ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Απόληξις θερινών ερώτων

Παλιότερα τα καλοκαίρια ήσαν μεγαλύτερης διάρκειας. Ξεκινούσαν σιγά σιγά με τον Κλήδονα και κορυφώνονταν μετά την Κοίμηση. Πιτσιρικάς πίστευα ότι οι υπόλοιπες εποχές υπήρχαν μόνο και μόνο για να προετοιμάζουν τα καλοκαίρια. Τα πρωινά, παιδομάνι ασυμμάζευτο, με ξεχασμένους γερμάδες στα τάπερ, απαγκιάζαμε στις παραλίες ξεφλουδίζοντας πατόκορφα δίχως κάποια αντηλιακή προστασία.

Ατέλειωτες βουτιές και εκμάθηση νέων λέξεων: γυλιός, πέρκα, μελάνουρος. Ξυπολυσιά, γρατζουνισμένα γόνατα και ανεκπλήρωτες... απειλές: «Θα το πω στον πατέρα σου». Τα μεσημέρια περιστρεφόμαστε σε κάθιδρα σεντόνια περιμένοντας να λήξει το σιωπητήριο. Τα τζιτζίκια σταματημό δεν είχαν. «Εξωσχολικά» βιβλία παρατημένα στο πάτωμα. Τα απογεύματα, χωρίς ζαβολιές, λογαριάζαμε μπάνια και παγωτά. Για βραδινό πατάτες με τηγανητά αυγά. Θέλαμε να ξεκλέψουμε κουβέντες των μεγάλων, αλλά η κόπωση απ’ τις αθλοπαιδιές μάς βάραινε τα βλέφαρα. Ψηλώναμε από καλοκαίρι σε καλοκαίρι και, ανοήτως, βιαζόμασταν να μεγαλώσουμε. Ανάβαμε τσιγάρα στα κλεφτά, παραγγέλναμε μπίρες στα καφενεία και διαχειριζόμασταν με αδεξιότητα τα πρώτα χτυποκάρδια μας. Λοξές ματιές, αμήχανα χαμόγελα, δειλά αγγίγματα, ρίγος αμέριστο. Εγκαταβιώναμε ήδη, αν κι εν αγνοία μας, στην ευκρασία της συγγνώμης. Πριν από το άνοιγμα των σχολείων επιστρέφαμε στην πόλη («άραγε θα με θυμάται;»), σίγουροι πάντως πως δεν θα προδώσουμε ποτέ την υπόσχεσή μας στον Αύγουστο: «Πάλι του χρόνου» να μας βρει «στον βράχο να φιλιόμαστε».

Χρόνο με τον χρόνο όμως τα καλοκαίρια μας σαν να μίκραιναν – λιγόστεψαν, είναι αλήθεια, και οι συναρπαγές μας. Μέχρι που έγιναν ολιγοήμερα – πολλές οι υποχρεώσεις και πού να τις προλάβεις όλες. Βιαζόμαστε να τις προλάβουμε. Ομως, «κάπου να πάμε και φέτος», να φωτογραφηθούμε, να δουν και στα λεγόμενα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κι οι άλλοι βιαστικοί πόσο «φανταστικά περνάμε» στις εξοχές. Εκεί μπορεί να μη συναντάμε πλέον νηστευτές και πανηγυριστές, αλλά περίφημα μετ’ ευτελείας συναλλασσόμεθα με οχούμενους αμετροφάγους και αγεώργητους σαματατζήδες. «Τόσα δίνω, πόσα θες;». Αντιπαροχές πλαστικών, αποκατεψυγμένες συγκινήσεις και, κορωνίδα των διακοπών, μπιτάτοι «έρωτες» μιας χρήσης, εποχικές αρπαχτές το περισσότερο, με τον σωστό δείχτη προστασίας πάντοτε. Θερινά τρόπαια κυνηγεσίας, δηλαδή, να ’χουμε να λέμε με τους επίλοιπους μοναξιασμένους. Και μετά επιστροφή (χωρίς καμιά «γεύση τρικυμίας στα χείλη») εκεί απ’ όπου, στην πραγματικότητα, ποτέ δεν φύγαμε.

Υπάρχουν, ωστόσο, κι αυτοί που δεν έβαλαν στον τόκο της ενηλικίωσης τα καλοκαίρια τους – αναφέρομαι στους ομότροπους της πρώτης παραγράφου, διότι «τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ»· κι αν δεν σας κάνει αυτό, σας έχω και παλιότερο: «Παιδὸς ἡ βασιληίη». Λοιπόν, για χάρη των πάσης ηλικίας παιδιών φύονται εισέτι στις αστροφεγγιές του Αυγούστου εκείνοι οι παντός καιρού έρωτες που δεν σκοντάφτουν σε κανένα πρωτοβρόχι. Ξεπετάγονται όχι με ενστικτώδη ορμή, αλλά λιπασμένοι με όλου του κόσμου τα «για πάντα». Αυτοί οι έρωτες εμπιστεύονται με την πρώτη· δεν κάνουν δεύτερες σκέψεις και είναι καταδεχτικοί στο θαύμα που ξανακαινουργιώνει τον κόσμο. Εχουν τον τρόπο τους αυτοί, διαλανθάνουν, ώστε να μην καταντούν σπαταλημένες ευκαιρίες αιωνιότητας. Δεν γυρίζουν βεβαίως τον κόσμο ανάποδα· τον φέρνουν όμως στα ίσια του: «Καράβια βγαίνουν στη στεριά, ραχούλες στα πελάγη».

Μετά της Παναγίας έχουμε άτυπη λήξη του θέρους και, κατ’ έθος, γίνονται ανά την επικράτεια πολλοί γάμοι. «Κοσμικές συναθροίσεις», θα πουν οι μισεράμπλ που δεν νιώθουν πως τότε είναι που ψηλώνει κάπως η καλοσύνη των ανθρώπων και στραφταλίζει η λαχτάρα της ενσώματης συνύπαρξης. Τα νιογάμπρια (αυτά της πρώτης παραγράφου πάντοτε) δεν ενδίδουν στη σιγουριά καμιάς σύμβασης. Καταφάσκουν ομοθύμως στη διακινδύνευση της συζυγίας. Δεν είναι ο σφετερισμός, αλλά η παραίτηση από κάθε απαίτηση κτήσης αυτή που τους ενώνει. Παραιτούνται από το «εγώ» και δόξη και τιμή στεφανώνονται εις σάρκα μίαν. Ξεπλατισμένα μισαδάκια προσέρχονται στο Μυστήριο και εξέρχονται ακέριοι και χαριτωμένοι. Και η χαρά της στέψης τους γίνεται χαρά όλων. Ας είναι καλοστέριωτοι «μες στα γαλάζια πέλαγα/ και στ’ άσπρα συννεφάκια» των αυγουστιάτικων ερώτων τους, έχοντας φυλαχτό την ευχή της μάνας τους και «πάσας τας ημέρας της ζωής αυτών» τη σκέπη Εκείνης που μας έδειξε πως μόνο στην κένωση δεν στενεύεται η αγάπη.

Να ’χεις και τη δική τους έγνοια Παντοχαρά και Χρυσοπηγή μου.

Ο κ. Θεόδωρος Παντούλας είναι συγγραφέας.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Προσωπικότητες στην ''Κ'': Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ