ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

«Ενα μπακλαβαδάκι θέλουμε μόνο»

Της ΛΙΝΑΣ ΓΙΑΝΝΑΡΟΥ

Υπάρχουν κάποια σημεία στον προσωπικό μας χάρτη που τα λογίζουμε έξω από την εμβέλεια της σκληρότητας. Καταφύγια. Το ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς για παράδειγμα. Τι μπορεί να πάει στραβά σε ένα βασίλειο από μωσαϊκά, πάβλοβες και πάστες αμυγδάλου; Μέχρι την περασμένη Παρασκευή, κι εγώ θα έλεγα τίποτα.

Ηταν λίγο πριν από τις 9 το βράδυ και η γειτονιά, στα βόρεια προάστια, ήταν ακόμη ζωντανή. Στα παγκάκια της πλατείας, μικροί και μεγάλοι απολάμβαναν το γλυκό φθινοπωρινό βράδυ, όσο εγώ μελετούσα το ψυγείο προσπαθώντας να κάνω τον τέλειο συνδυασμό από πάστες για να προσφέρω στο σπίτι όπου ήμουν καλεσμένη. «Σας παρακαλώ πολύ, περάστε έξω», άκουσα κάποια στιγμή να λέει χαμηλόφωνα η μοναδική υπάλληλος του μαγαζιού. Γύρισα και την είδα να προσπαθεί να οδηγήσει μια ομάδα νεαρών αγοριών έξω από το κατάστημα. «Τι συνέβη;», τη ρώτησα όταν ήρθε κοντά να με εξυπηρετήσει. «Τίποτα, τίποτα, αφήστε το σας παρακαλώ», είπε εμφανώς ταραγμένη. «Τι θα θέλατε;».

Είχε ήδη ετοιμάσει το πακέτο για δώρο, όταν η ίδια παρέα αγοριών ξαναμπήκε στον χώρο. Τους είδα καλύτερα. Θα ήταν 7-8 άτομα, περίπου 15 ετών, ντυμένοι από πάνω έως κάτω στα μαύρα. Είναι η γνωστή «στολή» των αγοριών σήμερα – έγραφα στην «Κ» το καλοκαίρι γι’ αυτήν. Δεν το είχα συνειδητοποιήσει τότε ότι από μια πυκνότητα και πέρα το μαύρο αποκτά σχεδόν δική του υπόσταση.

«Eνα μπακλαβά μπορείτε να μου βάλετε; Μα γιατί δεν μου βάζετε, τόση ώρα ζητάω», έλεγε ένας, βγάζοντας χρήματα από την τσέπη του. «Τι άλλες γεύσεις έχετε σε αυτό;», ρωτούσε κάποιος άλλος. «Μα γιατί δεν μας εξυπηρετείτε, είμαστε πελάτες και θέλουμε να εξυπηρετηθούμε», έλεγαν με ήρεμο, προσποιητά αθώο τόνο. «Κυρία», στράφηκε ο πρώτος σε μένα, «μπορείτε εσείς να μου βάλετε το γλυκό μου;». Η υπάλληλος έκανε προσπάθεια να συγκεντρωθεί στη δουλειά της –στο μεταξύ έμπαιναν νέοι πελάτες– αλλά ήταν φανερό ότι ένιωθε δυσφορία και πίεση. Δεν έβριζαν, δεν φώναζαν, ήταν απλώς εκεί, παντού στον χώρο, και αθόρυβα την περιέπαιζαν. Δεν συνέβαινε τίποτα. Κι όμως, κάτι συνέβαινε. Funny games, χωρίς τίποτα το αστείο.

Δεν ήταν η πρώτη φορά. Το σκηνικό επαναλαμβάνεται κάθε Παρασκευή και Σάββατο, όπως έμαθα. Η ίδια παρέα, μαθητές σε πολύ καλό σχολείο. Μπαινοβγαίνουν, χτυπούν τα τζάμια απέξω, ζητούν συνεχώς πράγματα για τα οποία αλλάζουν γνώμη. Για αστείο; Από πλήξη; Αίσθηση προνομίου; Οι εργαζόμενες, πάντως, εύχονται να μην τα φέρει η τύχη και πέσουν στη βάρδιά τους.

«Μα δεν έχετε κάτι καλύτερο να κάνετε; Η γυναίκα εργάζεται αυτή τη στιγμή», είπα κάποια στιγμή, σε μια άτσαλη προσπάθεια να παρέμβω. «Απλά θέλουμε γλυκό», επαναλάμβαναν. «Eνα μπακλαβαδάκι». Με τα πολλά, βρέθηκα κι εγώ στο στόχαστρο. «Μας παρενοχλείτε, θα τηλεφωνήσω στον δικηγόρο μου», είπε κάποιος. «Σε βουλευτή», κάποιος άλλος. «Μήπως να αγοράσουμε το 50% του μαγαζιού;».

Κάθισα εκεί, με τα γλυκά στο χέρι, κανένα εικοσάλεπτο. Εφυγα όταν ειδοποιήθηκε ο υπεύθυνος να έρθει. Εξω ο κόσμος συνέχιζε να πηγαινοέρχεται. Κανείς δεν επενέβη. Αλλωστε, μια παρέα παιδιών ήθελε απλώς να αγοράσει ένα γλυκό.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Προσωπικότητες στην ''Κ'': Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ