ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Σταθερότητα δεν σημαίνει στασιμότητα

Του ΑΚΗ ΣΚΕΡΤΣΟΥ

Υπάρχει κάτι παράδοξο στον τρόπο με τον οποίο συζητούμε σήμερα για τις επόμενες εκλογές. Η δημόσια συζήτηση για τη διεκδίκηση μιας τρίτης κυβερνητικής θητείας γίνεται περισσότερο με όρους μεταφυσικής και πολύ λιγότερο με όρους επιδόσεων, αξιοπιστίας και σχεδίου.

Μιλάμε για την «κατάρα των δύο θητειών»: το γεγονός ότι καμία μεταπολιτευτική κυβέρνηση δεν έχει κερδίσει τρεις συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Σαν να πρόκειται για έναν άγραφο συνταγματικό κανόνα. Σαν οι δύο θητείες να είναι το φυσιολογικό όριο της δημοκρατικής αντοχής μιας κυβέρνησης. Αλλά γιατί;

Γιατί να μην είναι το ερώτημα πρώτα απ’ όλα τι έκανε μια κυβέρνηση στα χρόνια που κυβέρνησε; Πόσες από τις προγραμματικές της δεσμεύσεις υλοποίησε; Ποιο είναι το σχέδιό της για την επόμενη ημέρα; Και, κυρίως, αν έχει ακόμη κάτι ουσιαστικό να προσφέρει στον μετασχηματισμό της χώρας;

Aλλοι πάλι θέτουν ως αυτοσκοπό την πολιτική ανανέωση, χωρίς να ρωτούν τον «ξενοδόχο». Τους ίδιους τους πολίτες, δηλαδή, που στις δημοκρατίες είναι αυτοί που αποφασίζουν.

Η ευρωπαϊκή εμπειρία είναι αποκαλυπτική. Ο Χέλμουτ Κολ και η Aνγκελα Μέρκελ κυβέρνησαν τη Γερμανία από 16 χρόνια ο καθένας. Η Μάργκαρετ Θάτσερ 11,5 χρόνια και ο Τόνι Μπλερ 10 τη Μεγάλη Βρετανία. Ο Φρανσουά Μιτεράν 14 χρόνια, ο Ζακ Σιράκ 12 τη Γαλλία. Ο Φελίπε Γκονθάλεθ 13,5 την Ισπανία, ο Μαρκ Ρούτε 14 την Ολλανδία και ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ 18 χρόνια το Λουξεμβούργο.

Οι χώρες αυτές δεν έγιναν λιγότερο δημοκρατικές επειδή οι πολίτες τους ψήφισαν επανειλημμένως την ίδια πολιτική ηγεσία. Και, εκ του αποτελέσματος, πολλές από αυτές τις χώρες προόδευσαν οικονομικά και κοινωνικά σε περιόδους παρατεταμένης πολιτικής σταθερότητας και μεταρρυθμιστικής συνέχειας. Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε σημαντικά κατά τις περιόδους αυτές σε όλες τις χώρες, όπως και το πραγματικό ΑΕΠ ανά κάτοικο. Σε αρκετές περιπτώσεις μειώθηκε και η ανεργία. Σε κάποιες από τις χώρες αυτές το δημόσιο χρέος αυξήθηκε και σε άλλες μειώθηκε ή παρέμεινε σταθερό.

Δεν είναι απόδειξη ότι η μακρά διακυβέρνηση φέρνει απαραίτητα και ανάπτυξη. Είναι όμως βέβαιο σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία ότι η πολιτική αστάθεια συνδέεται με χαμηλότερη αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Ενώ ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι η αβεβαιότητα γύρω από τις πολιτικές κατευθύνσεις μπορεί να αναβάλει επενδύσεις και μακροπρόθεσμες αποφάσεις.

Επίσης η πολιτική διάρκεια και ανθεκτικότητα δεν είναι συνώνυμη με τη δημοκρατική υποχώρηση, με την προϋπόθεση ότι τα θεσμικά αντίβαρα λειτουργούν, ελέγχουν την εξουσία και διορθώνουν τις αστοχίες της διακυβέρνησης. Και βεβαίως είναι ευνόητο ότι ορισμένες δύσκολες μεταρρυθμίσεις χρειάζονται περισσότερο χρόνο από μία θητεία για να αποδώσουν.

Oλα τα παραπάνω αφορούν ιδιαίτερα την Ελλάδα. Που «όσο δύσκολα φτιάχνει, τόσο εύκολα χαλάει»...

Μέσα στα τελευταία χρόνια η χώρα δεν έχει θεραπεύσει όλες τις πληγές της κρίσης χρέους. Eχει όμως διανύσει σημαντική απόσταση σε πολύ ταραγμένους καιρούς.

Το δημόσιο χρέος, από περίπου 210% του ΑΕΠ στην κορύφωση της πανδημίας, υποχώρησε στο 146,6% το 2025 και προβλέπεται στο 136,6% το 2026. Η ανεργία, από 17% τον Ιούνιο του 2019, βρίσκεται πλέον κάτω από 8%, ενώ το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ έχει αυξηθεί σωρευτικά κατά 26% από το 2020. Τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται σταθερά με ρυθμούς υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, μειώνοντας σταδιακά μέρος της χαμένης απόστασης της κρίσης.

Τίποτα από τα παραπάνω δεν είναι λόγος για εφησυχασμό. Το καθαρό εισόδημα ανά κάτοικο παραμένει αισθητά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η απονομή δικαιοσύνης, παρότι έχει επιταχυνθεί, πρέπει να συγκλίνει με τους ευρωπαϊκούς δείκτες. Η χωροταξική μεταρρύθμιση πρέπει να ολοκληρωθεί. Και ο πρωτογενής τομέας χρειάζεται να κάνει άλματα παραγωγικότητας, εξωστρέφειας και βιωσιμότητας ως προς τις καλλιέργειες και τα προϊόντα που παράγουμε. Η σύγκλιση είναι έργο σε εξέλιξη, όχι έργο ολοκληρωμένο.

Και στο μεταξύ η χώρα διαχειρίστηκε με επάρκεια διαδοχικά μείζονες εξωγενείς κρίσεις: την πανδημία, τη μεταναστευτική πίεση στα σύνορα του Eβρου, την ενεργειακή και πληθωριστική κρίση μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τις νέες γεωπολιτικές αναταράξεις στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης και τώρα την επελαύνουσα πρόκληση της τεχνητής νοημοσύνης.

Ακριβώς γι’ αυτό η συζήτηση για τις επόμενες εκλογές δεν μπορεί να γίνεται με όρους παρελθόντος. Ούτε μπορεί να ζητείται ψήφος ευγνωμοσύνης για όσα έγιναν.

Χρειάζεται να κριθούν οι επιδόσεις, η αξιοπιστία, η ικανότητα και κυρίως το σχέδιο για όσα πρέπει ακόμη να γίνουν: ο μετασχηματισμός του κράτους, η αύξηση της παραγωγικότητας, η σύγκλιση των εισοδημάτων, η συνέχιση της δημοσιονομικής υπευθυνότητας, η αντιμετώπιση των νέων τεχνολογικών και γεωπολιτικών προκλήσεων.

Η πολιτική σταθερότητα δεν είναι αυτοσκοπός. Και ασφαλώς δεν αποτελεί άλλοθι για καμία κυβέρνηση. Αλλά ούτε η πολιτική αλλαγή είναι αυτοσκοπός. Πόσο μάλλον όταν η μόνη εναλλακτική πρόταση της αντιπολίτευσης είναι το «να φύγει ο Μητσοτάκης... και βλέπουμε».

Η δημοκρατία δεν μετριέται με το πόσες φορές αλλάζει η κυβέρνηση. Μετριέται από το αν οι πολίτες μπορούν να την αλλάξουν ελεύθερα όταν το αποφασίσουν, από το αν οι θεσμοί λειτουργούν και βελτιώνονται και από το αν κάθε κυβέρνηση κρίνεται τελικά από το έργο και το σχέδιό της.

Γιατί η σταθερότητα δεν είναι και δεν μπορεί να σημαίνει στασιμότητα. Μπορεί, όμως, να σημαίνει κάτι πολύ πιο απλό και ταυτόχρονα ουσιαστικό και αναγκαίο: τον χρόνο που χρειάζεται μια χώρα για να αλλάξει πραγματικά.

Η Ελλάδα δεν έχει αλλάξει ακόμη όσο θα θέλαμε και όσο πρέπει. Και ακριβώς γι’ αυτό η επόμενη περίοδος είναι εξαιρετικά κρίσιμη. Χρειάζεται συνέχεια εκεί όπου η συνέχεια αποδίδει και αλλαγή εκεί όπου η αλλαγή είναι αναγκαία.

O κ. Ακης Σκέρτσος είναι υπουργός Επικρατείας.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Προσωπικότητες στην ''Κ'': Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ