Του ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΠΑΝΤΟΥΛΑ
Η ζωή ανέκαθεν είχε βάσανα. Λέρωνε τα χέρια της και ίδρωνε τη φανέλα της. Δεν έρχονται όλα όπως τα θες. Πέφτεις, σηκώνεσαι και φτου κι από την αρχή για την επόμενη αναποδιά. Αλλά έχει και χαρές – μικροχαρές το περισσότερο, αλλά χαρές. Μπορεί να μην έρχεται ο κόσμος στα ίσα του, αλλά κάθε φορά που τελειούται ένα εργόχειρο, παρά τον κάματο, κάπως αλλιώτικα λαμποκοπάνε οι βιοτές κι εκείνοι που τις πήραν στα χέρια τους.
Η τέχνη πάλι, ιδίως στα τελευταία της, έχει, εκτός από μπόλικο αλισβερίσι, μπόλικη χλίδα. Ενα ποτήρι ανά χείρας και σπουδαιοφανές υφάκι, ώστε οι εμπλεκόμενοι να δείχνουν αρκούντως προβληματισμένοι, μέχρι και οριακά χολιασμένοι – δεν βλέπεις και πολλούς χαρούμενους στις εκθέσεις.
Και είναι αποδεκτό ότι, παρά τα θρυλούμενα για εκατέρωθεν αντιγραφές, οι δρόμοι της τέχνης και της ζωής είναι ασύμπτωτοι – χωρισμένα τα τσανάκια τους, χωριστά και τα σουσούμια τους.
Οι πολλοί εκδέχονται την τέχνη σαν μια (πολυτελή) ενασχόληση που δεν τους αφορά· εμπίπτει στη δικαιοδοσία αυτοαναφορικών ομάδων που, κατά κύριο λόγο, πάσχουν από υπεροψία. Οι γκρούπες αυτές έχουν μια δυσκόλως συγκαλυμμένη περιφρόνηση για την πλέμπα, που τη θεωρούν αγεώργητη και αμέτοχη αισθητικών αξιώσεων. Η πλέμπα, λένε, δεν καταλαβαίνει από τέχνη – σε αντίθεση με τους ίδιους που εκστασιάζονται με κάθε (κακόγουστη) παραδοξότητα.
Η νεοφανής φυλή των φιλότεχνων και των μεσαζόντων της επιμένει να αγνοεί ότι ο χωρισμός της τέχνης από τη ζωή είναι πρόσφατος. Για αιώνες όμως ήσαν αχώριστες. Ο μάστορας ήταν ένας από την κοινότητα. Διατελούσε εσθίων και πίνων εντός της – η μοίρα της ήταν μοίρα του. Στην καθημερινότητα απευθυνόταν η μαστορική του και αυτή καταξίωνε ή απαξίωνε τα έργα του. Το ξεχώρισμα από την καθημερινότητα –ο «προβιβασμός» του μάστορα σε καλλιτέχνη– ξεκίνησε από την Αναγέννηση και δώθε. Και, για να μην ξεχνιόμαστε, ήταν θέλημα της εξουσίας που, κοντά στους σαλτιμπάγκους, ήθελε και καλλιτέχνες στις αυλές της.
Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Και, κατά την κρίση μου, και πολλά απόνερα. Οι καλλιτέχνες ξεκόρμισαν από την κοινότητα και οι κοινότητες έγιναν συνομαδώσεις εγωισμών. Το αποτέλεσμα;
Αρκεί, νομίζω, ένα παράδειγμα. Τη δεκαετία του 1960 ένας ευρηματικός(;) Ιταλός συσκεύασε τα καλοδιατηρημένα απόβλητα του γαστρεντερικού του συστήματος σε δεκάδες μικρές κονσέρβες, αποτιμώντας το βάρος των περιττωμάτων του σε χρυσό! Μία εξ αυτών, μάλιστα, πριν από λίγα χρόνια δημοπρατήθηκε για 275.000 ευρά!
Στην πραγματικότητα, το ακριβές περιεχόμενο των «έργων» δεν το γνωρίζουμε, διότι ουδείς θα κατέστρεφε ένα κονσερβοκούτι - έργο τέχνης του πανακρίβου ανοίγοντάς το. Το σίγουρο πάντως είναι ότι ενέπνευσε κάποιους ομοτέχνους και εις εξ αυτών τη δεκαετία που διανύουμε κονσερβοποίησε τα ούρα του, αποτιμώντας το βάρος τους σε ασήμι!
Επικαλέστηκα δύο ευρέως γνωστές προκλήσεις που, παραδόξως, αρκετοί θαυμάζουν σαν τολμητίες αυτούς που τις διέπραξαν, αφού με την αντισυμβατική χρήση των εκκρίσεών τους και την οικολογική, οπωσδήποτε, επανάχρησή τους αμφισβήτησαν, λένε, την παραδοσιακή αντίληψη για την τέχνη και, παρά την αλμυρή κοστολόγηση, την εμπορευματοποίησή της!
Νομίζω ότι εδώ τα σοφίσματα δεν φελάνε και πολύ. Τα όρια καλλιτεχνίας και παρωδίας δεν είναι απλώς δυσδιάκριτα· είναι παντελώς ανύπαρκτα. Και δεν είμαι διόλου αντίθετος στην παραβίαση των ορίων. Μόνο που εκτιμώ πως αυτή έχει νόημα όταν τα γνωρίζεις κι όχι όταν τα αγνοείς. Πώς αλλιώς να γίνει; Τα καλφάδια, δίχως μαθητείες, τεχνίτες δεν γίνονται. Γίνονται και παραγίνονται όμως αυθάδεις περφόρμερ που μπερδεύουν τη ζωή με την ταρίχευση των αναπαραστάσεών της.
Οσο η τέχνη απομακρύνεται από τη ζωή, έχοντας πανωπροίκι τα εύσημα αμφισβήτησης της αστικής συνθήκης (που κατά τα λοιπά απολαμβάνει του θεωρητικού και πρακτικού σπρωξίματος ειδημόνων, γκαλερί, συλλεκτών, μουσείων, ιδρυμάτων και υπουργείων) τόσο στομώνουν τα κριτήρια εκείνων που υφίστανται τη φούσκα της.
Αντιλαμβάνομαι πολύ καλά ότι και οι φάρσες είναι μέρος της ζωής, αλλά η αναγωγή τους σε εικαστικό καθεστώς αν κάτι πιστοποιεί είναι ότι έχουμε χάσει τα αυγά και τα πασχάλια. Μόνη παρηγοριά μου «μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας, που μας πνίγει από παντού», ότι «κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά», να ξεχερσώσουν από τα επιτύμβια τους συρμούς και τους διασυρμούς και να επαναβεβαιώσουν ότι τα ανθρώπων έργα πασχίζουν ακόμη να συλλαβίσουν το άρρητο με τους τρόπους του ρητού.
*Ο κ. Θεόδωρος Παντούλας είναι συγγραφέας.

