Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΟΛΩΜΟΥ
Τον Ιούνιο, ύστερα από σχεδόν τέσσερις μήνες πολέμου, οι ΗΠΑ και το Ιράν υπέγραψαν συμφωνία για να τον τερματίσουν. Τα Στενά του Ορμούζ άνοιξαν ξανά και τα δεξαμενόπλοια άρχισαν να κινούνται και πάλι.
Όμως παρόμοια συμφωνία ήταν εφικτή εδώ και μήνες. Ήδη από τον Απρίλιο, το Ιράν είχε προτείνει εκεχειρία και άνοιγμα των στενών – κι ο Τραμπ την απέρριψε ως «όχι αρκετά καλή». Ο πόλεμος μπορούσε να είχε τελειώσει τότε· αντ' αυτού κράτησε άλλους δύο μήνες, που δεν απέφεραν τίποτα και κόστισαν κι άλλες ζωές.
Ένα μέρος της καθυστέρησης ήταν δικαιολογημένο. Το Ιράν δεν υποχωρούσε αφού έλεγχε τα Στενά, και το Ισραήλ πίεζε να συνεχιστεί ο πόλεμος. Μετρούσε κι ο εγωισμός: για τον Τραμπ, το να σταματήσει σήμαινε να παραδεχτεί το λάθος του. Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο. Όταν κάτι στο οποίο έχουμε επενδύσει πάει στραβά, δυσκολευόμαστε να το παρατήσουμε. Είναι κάτι βαθιά ανθρώπινο και το κάνουμε όλοι χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Ας δούμε γιατί.
Σου έχει τύχει να πας στο σινεμά και, λίγο αφότου ξεκινήσει, να συνειδητοποιείς ότι η ταινία είναι χάλια; Θα μπορούσες να σηκωθείς και να φύγεις, μα έχεις πληρώσει το εισιτήριο, είσαι κιόλας εκεί – κι έτσι μένεις ώς το τέλος, σαν να πήγαιναν χαμένα τα λεφτά σου. Τα λεφτά όμως χάθηκαν είτε μείνεις είτε φύγεις. Όσο περισσότερα έχουμε επενδύσει σε κάτι, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να το αφήσουμε. Οι οικονομολόγοι το ονομάζουν παγίδα του μη ανακτήσιμου κόστους (sunk cost fallacy).
Σ' αυτόν τον πόλεμο, οι ΗΠΑ ξόδεψαν τεράστια αποθέματα πυρομαχικών και πολιτικό κεφάλαιο. Και όσο περνούσε ο καιρός, αντί να σκέφτονται ποια είναι η καλύτερη κίνηση από δω και πέρα, έμεναν στο πώς γίνεται όλα αυτά να πήγαν χαμένα. Το κόστος που είχε ήδη πληρωθεί έμοιαζε λόγος για να συνεχίσουν.
Τώρα φαντάσου ότι περιμένεις στη στάση είκοσι λεπτά για το λεωφορείο. Θα μπορούσες να τα παρατήσεις και να πας με τα πόδια – φοβάσαι όμως ότι, μόλις το κάνεις, το λεωφορείο θα στρίψει τη γωνία και θα το έχεις χάσει για δευτερόλεπτα. Έτσι μένεις. Καλύτερα να περιμένεις παρά να το μετανιώσεις. Το ίδιο και στην ουρά του σούπερ μάρκετ: δεν αλλάζουμε, σίγουροι ότι μόλις το κάνουμε η ουρά που αφήσαμε θα προχωρήσει. Οι ψυχολόγοι το λένε προσδοκώμενη μεταμέλεια (anticipated regret): τον φόβο ότι θα μετανιώσουμε που τα παρατήσαμε.
Αυτός ο φόβος μάς κρατάει ακίνητους· το να μην κάνεις τίποτα μοιάζει ασφαλέστερο. Έτσι ο Τραμπ περίμενε: ίσως την επόμενη εβδομάδα να κατέρρεε το καθεστώς, ίσως να έκλεινε επιτέλους η συμφωνία. Διαβεβαίωνε δημόσια ότι ήταν κοντά σε συμφωνία τουλάχιστον 38 φορές – και κάθε φορά, ο πόλεμος συνέχιζε.
Τέλος, σκέψου κάτι που αγόρασες και σχεδόν αμέσως μετάνιωσες – ένα ακριβό μπουφάν που, μόλις το δοκίμασες ξανά στο σπίτι, δεν σου πήγαινε καθόλου. Το να παραδεχτείς το λάθος είναι δυσάρεστο, κι έτσι πείθεις τον εαυτό σου για το αντίθετο. Το φοράς πιο συχνά, το παινεύεις, αποφασίζεις ότι τελικά σου πάει. Η πεποίθηση «έκανα σωστή επιλογή» και η πραγματικότητα «ήταν πεταμένα λεφτά» δεν συμβιβάζονται· έτσι στρεβλώνεις την πραγματικότητα αντί να αλλάξεις γνώμη. Οι ψυχολόγοι το λένε γνωστική ασυμφωνία (cognitive dissonance).
Είναι η πιο ύπουλη από τις τρεις, γιατί επηρεάζει την ίδια μας την ικανότητα να δούμε την πραγματικότητα. Αφού είχε πει σε όλους ότι το Ιράν συνετρίβη κι ο πόλεμος κερδήθηκε, ο Τραμπ δεν μπορούσε να δει ως ήττα τις διαπραγματεύσεις με το ίδιο καθεστώς – ενώ τα στενά έμεναν κλειστά. Κι έτσι δεν τις είδε. Ο πόλεμος που είχε κολλήσει μετατράπηκε σε μια σειρά από «εποικοδομητικές συνομιλίες»· η εκτίμηση ότι το Ιράν κρατούσε ακόμη τους πυραύλους του αγνοήθηκε. Ό,τι δεν ταίριαζε, απλά το προσπέρασε.
Η δυσκολία να σταματήσουμε και ν' αλλάξουμε πορεία είναι παντού. Είναι η ανακαίνιση που δεν λέει να τελειώσει, η δουλειά που έπρεπε να είχες αφήσει, το μαγαζί που έπρεπε να είχες κλείσει από πέρσι. Όσοι καταφέρνουν να το ελέγξουν δεν νιώθουν λιγότερο την έλξη να επιμείνουν· απλώς έμαθαν να μην την εμπιστεύονται. Οι καλές εταιρείες το κάνουν συνειδητά: μιλούν για «γρήγορη αποτυχία», κόβουν έγκαιρα ό,τι δεν δουλεύει, γιατί ξέρουν πόσο ισχυρή και ακριβή είναι η παρόρμηση να επιμένεις. Έχουν καταλάβει αυτό που οι υπόλοιποι αρνούμαστε να δεχτούμε: πως η πιο δύσκολη απόφαση, και συχνά η πιο σοφή, δεν είναι το να ξεκινήσεις. Είναι το να σταματήσεις κάτι που δεν δουλεύει.


