Το 1988, το ροκ συγκρότημα Living Colour κυκλοφόρησε το «Cult of Personality» («Λατρεία της προσωπικότητας»), ένα τραγούδι που διερευνούσε την επικίνδυνη έλξη των χαρισματικών ηγετών και την προθυμία των κοινωνιών να παραδίδουν την τύχη τους σε πρόσωπα με μυθικές διαστάσεις. Επικαλούμενο προσωπικότητες τόσο διαφορετικές όπως ο Τζον Φ. Κένεντι, ο Μαχάτμα Γκάντι, ο Ιωσήφ Στάλιν και ο Μπενίτο Μουσολίνι, το τραγούδι προειδοποιούσε ότι το χάρισμα μπορεί να υπερισχύσει της κριτικής σκέψης και ότι η γοητεία που ασκούν τα πρόσωπα μπορεί να γίνει ισχυρότερη από τις αρχές και τους θεσμούς που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν.
Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες αργότερα, το τραγούδι προσφέρει ένα εκπληκτικά χρήσιμο πλαίσιο για την κατανόηση μιας επαναλαμβανόμενης αδυναμίας στην προσέγγιση του ελληνισμού απέναντι στην Ουάσιγκτον.
Πέρυσι έγραψα για την άκαρπη αναζήτηση ενός Αμερικανού «μεσσία» από τον Ελληνισμό, καταγράφοντας την τάση να επενδύονται υπέρμετρες προσδοκίες σε διαδοχικούς Αμερικανούς προέδρους, από τον Τζίμι Κάρτερ έως τον Ντόναλντ Τραμπ. Το πρόβλημα δεν ήταν ο θαυμασμός για μεμονωμένους ηγέτες, αλλά η πεποίθηση ότι η καλλιέργεια σχέσεων με τη σωστή προσωπικότητα θα μπορούσε κατά κάποιον τρόπο να υποκαταστήσει μια σταθερή στρατηγική. Η εποχή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ αποτελεί μια χαρακτηριστική υπενθύμιση αυτού του κινδύνου.
Δυστυχώς, το δραματικό τέλος αυτής της εποχής αποσπά την προσοχή από την πρόσφατη επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο στην Ελλάδα. Η επίσκεψη του Ρούμπιο αποτέλεσε ένα ακόμη ορόσημο στον αξιοσημείωτο μετασχηματισμό των ελληνοαμερικανικών σχέσεων.
Ο έκτος Στρατηγικός Διάλογος ΗΠΑ - Ελλάδας απέφερε ουσιαστικά επιτεύγματα στην άμυνα, στην ενέργεια, στις επενδύσεις και στην τεχνολογική συνεργασία. Η ανακοίνωση πωλήσεων στρατιωτικού υλικού ύψους 4 δισ. δολαρίων μέσω του προγράμματος Foreign Military Sales (FMS) ίσως τράβηξε τα περισσότερα φώτα, όμως ο συγκεκριμένος Στρατηγικός Διάλογος ήταν αξιοσημείωτος επειδή είχε την ευρύτερη ατζέντα μέχρι σήμερα: νέες συμφωνίες για την επιβολή του νόμου, τη ναυτιλία και την τεχνολογία προστέθηκαν στα θέματα άμυνας, ενέργειας και πολιτισμού.
Η επίσκεψη αυτή ανέδειξε ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζεται πλέον απλώς μέσα από το πρίσμα των διαφορών της με την Τουρκία, αλλά όλο και περισσότερο ως απαραίτητος εταίρος στην προώθηση των αμερικανικών συμφερόντων. Αυτή θα έπρεπε να είναι η κυρίαρχη είδηση. Αντιθέτως, ο διπλωματικός θρίαμβος και το πώς θα αξιοποιηθεί έχουν επισκιαστεί από το δράμα γύρω από την τέως πρέσβειρα Γκίλφοϊλ.
Ο αρχικός ενθουσιασμός (ή η παράλογη ευφορία, ανάλογα με την οπτική μας) για τον διορισμό της αποδεικνύει ότι η σχέση ΗΠΑ - Ελλάδας παραμένει όμηρος της λατρείας της προσωπικότητας. Η υπερβολική έμφαση στην εξαιρετική προβολή της και στις άμεσες διασυνδέσεις της με τον πολιτικό κύκλο του προέδρου Τραμπ οδήγησε σε εθελοτυφλία, στην Αθήνα και σε όλη την ομογένεια, ως προς το αν μπορούσε να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της θέσης, ιδίως στο να υπερκεράσει τον ομόλογό της στην Αγκυρα Τομ Μπάρακ.
Η μεγάλη ειρωνεία είναι ότι η επίσκεψη του Ρούμπιο απέδειξε πόσο λίγο εξαρτάται η σχέση ΗΠΑ - Ελλάδας από οποιαδήποτε μεμονωμένη προσωπικότητα. Η στρατηγική εταιρική σχέση οικοδομήθηκε από διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις, ρεπουμπλικανικές και δημοκρατικές, και από διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις. Ευνοήθηκε από τη δικομματική ηγεσία στο Κογκρέσο, την αμυντική συνεργασία, τις ενεργειακές επενδύσεις και τη σταθερή δέσμευση της ελληνοαμερικανικής κοινότητας. Τα θεμέλιά της είναι θεσμικά, δικομματικά και όλο και περισσότερο ριζωμένα σε κοινά εθνικά συμφέροντα.
Γι’ αυτό άντεξε πολιτικές μεταβάσεις, διπλωματικές διαφωνίες και αλλαγές προσώπων. Γι’ αυτό επίσης ο ελληνισμός πρέπει να αντισταθεί στον πειρασμό να ερμηνεύσει την αποχώρηση της Γκίλφοϊλ ως μείωση της επιρροής της Ελλάδας στην Ουάσιγκτον. Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, η αξιοπιστία της ως συμμάχου στο ΝΑΤΟ, η αναπτυσσόμενη ενεργειακή υποδομή της και οι συνεργασίες της με την Κύπρο, το Ισραήλ και άλλους περιφερειακούς παράγοντες προσφέρουν στην Ουάσιγκτον ισχυρούς λόγους να εμβαθύνει τη συνεργασία.
Στο εξής, η Ελλάδα και οι υποστηρικτές της θα πρέπει να επικεντρωθούν στην υλοποίηση των δεσμεύσεων του Στρατηγικού Διαλόγου, στην ενίσχυση της υποστήριξης στο Κογκρέσο και στη διασφάλιση ότι η Ανατολική Μεσόγειος θα παραμείνει κεντρική παράμετρος στον αμερικανικό στρατηγικό σχεδιασμό, αντί να επικεντρώνονται στις προσωπικότητες που περιβάλλουν την κυβέρνηση Τραμπ.
Υπάρχει επίσης η ευθύνη να προστατευθεί η διμερής σχέση από την εντύπωση ότι η πρόσβαση, η επιρροή ή η διπλωματική εύνοια μπορούν να αγοραστούν ή να αποτελέσουν αντικείμενο συναλλαγής. Οι Αμερικανοί επενδυτές και φορείς χάραξης πολιτικής πρέπει να βλέπουν την Ελλάδα ως αξιόπιστο στρατηγικό εταίρο, όχι ως αγορά πολιτικών διασυνδέσεων. Οπως έχουν καταστήσει σαφές οι Δημοκρατικοί της Βουλής των Αντιπροσώπων και ο αμερικανικός Τύπος, οι έρευνες θα συνεχιστούν. Η παραίτηση της Γκίλφοϊλ είναι πιθανότατα μόνον η πρώτη φλούδα αυτού του κρεμμυδιού.
Ο ελληνισμός, στην Αθήνα και στην ομογένεια, πρέπει επίσης να λογοδοτήσει «εις εαυτόν» πριν του ζητήσουν λογαριασμό οι ΗΠΑ. Ο αναλυτής εθνικής ασφάλειας και πληροφοριών του MSNOW (πρώην MSNBC) και πρώην στέλεχος της CIA Μαρκ Πολυμερόπουλος έχει κάνει λόγο για Ελληνες «συνεργάτες». Κάθε συνέργεια και συγκάλυψη πρέπει να αποκαλυφθεί, να αναζητηθούν ευθύνες και να θεσπιστούν δικλίδες ασφαλείας, ώστε να μην μπορούν να επαναληφθούν τέτοια φαινόμενα. Την τελευταία δεκαετία, η Ελλάδα κέρδισε την εμπιστοσύνη της αμερικανικής κυβέρνησης, των επιχειρήσεων και της κοινωνίας. Δεν μπορεί να επιτρέψει σε λίγους κόλακες και κερδοσκόπους να σβήσουν όσα κατέκτησε σε κύρος.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλον έναν Αμερικανό «μεσσία». Χρειάζεται την αυτοπεποίθηση ώστε να αναγνωρίσει ότι η στρατηγική της αξία υπερβαίνει οποιαδήποτε προσωπικότητα, και προσήλωση να χτίσει πάνω σε αυτή την πραγματικότητα.
*Ο κ. Εντι Ζεμενίδης είναι εκτελεστικός διευθυντής του Συμβουλίου Ελληνοαμερικανικής Ηγεσίας (HALC).





