ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Η λύση της «μη λύσης», ο συμβιβασμός και το διαζύγιο

Του ΑΝΤΩΝΗ ΚΛΑΨΗ

Αύριο συμπληρώνονται 52 χρόνια από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Υπάρχει, άραγε, ρεαλιστική προοπτική διευθέτησης ενός προβλήματος που όσο περνάει ο καιρός μοιάζει να γίνεται ολοένα και πιο περίπλοκο; Ετσι όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση από το 1974 μέχρι σήμερα, τρία μοιάζουν να είναι τα βασικά σενάρια.

Το πρώτο θα μπορούσε να έχει τον τίτλο «Λύση είναι η μη λύση». Με άλλα λόγια, αφήνουμε τα πράγματα ως έχουν, με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή στο (απροσδιόριστο) μέλλον θα επέλθει μια θεαματική αλλαγή, η οποία θα επιτρέψει την επανένωση της Κύπρου, την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων, την επιστροφή των προσφύγων στα σπίτια τους κ.ο.κ. Δυστυχώς, οι πιθανότητες να συμβεί κάτι τέτοιο είναι μηδενικές. Η Τουρκία δεν πρόκειται ποτέ να εγκαταλείψει τα στρατηγικά κέρδη του 1974. Για την ελλαδική και την ελληνοκυπριακή πλευρά το πλεονέκτημα της «μη λύσης» είναι ότι δεν τους επιβάλλει πρόσθετο κόστος. Η Κυπριακή Δημοκρατία θα παραμείνει η μοναδική διεθνώς αναγνωρισμένη οντότητα στο νησί, έστω κι αν δεν ασκεί την κυριαρχία της στο κατεχόμενο κομμάτι. Αντιθέτως, το ψευδοκράτος θα εξακολουθεί να είναι διπλωματικά απομονωμένο.

Δεδομένου ότι η πρώτη, έστω μερική, de facto διχοτόμηση στην Κύπρο έλαβε χώρα το 1964, ως αποτέλεσμα της δημιουργίας των διάσπαρτων τουρκοκυπριακών θυλάκων, οι κάτοικοι του νησιού που έχουν πραγματική εμπειρία συμβίωσης των έως τότε σύνοικων πληθυσμών βρίσκονται στην τρίτη ηλικία και ολοένα λιγοστεύουν για βιολογικούς λόγους. Aν το Κυπριακό παραμείνει άλυτο για μερικά χρόνια ακόμη, θα φτάσουμε στο σημείο που η συμβίωση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων δεν θα περιγράφεται καν ως προφορική μαρτυρία, αλλά απλώς θα καταγράφεται στα ιστορικά βιβλία.

Το δεύτερο σενάριο είναι η επανένωση στη λογική ενός συμβιβασμού. Μια διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία, την οποία όμως οι άμεσα ενδιαφερόμενοι αντιλαμβάνονται με διαφορετικό τρόπο. Οι Ελληνοκύπριοι επιθυμούν μια διευθέτηση που να εξασφαλίζει την ενότητα του κράτους, τη λειτουργικότητα των θεσμών, την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων και την κατάργηση των μονομερών επεμβατικών δικαιωμάτων της Τουρκίας. Οι Τουρκοκύπριοι, αντιθέτως, επιδιώκουν ισχυρές εγγυήσεις πολιτικής ισότητας και προστασίας απέναντι στον φόβο της πλειοψηφίας. Οι δύο προσεγγίσεις δεν είναι εύκολο να συνδυαστούν.

Οποιοδήποτε μελλοντικό σχέδιο λύσης του Κυπριακού δεν θα απέχει πολύ από όσα προτάθηκαν το 2004 από τον Κόφι Ανάν (τα οποία απορρίφθηκαν από τους Ελληνοκυπρίους ενώ έγιναν δεκτά από τους Τουρκοκυπρίους). Ο συμβιβασμός θα είναι πιο επώδυνος για την ελληνοκυπριακή και κατ’ επέκταση για την ελλαδική πλευρά, παρά για τους Τουρκοκυπρίους και την Τουρκία. Δεν θα πρέπει ποτέ να μας διαφεύγει ότι η ουσιαστική διαπραγμάτευση δεν διεξάγεται ανάμεσα σε δύο κοινότητες, αλλά ανάμεσα στην Κυπριακή Δημοκρατία και στην Τουρκία.

Υπάρχει και μια τρίτη πιθανότητα: το οριστικό διαζύγιο. Σε αυτήν την περίπτωση, η Κυπριακή Δημοκρατία θα βάλει την υπογραφή της για τη μετατροπή της αυτοαποκαλούμενης «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου» σε διεθνώς αναγνωρισμένη κρατική οντότητα. Εκείνο που θα λάβει ως αντάλλαγμα είναι εδάφη που σήμερα παραμένουν υπό κατοχή. Λογικά, αυτά τα εδάφη θα πρέπει να είναι περισσότερα από εκείνα που θα επέστρεφαν υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση βάσει του σχεδίου Ανάν, καθώς πλέον δεν θα μιλάμε για μια ομοσπονδιακή Κύπρο, αλλά για δύο κράτη στο νησί, με σκληρό μεταξύ τους σύνορο: η Κυπριακή Δημοκρατία θα είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ενώ το τουρκοκυπριακό κράτος όχι.

Τα τελευταία χρόνια η Τουρκία επιμένει στην ιδέα των δύο κρατών. Ωστόσο, ίσως δεν αποτελεί τον τελικό στρατηγικό στόχο της, αλλά ενδεχομένως προβάλλεται για διαπραγματευτικούς λόγους. Η ύπαρξη δύο πλήρως ανεξάρτητων κρατικών οντοτήτων θα περιόριζε τη δυνατότητα της Τουρκίας να επηρεάζει τις εξελίξεις στο σύνολο του νησιού. Αντιθέτως, σε μια χαλαρή ομοσπονδία η Αγκυρα θα διατηρούσε αποφασιστικό έλεγχο επί του τουρκοκυπριακού συνιστώντος μέρους, μέσω του οποίου θα μπορούσε να επηρεάζει καθοριστικά την εξωτερική πολιτική, την ασφάλεια και τον γεωπολιτικό προσανατολισμό ολόκληρης της Κύπρου.

Κανένα από τα τρία σενάρια που περιεγράφησαν στις προηγούμενες γραμμές δεν είναι ευχάριστο για την ελληνική πλευρά. Η πικρή αλήθεια είναι ότι η στρατιωτική ήττα που υπέστησαν η Κύπρος και η Ελλάδα το 1974 δεν είναι δυνατόν να ανατραπεί με διαπραγματεύσεις, όσο επιδέξιοι κι αν υποτεθεί ότι είναι οι χειρισμοί στους οποίους θα επιδοθούν η Λευκωσία και η Αθήνα. Η διπλωματία αντανακλά πραγματικούς συσχετισμούς ισχύος. Δεν αποτελεί άσκηση αβροφροσύνης.

*O κ. Αντώνης Κλάψης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Το βιβλίο του «Ενας κόσμος χωρίς κανόνες; Το διεθνές σύστημα στη συγκυρία της απορρύθμισης» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Προσωπικότητες στην ''Κ'': Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ