ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Βιβλία του πεταματού

Του ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΠΑΝΤΟΥΛΑ

Τα βιβλία πλέον ούτε τα λογοκρίνουν ούτε τα καίνε. Αλλά ούτε και τα πολυδιαβάζουν. Και όσα μένουν στα αζήτητα, οι εκδότες τους τα πάνε αδιάβαστα στις χωματερές ή στην πολτοποίηση της τρέντι ανακύκλωσης.

Αυτό όμως δεν είναι το μόνο παράδοξο: όσο εκλείπουν οι συνθήκες ανάγνωσης των βιβλίων, τόσο περισσότερα βιβλία εκδίδονται, αυξάνοντας –έτερο παράδοξο αυτό– όχι τις επιλογές, αλλά τη σύγχυση των αναγνωστών. Υπερβαίνουν τις 11.000 οι τίτλοι που εκδίδονται ετησίως στη χώρα, χωρίς οι χαμηλές επιδόσεις φιλαναγνωσίας να δικαιολογούν έναν τόσο μεγάλο αριθμό. Αλλά τότε τι συμβαίνει;

Αν εξαιρέσουμε τους, λίγους πλέον, αιθεροβάμονες (ναι, υπάρχουν και τέτοιοι) στον χώρο του βιβλίου, οι πολλοί φαίνεται να υπερθεματίζουν στα τερτίπια της αγοράς που δεν παράγει για να καταναλώσει, αλλά καταναλώνει για να συνεχίσει να παράγει.

Ο εκδοτικός πληθωρισμός (και όχι πλουραλισμός) της μικρομέγαλης εγχώριας πολιτιστικής παραγωγής –ακαταγώνιστη «βαριά βιομηχανία» μας παραμένει το «λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου»– καθιστά τα βιβλία ευπαθή αντι-κείμενα με όλο και κοντινότερη ημερομηνία λήξης. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για πνευματικά αγαθά, όπως διατεινόμαστε κολακεύοντας την αναγνωστική μας εντρύφηση, αλλά για προϊόντα που η παραγωγή τους θα προγραμματιστεί και θα διανεμηθεί (με κριτήρια διόλου πνευματικά) μέχρι κεραίας. Οσα από αυτά δεν πωληθούν άμεσα, θα αποσυρθούν σαν ληγμένα και θα αντικατασταθούν από φρεσκοτυπωμένα, καθότι το κόστος φύλαξής τους είναι μεγαλύτερο από τις εν δυνάμει πωλήσεις τους μετά την αρχική τοποθέτησή τους. Κάποιοι από τους συντελεστές παραγωγής (συγγραφείς, μεταφραστές, εικονογράφοι, γραφίστες κ.ά.) δεν θα πληρωθούν ποτέ ή θα μείνουν στα «έναντι». Οι μόνοι που έχουν σίγουρες απολαβές από το πηγαινέλα των βιβλίων είναι οι μεταφορείς τους. Ολοι οι υπόλοιποι κανακεύουν ένα Μινώταυρο, μεριμνώντας πρωτίστως για τη συνεχή τροφοδοσία του και όχι για τη διακίνηση των ιδεών, τη συντήρηση της μνήμης και τη διάχυση της γνώσης – αυτά είναι προφάσεις όσων αιτούνται ή μοιράζουν επιδοτήσεις. Οι διευθυντές πωλήσεων φτιάχνονται με αριθμούς και, όπως καταλαβαίνετε, όταν τα νούμερα έχουν τον πρώτο λόγο, το μεράκι της καλλιτεχνίας έχει πάει περίπατο από τα αποδυτήρια.

Αλλά δεν βαριέσαι; «Το μοναστήρι να είναι καλά» δεν λένε; Εδώ το «μοναστήρι» κι ο μπεζαχτάς του συχνάκις επικουρούνται από την ανθρώπινη ματαιοδοξία που, προκειμένου να της αποδοθεί ο επίζηλος –Κύριος οίδε γιατί– τίτλος του «συγγραφέα», βάζει το χέρι βαθιά στην τσέπη, έστω κι αν το αναγνωστικό κοινό δεν ξεπερνά τον συγγενικό ή κοινωνικό κύκλο όσων την υπηρετούν. Το πρόβλημα είναι ότι μέσα στον καταιγισμό των εκδόσεων και τον άτυπο έλεγχο της διανομής τους πάνε στράφι και καλές εκδόσεις, που πολλές φορές δεν φτάνουν καν στα ράφια των βιβλιοπωλείων, των οποίων οι διαχειριστές, συνήθως, υποκύπτουν στην εξωνημένη προβολή και στη λογική της βραχυπρόθεσμης κερδοφορίας.

Παρεπόμενο όλων των παραπάνω είναι η σκανδαλώδης απουσία θεμελιωδών βιβλίων από τις βιβλιοθήκες, με αποτέλεσμα οι αναγνώστες, απαράσκευοι από το οικογενειακό και σχολικό τους περιβάλλον, να έχουν λάθος συστάσεις και, φτωχοί σημείων αναφοράς, να εθίζονται στη στρέβλωση της παραλογοτεχνίας και να στερούνται την απόλαυση της ανάγνωσης. Ωστόσο, οι συστηματικοί και επαρκείς αναγνώστες, όσο μπορούν, μένουν ανεπηρέαστοι από τους συρμούς και τις εκδουλεύσεις όσων τους υπηρετούν, γνωρίζοντας ότι τα καλά βιβλία δεν έχουν ημερομηνία λήξης. Γνωρίζουν επίσης οι καλοί αναγνώστες ότι ένα καλό βιβλίο που δεν διαβάστηκε, γιατί πλακώθηκε από τον όγκο της ελαφρογραφίας, δεν είναι απλώς ένα εμπορικά αποτυχημένο βιβλίο. Είναι μια δυνατότητα χαράς που χάσαμε το ξεδίπλωμά της.

Εδώ η κριτική εγρήγορση θα μπορούσε να παίξει σημαντικό ρόλο ξεχωρίζοντας τα αξιανάγνωστα από τον σωρό. Για να συμβεί όμως αυτό χρειάζεται να προηγηθεί η σαφής διάκριση των διαφημιστικών χώρων από εκείνους της κριτικής αποτίμησης.

Και τότε ίσως πάψει να μας θορυβεί υποκριτικά η ύπαρξη βιβλίων μιας (ή καμιάς) χρήσεως και θα μας απασχολήσει ότι όλο και λιγοστεύουν τα βιβλία που αξίζει να υπερασπιστούμε τη θέση τους στις βιβλιοθήκες μας (και στις ζωές μας).

Πριν από πολλά χρόνια, στην ερώτηση αν φοβάμαι ότι το βιβλίο θα εξαφανιστεί από την εξάπλωση των νέων τεχνολογιών είχα απαντήσει βιαστικά «όχι», θεωρώντας άστοχη τη σύγκριση. «Τι σχέση έχει ο έρωτας με το ξεφύλλισμα πορνοπεριοδικών;» είχα αναρωτηθεί ρητορικά ποντάροντας στον έρωτα. Το ίδιο θα απαντούσα και σήμερα, αλλά στον λογαριασμό θα έβαζα και τον πολλαπλασιασμό των ανέραστων.

Ο κ. Θεόδωρος Παντούλας είναι συγγραφέας.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Προσωπικότητες στην ''Κ'': Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ