ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

«Βυθίσατε το Χόρα»: 50 χρόνια στο εκκρεμές του στρατηγικού πεπρωμένου

Γράφει ο Ιωάννης Σιδηρόπουλος*

Αν ένας αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, που είχε βρεθεί στο Αιγαίο τον Αύγουστο του 1976, παρακολουθούσε την κρίση του Oruc Reis το 2020, δύσκολα θα αισθανόταν ότι έβλεπε κάτι πραγματικά καινούριο. Θα αναγνώριζε αμέσως το γνώριμο μοτίβο: ένα ερευνητικό πλοίο που αμφισβητεί εμπράκτως το υφιστάμενο καθεστώς, πολεμικές μονάδες σε επιφυλακή με σταδιακά ευρύτερη στρατιωτική κινητοποίηση, αμερικανική διαμεσολάβηση, εκκλήσεις για αυτοσυγκράτηση και τελική αποκλιμάκωση χωρίς ουσιαστική επίλυση της διαφοράς. Τα ονόματα των πλοίων αλλάζουν, η τεχνολογία εξελίσσεται και το διεθνές περιβάλλον μεταβάλλεται· η βασική λογική, όμως, παραμένει εντυπωσιακά σταθερή. H κρίση του Χόρα, χωρίς να αποτελεί, σαφώς, τη σοβαρότερη ελληνοτουρκική αντιπαράθεση, αναδείχθηκε ως το σημείο διαμόρφωσης του στρατηγικού προτύπου που εξακολουθεί να επηρεάζει τις σχέσεις των δύο χωρών.

Η τουρκική εισβολή του 1974 στην Κύπρο εμπέδωσε και την αντίληψη της Άγκυρας για τη χρησιμότητα της στρατιωτικής ισχύος. Για πρώτη φορά μετά το 1923, η τουρκική ηγεσία διαπίστωνε ότι η αποφασιστική χρήση των όπλων μπορούσε να παράγει διαρκή πολιτικά αποτελέσματα με διαχειρίσιμο διεθνές κόστος, παρά την κατάφωρη παραβίαση της διεθνούς νομιμότητας. Η μεταφορά της αντιπαράθεσης από την Κύπρο στο Αιγαίο αποτέλεσε, εκτός από αλλαγή θεάτρου επιχειρήσεων, και επέκταση της ίδιας αναθεωρητικής λογικής που είχε ήδη διαφανεί από τις διπλωματικές αψιμαχίες του 1973/74 για την υφαλοκρηπίδα, πυροδοτηθείσες από την ανακάλυψη κοιτασμάτων υδρογονανθράκων.

Το Χόρα ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό σεισμογραφικό σκάφος. Επρόκειτο για κρατικό εργαλείο στρατηγικής πίεσης, σχεδιασμένο να δοκιμάσει τα όρια της ελληνικής αντίδρασης και να διευρύνει το υπάρχον διαπραγματευτικό πλαίσιο. Η Αθήνα δεν αιφνιδιάστηκε. Πληροφορίες ότι η Άγκυρα προετοίμαζε την αποστολή ερευνητικού σκάφους ήταν σε γνώση των ελληνικών κυβερνητικών κύκλων τουλάχιστον από τις αρχές του έτους – η κρίση εξελισσόταν επί μήνες στο διπλωματικό παρασκήνιο.

Το στρατηγικό πρόβλημα που αντιμετώπιζε η ελληνική κυβέρνηση ήταν εξαιρετικά σύνθετο. Δύο χρόνια μετά την Κύπρο, η Ελλάδα επιχειρούσε να αποκαταστήσει την αποτρεπτική της αξιοπιστία, έχοντας ταυτόχρονα αποχωρήσει από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ ως διαμαρτυρία για την αδράνεια της συμμαχίας το καλοκαίρι του 1974. Η απόφαση αυτή είχε ισχυρό πολιτικό συμβολισμό, αλλά περιόριζε τους διαθέσιμους συμμαχικούς μηχανισμούς στρατιωτικού συντονισμού σε μια περίοδο αυξημένης έντασης. Το οξύμωρο αποτέλεσμα της επιλογής αυτής αποτυπώνεται γλαφυρά στο ότι μεταξύ 1974 και 1980 (όποτε και επετεύχθη η ελληνική επάνοδος) η ελληνική αεροπορία βρέθηκε να αναχαιτίζει, ταυτόχρονα, τουρκικά, αμερικανικά και σοβιετικά αεροσκάφη στο Αιγαίο. Τα αποχαρακτηρισμένα αμερικανικά έγγραφα δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον θεωρούσε την ελληνική αποχώρηση σοβαρό πλήγμα για τη νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, το διακύβευμα ήταν κυρίως η αποτροπή ενός πολέμου μεταξύ δύο συμμάχων σε μια κρίσιμη φάση του Ψυχρού Πολέμου και όχι τόσο η ουσία των διμερών διαφορών τους.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επέλεξε μια στρατηγική που συνδύαζε στρατιωτική ετοιμότητα και πολιτική αυτοσυγκράτηση. Ο ελληνικός στόλος αναπτύχθηκε και οι Ένοπλες Δυνάμεις τέθηκαν σε αυξημένη επιφυλακή, χωρίς όμως να επιλεγεί ως προτεραιότητα η χρήση βίας. Κομβικός παράγοντας στην κρίση ήταν η σύγκριση ισχύος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας εκείνη την εποχή. Το μεγάλο εξοπλιστικό πρόγραμμα της πρώτης βρισκόταν ακόμα σε αρχικό στάδιο, με τις τεθείσες παραγγελίες να απέχουν αρκετά από το να αποδώσουν τα επιθυμητά αποτελέσματα στο ισοζύγιο. Στον στρατό ξηράς η Άγκυρα διέθετε σημαντική υπεροχή σε ενεργές δυνάμεις (οπωσδήποτε σε προσωπικό και αρματικό δυναμικό). Στον αέρα και τη θάλασσα, η ισορροπία ήταν οριακά λιγότερο δυσμενής για την ελληνική πλευρά: και οι δύο χώρες διέθεταν μαχητικά F‑4, F-5, F-102, F-104 στα μέσα της δεκαετίας του ’70 (ωστόσο, με γενικώς ομολογούμενη υπεροχή ικανοτήτων των Ελλήνων χειριστών) καθώς και αντιτορπιλικά/φρεγάτες και υποβρύχια. Σημειώνεται ότι, μετά τα γεγονότα του 1974 οι ΗΠΑ επέβαλαν στρατιωτικό εμπάργκο προς την Τουρκία, το οποίο, όμως, ήρθη το 1978.

Το ζήτημα απασχόλησε το Συμβούλιο Ασφαλείας, με την Αθήνα να μεταφέρει σταδιακά το κέντρο βάρους της κρίσης από το επιχειρησιακό στο διπλωματικό επίπεδο. Το Ψήφισμα 395 του ΣΑ και, λίγους μήνες αργότερα, το Πρακτικό της Βέρνης δεν έλυσαν τη διαφορά. Δημιούργησαν όμως έναν μηχανισμό διαχείρισης της έντασης μεταξύ των δύο πλευρών που φάνταζε, εκείνη την εποχή, ως μια βαλβίδα εκτόνωσης των εντάσεων με ορισμένες αμοιβαίες δεσμεύσεις αυτοσυγκράτησης. Οι εξελίξεις, έκτοτε, βέβαια, τον ξεπέρασαν.

Συχνά η κρίση του Χόρα ερμηνεύεται μέσα από το δίλημμα αν η Ελλάδα όφειλε να χρησιμοποιήσει στρατιωτική βία. Το πραγματικό στρατηγικό ερώτημα ήταν διαφορετικό: μπορούσε η Ελλάδα να καταστήσει το κόστος μιας τουρκικής κλιμάκωσης μεγαλύτερο από το πιθανό όφελος; Η απάντηση ήταν καταφατική, όχι επειδή διέθετε συνολική στρατιωτική υπεροχή, αλλά επειδή το επιχειρησιακό περιβάλλον του Αιγαίου ευνοούσε την άμυνά της και αύξανε δραστικά την αβεβαιότητα της έκβασης μιας πιθανής σύγκρουσης. Η Τουρκία υπερείχε σε πληθυσμό, χερσαίες δυνάμεις και δυνατότητα μακροχρόνιας αναπλήρωσης απωλειών. Ωστόσο, στο Αιγαίο η γεωγραφία, η διάταξη των ελληνικών δυνάμεων και η δυνατότητα ταχείας αντίδρασης περιόριζαν την αξία αυτού του πλεονεκτήματος. Και το αμερικανικό εμπάργκο όπλων, ενώ δεν ανέτρεπε τον συνολικό συσχετισμό ισχύος, ενίσχυε την αβεβαιότητα ως προς τη δυνατότητα της Άγκυρας να διατηρήσει υψηλό επιχειρησιακό ρυθμό σε μια παρατεταμένη κρίση. Η ελληνική αποτροπή στηρίχθηκε ακριβώς σε αυτή την αβεβαιότητα. Δεν χρειαζόταν να αποδείξει ότι θα επικρατούσε σε έναν γενικευμένο πόλεμο· αρκούσε να καταστήσει την τουρκική επιτυχία απρόβλεπτη και εξαιρετικά δαπανηρή.

Η συζήτηση γύρω από το περίφημο σύνθημα «Βυθίσατε το Χόρα» συχνά επισκιάζει αυτή τη στρατηγική πραγματικότητα. Η ιστορική έρευνα δεν επιβεβαιώνει ότι υπήρξε συνεννόηση μεταξύ Ανδρέα Παπανδρέου και Κωνσταντίνου Καραμανλή, ενώ η ίδια η φράση λειτούργησε περισσότερο ως στοιχείο πολιτικής αντιπαράθεσης παρά ως πραγματική επιλογή επιχειρησιακού σχεδιασμού. Η ουσία βρίσκεται αλλού: το επεισόδιο ανέδειξε τη μόνιμη ένταση ανάμεσα στην πίεση για άμεση δυναμική απάντηση και στην ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας να αποτρέψει μια ανεξέλεγκτη στρατιωτική κλιμάκωση.

Η σημαντικότερη κληρονομιά του καλοκαιριού του 1976 δεν ήταν, τελικά, ούτε η υπαναχώρηση του Χόρα, ούτε το -πλέον παρωχημένο και ανενεργό - Πρακτικό της Βέρνης, ούτε η -εν τέλει αλυσιτελής- επιδίωξη της ελληνικής προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο, αλλά η διαδικασία στρατηγικής μάθησης που ακολούθησε. Η Άγκυρα κατέληξε ότι οι περιορισμένες, ελεγχόμενες κρίσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως ένα εργαλείο αναθεωρητικής πολιτικής χωρίς να οδηγούν αναγκαστικά σε γενικευμένο πόλεμο. Η Αθήνα οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι τέτοιες κρίσεις αντιμετωπίζονται μόνο με τον συνδυασμό στρατιωτικής ετοιμότητας, πολιτικής αυτοσυγκράτησης και συστηματικής διεθνοποίησης. Έτσι διαμορφώθηκε ένα κοινό επιχειρησιακό πρότυπο, το οποίο επαναλήφθηκε σχεδόν αυτούσιο το 1987, στα Ίμια το 1996 και στην κρίση του Oruc Reis το 2020.

Πενήντα χρόνια μετά, αυτή παραμένει η ουσιαστική σημασία της κρίσης του 1976. Δεν εγκαινίασε απλώς μια μακρά αλληλουχία ελληνοτουρκικών κρίσεων. Ανέδειξε πως η Άγκυρα είδε το Αιγαίο ως τη διέξοδο από τις στρατιωτικές και διπλωματικές συνέπειες της εισβολής στην Κύπρο στη λογική ενός ιδιότυπου στρατηγικού εκκρεμούς, και διαμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο οι δύο χώρες αντιλαμβάνονται τη χρησιμότητα της ισχύος, της αποτροπής και της διπλωματίας. Καθώς το Κυπριακό και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις εισέρχονται εκ νέου σε μια περίοδο κρίσιμων αποφάσεων στους μήνες που ακολουθούν, το σημαντικότερο δίδαγμα εκείνου του καλοκαιριού παραμένει επίκαιρο: η διαπραγμάτευση μπορεί να αποδώσει μόνο όταν στηρίζεται σε αξιόπιστη αποτρεπτική ισχύ, πολιτική ψυχραιμία και ενεργή διεθνή νομιμοποίηση. Όταν αυτή η ισορροπία διαρρηγνύεται, η ιστορία υπενθυμίζει ότι η πολιτική της πορείας προς το χείλος του γκρεμού μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Με αυτή την έννοια, τα γεγονότα του εκείνα του 1976 συνέταξαν τη στρατηγική γραμματική του Αιγαίου, η οποία εξακολουθεί, μισό αιώνα αργότερα, να διατυπώνει τους κανόνες του παιχνιδιού.

*Ιωάννης Σιδηρόπουλος, LL.M (LSE, UvA), ΜΑ (UNIC), PhD (c) (EUC), δικηγόρος, Senior Fellow, Strategy International think tank.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Προσωπικότητες στην ''Κ'': Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ