ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Οι μεταμορφώσεις της έρευνας

Της ΒΑΣΩΣ ΚΙΝΤΗ

Ξέρω ότι οι φιλόσοφοι, γενικά, ήδη από την αρχαιότητα, ενοχλούν: εγείρουν ερωτήματα και αμφισβητήσεις για πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα, ανακατεύονται εκεί που δεν τους σπέρνουν. Γι’ αυτό μια συνήθης στάση απέναντι σε αυτά που λένε είναι η αδιαφορία και η περιφρόνηση. Λέει, π.χ., ο νομπελίστας φυσικός Ρίτσαρντ Φάινμαν (Richard Feynman) ότι αυτό που κάνουν οι φιλόσοφοι της επιστήμης είναι τόσο χρήσιμο στους επιστήμονες, όσο η ορνιθολογία για τα πουλιά. Για τον λόγο αυτόν οι επιστήμονες προτιμούν να γράφουν οι ίδιοι για την ιστορία της επιστήμης και να αποφαίνονται οι ίδιοι για ζητήματα επιστημονικής μεθόδου και πολιτικής. Ωστόσο, το έργο φιλοσόφων και ιστορικών της επιστήμης και της τεχνολογίας, το έργο ειδικών της καινοτομίας και της επιστημονικής πολιτικής, έχει αλλάξει σημαντικά την εικόνα που είχαμε για την επιστήμη, την έρευνα και τη γνώση εν γένει. Οπότε θα επιχειρήσω να μεταφέρω εδώ κάποια στοιχεία από τις αναλύσεις αυτές σχετικά με τη βασική έρευνα που απασχολεί και Eλληνες ερευνητές, ακαδημαϊκούς και πολιτικούς, ώστε να εμπλουτιστεί τουλάχιστον η συζήτηση.

Η κύρια ομιλία σε συνέδριο φιλοσοφίας της επιστήμης στο οποίο συμμετείχα πρόσφατα στην Αμερική, από την καθηγήτρια Χέδερ Ντάγκλας (Heather Douglas), ήταν αφιερωμένη στη βασική επιστήμη και στο πόσο παρωχημένη και ανακριβής είναι η διάκρισή της από την εφαρμοσμένη. Ποια είναι κάποια από τα προβλήματα;

Πολλές διακρίσεις που θεωρούμε αυτονόητες, όπως η διάκριση επιστήμης - τεχνολογίας, ανακάλυψης και εφεύρεσης, βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας, έχουν αμφισβητηθεί διότι οι έννοιες είναι ρευστές και τα όρια πορώδη.

Η ίδια η έννοια της βασικής έρευνας έχει αλλάξει σημασία στη διαδρομή του χρόνου. Ενώ αρχικά αυτό που ονομάζουμε σήμερα βασική έρευνα αναπτύχθηκε σε τομείς με καθαρά πρακτικούς σκοπούς (γεωργία, φάρμακα, στρατιωτική βιομηχανία), μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αποκαθαρμένη από το «στίγμα» της πρακτικής εφαρμογής, αποκτά ηθική υπεροχή ως ανιδιοτελής εξερεύνηση του φυσικού κόσμου, που δεν υποτάσσεται σε παραγγελίες και συμφέροντα. Γι’ αυτό σήμερα θεωρείται προοδευτικό να υποστηρίζει κάποιος τη βασική έρευνα, ενώ παλαιότερα ήταν οι συντηρητικοί αυτοί που την υπερασπίζονταν. Η βασική επιστήμη άλλοτε αντιπαρατίθεται προς τη μηχανική (engineering) και άλλοτε θεωρείται αναπόσπαστο μέρος της. Αλλοτε ταυτίζεται και άλλοτε συγχέεται με την καθαρή (pure) ή τη θεμελιώδη (fundamental) επιστήμη. Αλλοτε ενισχύεται για να τονώσει τη βιομηχανική έρευνα και άλλοτε αποκόπτεται από πρακτικούς στόχους. Αλλοτε αποδίδεται στην περιέργεια του επιστήμονα, στη χρήση της φαντασίας και στην ελεύθερη δημιουργικότητα μόνο για τη χαρά της εξερεύνησης και της γνώσης, χωρίς απώτερους στόχους, και άλλοτε εντάσσεται στο λεγόμενο «γραμμικό μοντέλο» που θέλει τη βασική έρευνα να αποτελεί προαπαιτούμενο πρακτικών εφαρμογών που έπονται.

Η προβολή της βασικής επιστήμης ως κατ’ εξοχήν υπεύθυνης για την προαγωγή της γνώσης είχε περισσότερο ιδεολογικά χαρακτηριστικά και χρησιμοποιήθηκε όχι τόσο για να περιγράψει πώς ακριβώς παράγεται η γνώση, όσο για να διασφαλίσει τη θεσμική αυτονομία όσων ασκούσαν ερευνητική δραστηριότητα σε συγκεκριμένες περιοχές. Λειτούργησε δηλαδή συχνά ως διαπραγματευτικό χαρτί σε μια τριμερή ρητορική ερευνητών, κράτους και βιομηχανίας. Η βιομηχανία, π.χ., προτιμούσε να επενδύει η κυβέρνηση σε πιο επισφαλή προγράμματα στα πανεπιστήμια και οι ερευνητές ήθελαν να απαλλαγούν από τις προσδοκίες, την κοινωνική και πολιτική πίεση να παράγουν αποτελέσματα.

Δεν μπορούμε να στηριζόμαστε σε ψυχολογικά στοιχεία των επιστημόνων, όπως π.χ. η περιέργεια, για να χαρακτηρίσουμε την έρευνα και να κάνουμε διακρίσεις. Και οι μηχανικοί, λόγου χαριν, είναι περίεργοι.

Αν η βασική έρευνα διεκδικεί αυτονομία και ελευθερία χωρίς υποχρεώσεις για αποτελέσματα, μόνο με peer review, πώς συγχρόνως διεκδικεί την κρατική χρηματοδότηση;

Το ίδιο το γραμμικό μοντέλο –πρώτα βασική έρευνα, μετά εφαρμοσμένη– θεωρείται παρωχημένο και σχηματικό. Σε αρκετές περιπτώσεις, νέα θεωρητική γνώση προέκυψε αφού προηγήθηκαν τεχνολογικές εξελίξεις. Σήμερα κυριαρχεί η διεπιστημονική, διακλαδική, πολυκλαδική και υπερκλαδική έρευνα, που διεξάγεται σε θεσμούς που συγκεντρώνουν πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, βιομηχανίες, ιδρύματα και κυβερνητικούς φορείς για να επιλυθούν μεγάλα προβλήματα που απασχολούν την κοινωνία (υγεία, ενέργεια, τεχνητή νοημοσύνη, κλιματική κρίση κ.λπ.). Εκεί δεν ξεχωρίζει η βασική από την εφαρμοσμένη έρευνα. Κάθε κλάδος, σε ένα περιβάλλον θεσμικών αξιώσεων, νομικών προδιαγραφών, ηθικών και επιστημικών αξιών, πολιτικού ενδιαφέροντος, θεωρητικής αναζήτησης, πρακτικής έρευνας, πειραματισμού, με φυσικούς και κοινωνικούς επιστήμονες, πληροφορικούς, μαθηματικούς, φιλοσόφους, επενδυτές, χορηγούς και τεχνικούς, συνεργάζεται με τους άλλους κλάδους, αναπτύσσει νέες γλώσσες, νέες κατευθύνσεις έρευνας, νέες τεχνικές, νέα εργαλεία, νέα γνώση, νέα προϊόντα στην προοπτική αντιμετώπισης των σύνθετων προκλήσεων της εποχής. Γι’ αυτό και σήμερα δίνεται έμφαση στη «συγκλίνουσα έρευνα» (convergence research) που στηρίζεται σε ομαδική διεπιστημονική δουλειά από πλήθος φορέων. Μεγάλες εταιρείες ιδρύουν ερευνητικά κέντρα μέσα στα πανεπιστήμια για να συσφίγξουν τη συνεργασία τους, ενώ βλέπουμε να αναδεικνύονται νομπελίστες συνδεδεμένοι με ιδιωτικά εργαστήρια.

Παρότι η διάκριση βασικής εφαρμοσμένης έρευνας είναι μάλλον παρωχημένη, διατηρείται διότι χρησιμοποιείται για την κατανομή επιχορηγήσεων και για στατιστικούς λόγους, διαμορφώνοντας ανάλογα τις ερευνητικές ομάδες.

Με όλα αυτά δεν θέλω να πω ότι δεν έχει σημασία η έρευνα χωρίς αξιώσεις άμεσων αποτελεσμάτων. Κάθε άλλο! Αρκεί να σκεφτούμε, για να πάμε και στις ανθρωπιστικές σπουδές, την πρακτική χρησιμότητα της καθαρά ακαδημαϊκής έρευνας στις θεολογικές παραλλαγές του ισλαμισμού στη γεωπολιτική. Αυτό που θέλω να πω είναι να αντικρίσουμε τη σύγχρονη πραγματικότητα χωρίς να καθηλωνόμαστε σε έωλες ορολογίες και διακρίσεις. Και να θυμόμαστε πώς απάντησε ο καθηγητής Φιλοσοφίας της Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης Τιμ Μόντλιν (Tim Maudlin) στην παρατήρηση του Φάινμαν ότι η φιλοσοφία της επιστήμης είναι τόσο άχρηστη για τους επιστήμονες, όσο η ορνιθολογία για τα πουλιά: «Πάντα εντυπωσιάζομαι που κανείς δεν επισημαίνει ότι η ορνιθολογία θα ήταν πράγματι πολύ χρήσιμη για τα πουλιά – εάν μπορούσαν να ζητήσουν τη συμβουλή των ορνιθολόγων και εάν μπορούσαν να την καταλάβουν».

Η κ. Βάσω Κιντή είναι ομότιμη καθηγήτρια Φιλοσοφίας της Επιστήμης στο ΕΚΠΑ.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Προσωπικότητες στην ''Κ'': Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ