Δέκα λεπτά με τα πόδια από το Μονουμεντάλ, όπου η Αργεντινή κατέκτησε το Μουντιάλ του 1978, βρισκόταν το διαβόητο κέντρο βασανιστηρίων της χούντας. Οι κρατούμενοι άκουγαν από τα κελιά τους τις ιαχές του πλήθους. Σύμφωνα με μία μαρτυρία, ένας από τους βασανιστές πήρε ορισμένους με το αυτοκίνητο και τους έδειξε τους πανηγυρισμούς. Ηθελε να δουν με τα μάτια τους την πατριωτική έκσταση για να καταλάβουν πόσο ασήμαντη φαινόταν μπροστά της η αντίστασή τους. Τέσσερα χρόνια αργότερα, μετά την εισβολή στα Φώκλαντ, η αργεντίνικη τηλεόραση ενάλλασσε ειδήσεις από τον πόλεμο με επαναλήψεις της δόξας του ’78.
Η πολιτική δεν εισέβαλε τώρα στο Μουντιάλ. Ηταν ήδη εκεί στη φασιστική Ιταλία του 1934, όταν ο Μουσολίνι επιστράτευσε αφίσες και μνημειακά στάδια –κάποια ορατά ακόμη και σήμερα– για να προβάλει την ισχύ του καθεστώτος. Oπως ήταν και στο Κατάρ το 2022. Η ίδια η ανάληψη μιας τέτοιας διοργάνωσης λειτουργεί ως πιστοποιητικό εθνικής επιτυχίας: δείχνει ότι μια χώρα διαθέτει τους πόρους, την οργανωτική ικανότητα και το διεθνές κύρος για να βρεθεί, έστω για λίγες εβδομάδες, στο κέντρο του κόσμου. Οι κυβερνήσεις επενδύουν σε αυτές τις διοργανώσεις για να ενισχύσουν τη νομιμοποίησή τους και να αποκτήσουν ήπια ισχύ. Το πλεονέκτημα της έδρας αυξάνει επίσης τις πιθανότητες αγωνιστικής επιτυχίας, επιτρέποντας στην κυβέρνηση να επωφεληθεί από τη «συσπείρωση γύρω από τη σημαία». Και αυτό το ενδεχόμενο δημιουργεί επιπρόσθετα κίνητρα για παρεμβάσεις.
Η σημερινή εκδοχή πηγαίνει, βέβαια, ένα βήμα παραπέρα. Eχει την αμεσότητα της προσωπικής συναλλαγής και την αυτοπεποίθηση ότι οι ποδοσφαιρικοί θεσμοί μετακινούνται με το «έτσι θέλω». Ο Ντόναλντ Τραμπ παραδέχθηκε ότι τηλεφώνησε στον Τζιάνι Ινφαντίνο για την αποβολή του Φολαρίν Μπαλογκάν. Η FIFA ανέστειλε την ποινή και του επέτρεψε να παίξει εναντίον του Βελγίου. Είχαν προηγηθεί το νεοσύστατο «Βραβείο Ειρήνης της FIFA», που ο Ινφαντίνο απένειμε στον Αμερικανό πρόεδρο, καθώς και οι καθυστερήσεις στις βίζες και οι περιορισμοί μετακίνησης που αντιμετώπισε η ιρανική αποστολή.
Θα κλέψει, όμως, όλο αυτό κάτι από την αίγλη του Μουντιάλ; Μάλλον όχι. Περισσότερο μοιάζει με τη φλυαρία που γεννούν τα σπορ, όπως θα έλεγε ο Ουμπέρτο Eκο. Τα τηλεφωνήματα, τα βραβεία, η αγανάκτηση, ακόμη και αυτό εδώ το κείμενο, αποτελούν μία εκδοχή της. Ο Μπαλογκάν έπαιξε, αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες έχασαν 4-1. Το 2002 η Νότια Κορέα έφτασε, μέσα σε έντονες διαιτητικές αμφισβητήσεις, μέχρι τα ημιτελικά· τη διοργάνωση σφράγισαν τα δύο γκολ του Ρονάλντο στον τελικό. Από το Κατάρ θυμόμαστε την απόκρουση του Εμιλιάνο Μαρτίνες στον Κολό Μουανί. Από το φετινό Μουντιάλ θα μας μείνει ότι καμία από τις δύο φιναλίστ δεν κατάφερε να νικήσει το Πράσινο Ακρωτήρι σε ενενήντα λεπτά.
Ο πρώτος λόγος για αυτή την ανθεκτικότητα είναι η απρόβλεπτη φύση του ποδοσφαίρου. Η εξουσία μπορεί να χτίζει στάδια που διαφημίζουν τη δύναμή της και να στέκεται δίπλα στο τρόπαιο σαν να της ανήκει. Αγνοεί, όμως, ποιος θα γίνει ήρωας, ποια μικρή χώρα θα αντισταθεί και σε ποιο λεπτό θα καταρρεύσει το φαβορί. Το αποτέλεσμα παραμένει ανοιχτό και η ιστορία που θα γεννήσει ξεφεύγει από όσους θέλουν να την ιδιοποιηθούν.
Ο δεύτερος λόγος είναι ότι το Μουντιάλ παράγει εθνικισμό. Αυτό φαίνεται καθαρότερα στην Αφρική, όπου οι εθνοτικές ταυτότητες είναι συχνά παλαιότερες και ισχυρότερες από τα κράτη που χάραξε η αποικιοκρατία. Eρευνα δείχνει ότι σημαντικές νίκες των εθνικών ομάδων μειώνουν την πιθανότητα οι πολίτες να προτάσσουν την εθνοτική τους ταυτότητα, ενώ αυξάνουν την εμπιστοσύνη προς άλλες εθνοτικές ομάδες. Το Παγκόσμιο Κύπελλο κάνει ορατό το έθνος και, έτσι, συμβάλλει στην ολοκλήρωσή του.
Αυτός ο χαρακτήρας του Παγκοσμίου Κυπέλλου εξηγεί και την ανθεκτικότητά του. Το Μουντιάλ ανταποκρίνεται σε μια ανάγκη παλαιότερη και βαθύτερη από κάθε κυβέρνηση. Προσφέρει στα έθνη μια σκηνή στην οποία μπορούν να ανταγωνίζονται, να πανηγυρίζουν και να υποφέρουν μαζί, χωρίς η αντιπαλότητα να μετατρέπεται σε βία. Υπό αυτή την έννοια, αποτελεί μία από τις λίγες πολιτισμένες τελετουργίες μέσα από τις οποίες μπορεί ακόμη να εκφράζεται ο εθνικισμός.
Οι κυβερνήσεις μπορούν να εργαλειοποιούν το Μουντιάλ, οι θεσμοί του να φθείρονται και οι πολιτικές παρεμβάσεις να παράγουν θόρυβο. Σε τέσσερα χρόνια, όμως, θα είναι πάλι εκεί: για να ενώσει για λίγο μια χώρα και να της προσφέρει τη δική της πιθανότητα ελπίδας. Αυτή είναι, άλλωστε, και η τελευταία αυτονομία της μπάλας.
*O κ. Ηλίας Ντίνας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και κάτοχος της ελβετικής έδρας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας.

