Η στεγαστική κρίση δεν αποτελεί πλέον μια συγκυριακή οικονομική δυσχέρεια. Εξελίσσεται σε μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις δημόσιας πολιτικής για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), επηρεάζοντας την κοινωνική συνοχή, τη δημογραφική ανανέωση, την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών και τη βιώσιμη ανάπτυξη των πόλεων και της υπαίθρου. Για όσους υπηρέτησαν την τοπική αυτοδιοίκηση, η στεγαστική ανασφάλεια δεν υπήρξε ποτέ ένας απλός στατιστικός δείκτης, αλλά μια καθημερινή πραγματικότητα που αποτυπωνόταν στην αγωνία νέων ανθρώπων να αποκτήσουν μια αξιοπρεπή κατοικία και να δημιουργήσουν οικογένεια.
Η ΕΕ αναγνωρίζει πλέον ότι η κατοικία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως εμπόρευμα ή επενδυτικό προϊόν. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αναγάγει την προσιτή κατοικία σε βασική προτεραιότητα της κοινωνικής και αναπτυξιακής της πολιτικής, προωθώντας πρωτοβουλίες που ενισχύουν την αύξηση της προσφοράς κατοικιών, την αξιοποίηση ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων και τη στενότερη συνεργασία μεταξύ ευρωπαϊκών θεσμών, κρατών-μελών και τοπικών αρχών. Παράλληλα, τα στοιχεία της Eurostat επιβεβαιώνουν ότι το αυξανόμενο κόστος στέγασης επιβαρύνει ολοένα περισσότερα νοικοκυριά, ιδιαίτερα νέους, μονογονεϊκές οικογένειες και ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.
Η διεθνής εμπειρία αποδεικνύει ότι η επιτυχία μιας στεγαστικής πολιτικής εξαρτάται από την αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ του κεντρικού κράτους και της τοπικής αυτοδιοίκησης. Η Ισπανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στη Βαρκελώνη υιοθετήθηκαν πολιτικές περιορισμού των νέων αδειών βραχυχρόνιας μίσθωσης με στόχο την επαναφορά κατοικιών στη μακροχρόνια αγορά, ενώ στη Χώρα των Βάσκων εφαρμόζεται διαχρονικά ένα από τα πλέον ολοκληρωμένα συστήματα κοινωνικής και προστατευόμενης κατοικίας στην Ευρώπη. Οι παρεμβάσεις αυτές δεν περιορίζονται στη διαχείριση της αγοράς, αλλά εντάσσονται σε μια συνολική στρατηγική προστασίας της κοινωνικής συνοχής και της ποιότητας ζωής.
Η Κύπρος διαθέτει επίσης σημαντικά παραδείγματα καλών πρακτικών. Το Στεγαστικό Σχέδιο Αναζωογόνησης Ορεινών, Ακριτικών και Μειονεκτικών Περιοχών απέδειξε ότι η στεγαστική πολιτική μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο περιφερειακής ανάπτυξης, δημογραφικής ενίσχυσης και κοινωνικής συνοχής. Η επιτυχία του σχεδίου στηρίχθηκε όχι μόνο στη χρηματοδότηση του κράτους, αλλά και στη στενή συνεργασία του Υπουργείου Εσωτερικών με τις τοπικές αρχές, οι οποίες λειτούργησαν ως ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στις δημόσιες πολιτικές και στις πραγματικές ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.
Η εμπειρία αυτή αναδεικνύει τη σημασία της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης, μιας θεμελιώδους αρχής της ευρωπαϊκής δημόσιας πολιτικής. Η ΕΕ παρέχει το στρατηγικό πλαίσιο και τα χρηματοδοτικά εργαλεία, το κράτος διαμορφώνει το θεσμικό και νομοθετικό περιβάλλον, οι δήμοι και οι κοινότητες μετατρέπουν τις πολιτικές σε απτές λύσεις για τους πολίτες. Η στεγαστική κρίση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με αποσπασματικές παρεμβάσεις ή μεμονωμένα επιδόματα. Απαιτεί συντονισμό, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και κοινή ευθύνη όλων των επιπέδων διακυβέρνησης.
Η δημόσια συζήτηση δεν πρέπει πλέον να περιορίζεται στο ύψος των ενοικίων ή στον αριθμό των κατοικιών που κατασκευάζονται. Η πραγματική επιτυχία μιας στεγαστικής πολιτικής μετριέται από το κατά πόσο οι νέοι μπορούν να παραμείνουν στον τόπο τους, να δημιουργήσουν οικογένεια, οι επιχειρήσεις να βρίσκουν ανθρώπινο δυναμικό, τα σχολεία να διατηρούν τον μαθητικό τους πληθυσμό και οι τοπικές κοινωνίες να παραμένουν ζωντανές. Με αυτή την έννοια, η στεγαστική πολιτική αποτελεί ταυτόχρονα κοινωνική, αναπτυξιακή, δημογραφική και εκπαιδευτική πολιτική.
Η ανθρώπινη διάσταση της κρίσης γίνεται ακόμη πιο εμφανής μέσα από τον χώρο της εκπαίδευσης. Πίσω από κάθε αριθμό υπάρχουν παιδιά που αλλάζουν συνεχώς κατοικία, οικογένειες που δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν σταθερή στέγη και νέοι άνθρωποι που αναβάλλουν τη δημιουργία οικογένειας λόγω της οικονομικής αβεβαιότητας. Η στεγαστική ανασφάλεια δεν επηρεάζει μόνο τον οικογενειακό προϋπολογισμό, αλλά επηρεάζει τη σχολική επίδοση, την ψυχική ευημερία, τις ίσες ευκαιρίες και τελικά τη συνοχή της ίδιας της κοινωνίας.
Η προσιτή κατοικία δεν αποτελεί πολυτέλεια ούτε απλή κοινωνική παροχή. Αποτελεί επένδυση στη δημοκρατία, στην κοινωνική συνοχή και στη βιώσιμη ανάπτυξη. Η Κύπρος διαθέτει σήμερα την εμπειρία, τους θεσμούς και τα ευρωπαϊκά εργαλεία για να διαμορφώσει μια ολοκληρωμένη στεγαστική στρατηγική με επίκεντρο τον άνθρωπο και ισχυρό ρόλο της τοπικής αυτοδιοίκησης. Οι κοινωνίες που διασφαλίζουν στους νέους τη δυνατότητα να αποκτήσουν αξιοπρεπή στέγη δεν επενδύουν μόνο σε κτίρια, αλλά πρωτίστως επενδύουν στην εμπιστοσύνη των πολιτών, στη δημογραφική τους προοπτική και στο ίδιο τους το μέλλον.
Ο κύριος Άντρος Γ. Καραγιάννης, είναι τέως Δήμαρχος Δερύνειας

