«Η τέχνη είναι ο ψίθυρος της Ιστορίας, που ακούγεται πάνω από τον αχό της εποχής», γράφει ο Τζούλιαν Μπαρνς στο έξοχο μυθιστόρημά του «Ο αχός της εποχής» (μτφρ.: Θωμάς Σκάσσης, εκδ. Μεταίχμιο), με θέμα τον Ντμίτρι Σοστακόβιτς.
Η ωραία αυτή κουβέντα του Αγγλου συγγραφέα δεν θα μπορούσε να ταιριάξει καλύτερα με τη μουσική του Ρώσου συνθέτη και ιδίως με τη μουσική δωματίου που άφησε.
Στο βιβλίο, ο Μπαρνς γράφει ότι ο Σοστακόβιτς χώριζε τα έργα του σε τρία διαφορετικά συρτάρια: πάνω πάνω ήταν τα έργα που έγραφε έπειτα από ανάθεση του Κόμματος, τα έργα που ήξερε ότι θα αρέσουν στο Κόμμα, τα έργα όπου ήταν λιγότερο ο εαυτός του. Στο μεσαίο συρτάρι βρίσκονταν οι παρτιτούρες πιο προσωπικών, αυθεντικών έργων, τα οποία όμως ήξερε ότι δεν θα του προκαλούσαν τα γνωστά προβλήματα με το Κόμμα. Ορισμένες συμφωνίες εκεί τις έκλεινε. Στο κάτω συρτάρι, σαν να ήταν μια μυστική κρυψώνα, βρίσκονταν οι παρτιτούρες με τα έργα όπου ένιωθε πως ήταν ολόψυχα ο εαυτός του. Τα έργα που ήξερε ότι το Κόμμα δεν θα καταλάβαινε και μπορεί ξανά να έπεφτε σε δυσμένεια εξαιτίας τους.
Εκεί ακριβώς έκρυβε τη μουσική δωματίου που έγραφε με ασίγαστο, μυστικό πάθος επί σειράν δεκαετιών. Πάνω απ’ όλα τα δεκαπέντε κουαρτέτα εγχόρδων του, αυτή η απίστευτη διαθήκη στην οποία, έως σήμερα, λίγοι βρίσκουν συναισθηματική πρόσβαση, καθώς είναι γεμάτη γρίφους και στρυφνές μουσικές φράσεις. Οικοδομήματα κρυστάλλινης διαύγειας και την ίδια στιγμή μια τρικυμισμένη, λιμανίσια θάλασσα.
Εκεί η απαισιοδοξία του αφηνόταν ελεύθερη και αποκτούσε φτερά. Μάλιστα, όπως είχε πει σε έναν φίλο του μουσικό, ήθελε το τελευταίο του κουαρτέτο να παίζεται «έτσι ώστε οι μύγες να πέφτουν ξαφνικά νεκρές και το κοινό να εγκαταλείπει την αίθουσα από καθαρή ανία και μόνο».
Στην κατηγορία αυτών των δύσκολων έργων υπάγονται και τα έργα για πιάνο τρίο που άφησε. Ελάχιστα είναι: το νεανικό Πιάνο Τρίο υπ’ αριθμ. 1 σε ντο ελάσσονα, Εργο 8 (1923)· οι ώριμες Επτά Ρομάντσες Εργο 27 για υψίφωνο και πιάνο τρίο πάνω σε στίχους του Αλεξάντερ Μπλοκ (1967) και το Πιάνο Τρίο υπ’ αριθμ. 2 σε μι ελάσσονα Εργο 67 (1944), γραμμένο εν μέσω των πιο σκοτεινών ωρών του πολέμου.
Πιάνο Τρίο: τριπλέτα μουσικών οργάνων όπου τον πρώτο ρόλο έχει μεν το πιάνο, όμως και τα άλλα δύο όργανα (βιολί και τσέλο, κατά κανόνα) «συνομιλούν» με το πιάνο σχεδόν επί ίσοις όροις. Ενας τριπλός διάλογος, μέσα από τον οποίο ο συνθέτης αφήνει να ξεχυθούν οι προβληματισμοί, οι αγωνίες, τα οράματά του, φωτεινά και σκοτεινά. Με τα τρία αυτά σπουδαία, όσο και ερμητικά ενίοτε, έργα, ο Σοστακόβιτς βρίσκεται στο σπίτι του.
Στην πολύ πρόσφατη δισκογραφική παραγωγή της Brilliant, «Dmitri Shostakovich. Complete Works for Piano Trio», το μουσικό σύνολο Trio Kanon (Λένα Γιοκογιάμα, βιολί· Αλεσάντρο Κόπια, τσέλο· Ντιέγκο Μακανιόλα, πιάνο), μαζί με την υψίφωνο Ιρίνα Ντουμπρόβσκαγια, ερμηνεύουν με σπάνια μαεστρία τα τρία αυτά έργα στα οποία βρίσκει κανείς ολόκληρο τον Σοστακόβιτς: στρυφνό και μελωδικό· αρχιτέκτονα και αφηγητή· ονειροπόλο και πεσιμιστή. Επιβεβαιώνουν επίσης την αυθεντικότητα ενός βαθιά προσωπικού ήχου, ο οποίος όμως συνεχίζει επάξια μια μεγάλη παράδοση που ουσιαστικά ξεκινάει από την κλασική περίοδο, τον Χάιντν και τον Μότσαρτ, ανεβαίνει σε άλλα ύψη μέσω των Μπετόβεν και Σούμπερτ, για να πάρουν τη σκυτάλη μεγάλοι ρομαντικοί συνθέτες μουσικής δωματίου: Μέντελσον, Σούμαν, Μπραμς, Ντβόρζακ, Σμέτανα και ο Σοστακόβιτς από αυτούς.
Το συγκεκριμένο άλμπουμ προσφέρεται για άφθονη ενδοσκόπηση από τη μεριά του ακροατή – καθώς επίσης για ενδιαφέρουσες συγκρίσεις με παλαιότερες ηχογραφήσεις.


