«Αν ήμουν εγώ στο ψηφοδέλτιο, θα είχαμε κερδίσει θριαμβευτικά!». Αυτή ήταν η πρώτη αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ στη συντριπτική ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές της Τρίτης, που έδωσαν στους ∆ημοκρατικούς τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου. Η δήλωση δεν ήταν απλώς μία ακόμη εκδήλωση της παροιμιώδους και ογκώδους αλαζονείας του. Αποκάλυπτε και τη μεγάλη αντίφαση που θα σημαδέψει την τελευταία διετία της προεδρίας του: ένας ηγέτης εξακολουθεί να πιστεύει στην προσωπική του πολιτική παντοδυναμία την ώρα που η εκλογική επιρροή του βρίσκεται σε δραματική υποχώρηση.
Μετά την επανεκλογή του, τον Νοέμβριο του 2024, έγραψα το βιβλίο «Εξηγώντας τον Τραμπ» (εκδ. Πατάκη) επιχειρώντας να απαντήσω σε τρία ερωτήματα: Γιατί είχε κερδίσει ξανά τις εκλογές; Τι είδους πολιτικό καθεστώς διαμορφωνόταν στην Αμερική; Και, κυρίως, θα αποδεικνύονταν οι αμερικανικοί θεσμοί αρκετά ανθεκτικοί ώστε να ανακόψουν τη διολίσθηση προς τον αυταρχισμό; Η ανάλυσή μου στηριζόταν σε τρεις έννοιες: χάρισμα, λαϊκισμός, δημοκρατία. Το 2024 ο Τραμπ διέθετε ένα εξαιρετικό πλεονέκτημα. Ασκούσε σχεδόν απόλυτη προσωπική εξουσία πάνω σε δύο διακριτούς αλλά αλληλοσυμπληρούμενους μηχανισμούς: το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, το οποίο είχε μετατρέψει σε προσωπικό πολιτικό όχημα, και το μαζικό κίνημα MAGA, του οποίου οι οπαδοί αναγνώριζαν στο πρόσωπό του τον αυθεντικό εκφραστή και ηγέτη τους. Αυτή η διπλή χαρισματική κυριαρχία τού επέτρεψε να επιστρέψει θριαμβευτικά στην προεδρία και, στη συνέχεια, να προχωρήσει με εντυπωσιακή ταχύτητα στον μετασχηματισμό της Αμερικής σε ανελεύθερη λαϊκιστική δημοκρατία, με ισχυρή τάση προς τον αυταρχισμό.
Οι εκλογές του 2026 φανέρωσαν, ωστόσο, σοβαρά ρήγματα σε αυτήν τη διπλή κυριαρχία. Ο Τραμπ φαίνεται να διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τη χαρισματική εξουσία του πάνω στο MAGA. Αντιθέτως, η προσωπική του κυριαρχία στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα έχει αρχίσει να δοκιμάζεται. Για πολλούς Ρεπουμπλικανούς πολιτικούς, η ταύτιση μαζί του δεν αποτελεί πλέον εκλογικό πλεονέκτημα, αλλά βάρος. Αρκετοί έχουν αφαιρέσει τη φωτογραφία του από τις προεκλογικές ιστοσελίδες τους, ενώ άλλοι αποφεύγουν ακόμη και να αναφέρουν το όνομά του. Η τάση αυτή ενδέχεται να ενισχυθεί όσο πλησιάζουν οι προεδρικές εκλογές του 2028, στις οποίες ο ίδιος δεν έχει συνταγματικά δικαίωμα να είναι ξανά υποψήφιος.
Η αιτία της εκλογικής αποδοκιμασίας συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με το κόστος των αποκλειστικά δικών του επιλογών. Ο Τραμπ είχε υποσχεθεί οικονομική ευημερία, χαμηλότερες τιμές και αποκατάσταση της αμερικανικής ισχύος.
Ομως η μαζική επιβολή δασμών και ο πόλεμος με το Ιράν συνέβαλαν στην αύξηση του κόστους ζωής, διαψεύδοντας τις προσδοκίες μεγάλου μέρους των ψηφοφόρων. Οπως είχε επισημάνει ο Μαξ Βέμπερ, το χάρισμα δεν αποτελεί μόνιμο προσωπικό χαρακτηριστικό. Χρειάζεται διαρκή επιβεβαίωση μέσα από επιτυχίες. Οταν ο ηγέτης αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποσχέσεις του, η χαρισματική ισχύς του αρχίζει να φθείρεται – και η εξουσία του να φθίνει.
Το νέο πολιτικό παράδοξο είναι το εξής: Μετά την ήττα ο Τραμπ χάνει την εκλογική και προσωπική του νομιμοποίηση, αλλά διατηρεί τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού. Παραμένει πρόεδρος μιας υπερδύναμης, επικεφαλής μιας πανίσχυρης εκτελεστικής εξουσίας. Απέναντί του, όμως, θα βρίσκεται πλέον ένα Κογκρέσο ελεγχόμενο από τους ∆ημοκρατικούς, ικανό να εμποδίζει νομοθετικές πρωτοβουλίες, να διεξάγει έρευνες και να απαιτεί λογοδοσία. Στην εξίσωση προστίθεται πλέον και το ίδιο το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Οσο περισσότεροι πολιτικοί του επιδιώκουν να αποδεσμευθούν από τον Τραμπ, τόσο πιθανότερη γίνεται μια εσωτερική σύγκρουση. Ο πρόεδρος διαθέτει ακόμη το MAGA, που μπορεί να κινητοποιήσει εναντίον όσων τον αμφισβητούν, ιδίως στις προκριματικές εκλογές. Εκείνοι, αντιθέτως, έχουν ολοένα ισχυρότερο κίνητρο ώστε να ανακτήσουν την πολιτική αυτονομία τους. Το κόμμα που μέχρι τώρα αποτελούσε στήριγμα της προσωπικής του εξουσίας μπορεί έτσι να εξελιχθεί σε πρόσθετο περιορισμό της. Πώς θα αντιδράσει; Θα αποδεχθεί τους νέους πολιτικούς και θεσμικούς περιορισμούς ή θα επιχειρήσει να αντισταθμίσει τη φθορά της χαρισματικής κυριαρχίας του με μεγαλύτερη συγκέντρωση εκτελεστικής εξουσίας; Και τι θα συμβεί εάν επιμείνει στις δασμολογικές και πολεμικές επιλογές που συνέβαλαν στην εκλογική ήττα του;
Το 2024 ο Τραμπ χρησιμοποίησε το χάρισμά του για να κατακτήσει την εξουσία. Το 2026, αντιθέτως, τίθεται το ερώτημα εάν θα χρησιμοποιήσει την κρατική εξουσία για να αντισταθμίσει τη φθορά του χαρίσματός του. Οι ενδιάμεσες εκλογές έδειξαν ότι η αμερικανική δημοκρατία διατηρεί την ικανότητα της εκλογικής αυτοδιόρθωσης. Μένει να αποδειχθεί εάν οι φιλελεύθεροι θεσμοί της διαθέτουν και τη δύναμη να ανακόψουν την αυταρχική διολίσθηση.
*Ο κ. Τάκης Σ. Παππάς είναι πολιτικός επιστήμονας και συγγραφέας




