Η αναφορά του κ. Μητσοτάκη ότι αν η Νέα Δημοκρατία συγκέντρωνε 25% στις επόμενες εκλογές θα ήταν δικαιολογημένη η κριτική στο πρόσωπό του, άνοιξε έναν κύκλο συζητήσεων για τον «πήχυ» της προσωπικής του αξιολόγησης.
Κανείς δεν μπορεί να ξέρει με βεβαιότητα τι επιδίωκε ο πρωθυπουργός με αυτή την αναφορά. Ενδεχομένως τίποτα το ιδιαίτερο, μπορεί απλώς να ειπώθηκε εν τη ρύμη του λόγου, θεωρώντας ότι η κριτική που του ασκείται είναι άδικη. Οπως όντως μοιάζει σε πολλούς, δεδομένου ότι μιλάμε για αρχηγό με σημαντικά εκλογικά επιτεύγματα επί πολλά χρόνια και που προηγείται ακόμη, με ευρεία μάλιστα διαφορά από το δεύτερο κόμμα.
Ανεξάρτητα από την πρόθεση του πρωθυπουργού, πάντως, η δήλωση παράγει ένα συγκεκριμένο πολιτικό αποτέλεσμα: ανοίγει μια συζήτηση που δεν προσφέρει τίποτα στη Ν.Δ. Η απάντηση στην όποια κριτική –δίκαιη ή άδικη– δεν μπορεί να είναι ένα στρατηγικό και τακτικό λάθος.
Γιατί είναι ανώφελη η όλη συζήτηση; Κατ’ αρχάς γιατί μοιάζει με παραβίαση ανοικτής θύρας. Είναι αυτονόητο ότι ένα καλό ποσοστό ισχυροποιεί την κάθε ηγεσία, και αντιστρόφως. Με εξαίρεση όμως μερικά απόλυτα ποσοστιαία ορόσημα –όπως π.χ. το όριο εισόδου στη Βουλή ή το ποσοστό αυτοδυναμίας ή το 50%+1 για τις εκλογές δύο γύρων– πώς ακριβώς μπορεί να αποκτήσει ένα ποσοστό αυτοτελή πολιτική σημασία, σαν να διαχωρίζει με ακρίβεια την επιτυχία από την αποτυχία; Πόση λογική π.χ. έχει το να θεωρηθείς επιτυχημένος με 30% και αποτυχημένος με 29%;
Οι εκλογές δεν είναι εξετάσεις με προκαθορισμένη βάση επιτυχίας. Η Ν.Δ. στις εκλογές του Μαΐου 2012 κατέγραψε το χαμηλότερο ποσοστό της ιστορίας της με 18%. Εμεινε όμως πρώτο κόμμα, λόγω της δραματικής συγκυρίας έγινε πόλος συσπείρωσης στις εκλογές που ακολούθησαν έπειτα από 40 μέρες, αύξησε τα ποσοστά της και έγινε έτσι ο βασικός πυλώνας της κυβέρνησης που σχηματίστηκε –και ο πρόεδρός της πρωθυπουργός– παρά το ότι είχε λάβει 29%. Ενα εκλογικό ποσοστό δεν μπορεί να ερμηνευτεί έξω από το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο καταγράφεται.
Υπάρχει, επιπλέον, μια διάσταση που αφορά ειδικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Σε λίγους μήνες συμπληρώνει 11 χρόνια στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, ενώ βρίσκεται ήδη επτάμισι χρόνια στην πρωθυπουργία. Πρώτος ο ίδιος θα έπρεπε να επιζητεί να κρίνεται συνολικά, όσο και αν ο πήχυς που βάζει για τις επόμενες εκλογές είναι χαμηλός και σχεδόν βέβαιο ότι θα τον περάσει. Πώς παρέλαβε τη Ν.Δ. και τι πέτυχε στην ηγεσία της. Πώς παρέλαβε την Ελλάδα, πού είναι σήμερα, πού θέλει να την πάει. Το αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών αυτονόητα θα είναι και αυτό στοιχείο της αξιολόγησής του, δεν είναι όμως το μόνο, πολλώ δε μάλλον για να οριστεί ως το κύριο στοιχείο αξιολόγησης της διαδρομής του.
Η σχετική συζήτηση είναι πολιτικά ανώφελη για τη Ν.Δ. για έναν ακόμη λόγο – τον σημαντικότερο ίσως. Γιατί μεταφέρει τη συζήτηση από το τι σημαίνουν οι επόμενες εκλογές για τη χώρα στο τι σημαίνουν για το προσωπικό μέλλον του πρωθυπουργού. Αυτό είναι παγίδα για τη Ν.Δ., είτε στο 25%, είτε στο 30%, είτε οπουδήποτε τεθεί ο εκλογικός πήχυς. Γιατί ανοίγει μια συζήτηση με αναπόφευκτα μικροπολιτικές προεκτάσεις, την ώρα που στρατηγικός στόχος της (αλλά και των άλλων «κυβερνητικών» κομμάτων) θα πρέπει να είναι να αναδειχθεί η κρισιμότητα των ερχόμενων εκλογών, ώστε να μην υπάρξει χαλαρότητα της ψήφου.
Τη Ν.Δ. δεν τη συμφέρει οι επόμενες εκλογές να αποκτήσουν χαρακτήρα «δημοψηφίσματος» υπέρ ή κατά της. Αντιθέτως, το μεγάλο στρατηγικό πλεονέκτημά της είναι η σύγκρισή της με τα υπόλοιπα κόμματα και το ότι είναι το κόμμα που στο μυαλό του κόσμου συνδέεται περισσότερο με την πολιτική σταθερότητα.
Δεν έχει, συνεπώς, κανένα λόγο να εγκλωβιστεί σε μια συζήτηση για τα σενάρια που τροφοδοτεί το κάθε εκλογικό αποτέλεσμα. Αυτό που χρειάζεται να αναδείξει είναι τι διακυβεύεται για τη χώρα, να εξηγήσει τι έκανε και τι θέλει να κάνει και να επιδιώξει τη σύγκριση με τα υπόλοιπα κόμματα. Οτιδήποτε άλλο επισκιάζει ακριβώς εκείνα τα επιχειρήματα στα οποία πρέπει να στηρίξει το εκλογικό της μήνυμα.
*O κ. Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας.





