λησμονούμε ποτέ ότι η δημοκρατική μας ευμάρεια θεμελιώθηκε στις στάχτες της μισής Κύπρου.

Ο κ. Τάσος Σακελλαρόπουλος είναι ιστορικός, υπεύθυνος του Ιστορικού Αρχείου του Μουσείου Μπενάκη.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Προσωπικότητες στην ''Κ'': Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ