ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Η ελληνική αμηχανία στη Μέση Ανατολή

Του Μάνου Καραγιάννη

Μετά το τέλος της δεκαετούς οικονομικής κρίσης, η ελληνική διπλωματία άρχισε να στρέφει το ενδιαφέρον της στη Μέση Ανατολή για τρεις κυρίως λόγους. Η μείωση της ελληνικής επιρροής στα Βαλκάνια, η ανακάλυψη μεγάλων ενεργειακών κοιτασμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο και η διακηρυγμένη βούληση του Ισραήλ για σύσφιγξη των διμερών σχέσεων οδήγησαν σε μια θεαματική δραστηριοποίηση της Ελλάδας ανατολικώς της Κύπρου. Για πρώτη φορά μετά τη δεκαετία του 1980, η Αθήνα φάνηκε να επιδιώκει με αξιώσεις την ενίσχυση του ρόλου της στη Βόρεια Αφρική, στη λεκάνη της Λεβαντίνης και στον Περσικό Κόλπο.

Η υπογραφή της αμυντικής συμφωνίας με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) το 2020, η αποστολή της ελληνικής πυροβολαρχίας Patriot στη Σαουδική Αραβία το 2021, ο απεγκλωβισμός Ελλήνων από το Σουδάν και η παροχή ιατροφαρμακευτικού εξοπλισμού στη Λιβύη το 2023, η ένταξη στην επιχείρηση «Ασπίδες» στην Ερυθρά Θάλασσα το 2024, η ρίψη ανθρωπιστικής βοήθειας στην πολύπαθη Γάζα το 2025, η προσφορά δωρεάν στρατιωτικού εξοπλισμού στον Λίβανο και η αποστολή πολεμικού υλικού στο Κατάρ και στα ΗΑΕ το 2026 συνιστούν ουσιαστικές κινήσεις υπολογισμένου ρίσκου. Eτσι ενισχύθηκε η θέση της χώρας μας και ταυτόχρονα δημιουργήθηκαν προσδοκίες για πιο ενεργό συνεισφορά σε ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας. Ωστόσο, η αυξημένη εμπλοκή συνεπάγεται και μεγαλύτερη έκθεση στις ταχείες μεταβολές των περιφερειακών συσχετισμών ισχύος, γεγονός που απαιτεί συνεχή αξιολόγηση, προσεκτική διαχείριση και σαφή στρατηγικό προσανατολισμό.

Οι εξελίξεις είναι πλέον ραγδαίες και άκρως αρνητικές για τα ελληνικά συμφέροντα. Το αδιέξοδο στα Στενά του Ορμούζ μπορεί να επισπεύσει την προγραμματισμένη απαγκίστρωση των ΗΠΑ από την περιοχή. Η εξέλιξη αυτή ίσως μειώσει ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον της διοίκησης Τραμπ για τα τεκταινόμενα στην Ανατολική Μεσόγειο. Η διπλωματική απομόνωση του Ισραήλ σε διεθνές και περιφερειακό επίπεδο είναι άλλη μία ανησυχητική εξέλιξη για την Αθήνα και το μέλλον της ελληνοϊσραηλινής συνεργασίας. Ταυτόχρονα, το Ιράν και οι πληρεξούσιοί του συνεχίζουν να διατηρούν ασύμμετρη στρατιωτική ισχύ, που τους επιτρέπει να απειλούν το καθεστώς της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο, στην Ερυθρά Θάλασσα και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η πρόσφατη συμφωνία της Μέκκας καταδεικνύει πλέον τη διαμόρφωση μιας νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Η σύμπλευση Τουρκίας - Σαουδικής Αραβίας - Πακιστάν αποτελεί μια ορθολογική επιλογή, αφού η κάθε πλευρά έχει τα δικά της ισχυρά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Η Αγκυρα διατηρεί ανοικτούς διαύλους με τη Δύση και διαθέτει μια δυναμική αμυντική βιομηχανία· το Ισλαμαμπάντ είναι η μοναδική μουσουλμανική πυρηνική δύναμη με αξιόμαχες ένοπλες δυνάμεις· το Ριάντ κατέχει τεράστια ενεργειακά κοιτάσματα και σημαίνουσα θέση στον μουσουλμανικό κόσμο. Στην πραγματικότητα, και τα τρία κράτη υιοθετούν μια στρατηγική αντιστάθμισης κινδύνου (hedging) επειδή δεν εμπιστεύονται αρκετά την Ουάσιγκτον. Από τη στιγμή που η διοίκηση Τραμπ απέτυχε να τιθασεύσει τις περιφερειακές επιδιώξεις της Τεχεράνης και της Ιερουσαλήμ, τα τρία κράτη αναζητούν νέες εναλλακτικές λύσεις για την ασφάλειά τους.

Η αμηχανία της ελληνικής κυβέρνησης για τη συμφωνία είναι έκδηλη, διότι αδυνατεί να αντιληφθεί πλήρως τις διεργασίες που συντελούνται στην περιοχή. Ετσι κι αλλιώς, δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό. Από την υπογραφή του τουρκολιβυκού μνημονίου το 2019 και την αιφνίδια προσέγγιση Τουρκίας - Ισραήλ το 2022 μέχρι την προσπάθεια του Καΐρου να αλλάξει το καθεστώς της Μονής του Σινά το 2025 και την επαναπροσέγγιση Ουάσιγκτον - Αγκυρας το 2026, η Αθήνα βρίσκεται συνεχώς εκτεθειμένη. Σε αυτήν την περιοχή του κόσμου, οι πολιτισμικές αντιλήψεις περί τιμής, κύρους και ισχύος επηρεάζουν καθοριστικά τη συμπεριφορά των δρώντων. Αυτό φαίνεται να το αγνοεί η ελληνική κυβέρνηση όταν διαπραγματεύεται με ηγεσίες της περιοχής.

Η υφιστάμενη ανεπάρκεια της δικής μας πλευράς εδράζεται σε δομικές παθογένειες. Οι περισσότερες ελληνικές πρεσβείες στη Μέση Ανατολή παραμένουν υποστελεχωμένες, ενώ οι εισηγήσεις τους προς την πολιτική ηγεσία συχνά παρακάμπτονται. Παράλληλα, η Διπλωματική Υπηρεσία στερείται αραβομαθών στελεχών με βιωματική γνώση της περιοχής· τέτοιο ανθρώπινο δυναμικό υπήρχε τις προηγούμενες δεκαετίες χάρη στην παρουσία των Ελλήνων της Αιγύπτου στο υπουργείο Εξωτερικών. Το κενό αυτό γίνεται ακόμη πιο εμφανές αν συνυπολογιστούν η γεωγραφική εγγύτητα και οι ιστορικοί δεσμοί μας με τις χώρες και τους λαούς της Μέσης Ανατολής.

Η επόμενη ελληνική κυβέρνηση θα χρειαστεί να αναπτύξει μια πιο συνεκτική περιφερειακή πολιτική, με σταθερούς διαύλους επικοινωνίας, θεσμοθετημένες μορφές πολιτικού διαλόγου και πολυδιάστατη διπλωματική δράση. Αυτό πρακτικά σημαίνει επένδυση σε μόνιμες δομές παρακολούθησης των εξελίξεων, ενίσχυση των πρεσβειών με εξειδικευμένο προσωπικό και οικοδόμηση σχέσεων εμπιστοσύνης που δεν θα εξαρτώνται από συγκυριακές κρίσεις. Η επιστροφή της Ελλάδας στη Μέση Ανατολή πρέπει να έχει στρατηγική διάρκεια, συνέχεια και συνέπεια.

Ο κ. Μάνος Καραγιάννης είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Professor of International Security στο King’s College London.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Προσωπικότητες στην ''Κ'': Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ