Ένα βασικό στοιχείο που χαρακτηρίζει την κυπριακή πολιτική μετά το 2000 είναι η αυξανόμενη εμφάνιση νέων κομμάτων σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 και εξής, σχεδόν κάθε βουλευτική ή ευρωπαϊκή εκλογή συνοδεύεται από την είσοδο νέων πολιτικών δρώντων που επιχειρούν να διεκδικήσουν χώρο στο εκλογικό πεδίο. Αν και πολλοί από αυτούς δεν καταφέρνουν να αποκτήσουν σημαντική εκλογική επιρροή, η συχνότητα εμφάνισής τους αποτελεί ένδειξη αυξανόμενου κομματικού κατακερματισμού και μεγαλύτερης εκλογικής ρευστότητας, που σηματοδοτούν ότι το κομματικό σύστημα βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο αλλαγής. Ενώ το 2001, οκτώ πολιτικά κόμματα έλαβαν μέρος στις βουλευτικές εκλογές, ο αριθμός αυτός σήμερα είναι στα δεκαέξι περίπου κόμματα, ενώ πάνω από είκοσιπέντε κόμματα είναι συνολικά εγγεγραμμένα με τη δυνατότητα εκλογικής καθόδου.
Το πλαίσιο εμφάνισης νέων κομμάτων
Η αύξηση του αριθμού των κομμάτων συνδέεται τόσο με κοινωνικές αλλαγές όσο και με την απογοήτευση μέρους των πολιτών από το παραδοσιακό πολιτικό προσωπικό. Ενώ οι νέοι κομματικοί δρώντες ενισχύουν την εκλογική ρευστότητα, σημαντικό ρόλο στην ίδια την ανάδυσή τους παίζει και η αποδυνάμωση των παραδοσιακών κοινωνικών διαιρέσεων. Στο παρελθόν πολλοί ψηφοφόροι ψήφιζαν με βάση κοινωνικές ταυτότητες, όπως η τάξη, η θρησκεία ή η ιδεολογία. Με την κοινωνική και οικονομική μεταβολή αυτών των δομών, οι δεσμοί μεταξύ κοινωνικών ομάδων και κομμάτων εξασθενούν, γεγονός που αυξάνει την πιθανότητα εκλογικών μετακινήσεων.
Η άμβλυνση των κοινωνικό-οικονομικών ανισοτήτων και οι πολλαπλές μορφές τους μπορούν επίσης να ενισχύσουν την εκλογική ρευστότητα με διάφορους τρόπους. Πρώτον, οι πολίτες που ανήκουν σε κοινωνικά ή οικονομικά περιθωριοποιημένες ομάδες συχνά εμφανίζουν χαμηλότερα επίπεδα εμπιστοσύνης προς τους πολιτικούς θεσμούς. Όταν τα παραδοσιακά κόμματα θεωρούνται ανίκανα να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα των ανισοτήτων, οι ψηφοφόροι μπορεί να μετακινηθούν προς νέες πολιτικές επιλογές ή να αλλάξουν συχνά προτίμηση μεταξύ εκλογών.
Δεύτερον, οι οικονομικές κρίσεις και η αύξηση της ανισότητας μπορούν να δημιουργήσουν ή να οξύνουν προϋπάρχουσα πολιτική δυσαρέσκεια, η οποία συχνά εκφράζεται μέσω ψήφου διαμαρτυρίας ή μέσω στήριξης σε νέους πολιτικούς δρώντες. Αυτό το φαινόμενο έχει παρατηρηθεί σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες μετά την οικονομική κρίση της δεκαετίας του 2010. Επιπρόσθετα, οι ανισότητες μπορούν να οδηγήσουν σε πολιτική πόλωση, γεγονός που ευνοεί την εμφάνιση κομμάτων που απευθύνονται σε συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες ή πολιτισμικές ταυτότητες.
Ιδιαίτερα στις εκλογές του 2021 —οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν ως αποκορύφωμα μιας σταδιακά αναδυόμενης κρίσης δημοκρατικής αντιπροσώπευσης— κατέστη εμφανές ένα σημαντικό κενό εκπροσώπησης στο κομματικό σύστημα. Η εξέλιξη αυτή συντελέστηκε από σημαντική μείωση της εκλογικής επιρροής των τεσσάρων παραδοσιακών κομμάτων που επί δεκαετίες αποτελούσαν τους βασικούς πυλώνες του κυπριακού κομματικού συστήματος και μιας σχετικά συναινετικής μορφής δημοκρατικής διακυβέρνησης. Παράλληλα, καταγράφηκε αύξηση της αποχής, σημαντική αποδυνάμωση της κομματικής ταύτισης και χαμηλότερα επίπεδα κοινωνικής νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος.
Αυτό το κενό εκπροσώπησης επιχειρούν να καλύψουν νέοι κομματικοί δρώντες. Κινήσεις όπως το Volt Cyprus, το Άλμα Πολιτών και η Άμεση Δημοκρατία, για να πάρουμε τα τρία ισχυρότερα νέα κόμματα, βάσει δημοσκοπήσεων, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της νέας δυναμικής. Οι σχηματισμοί αυτοί εμφανίζονται σε μια περίοδο όπου η εμπιστοσύνη προς τα παραδοσιακά κόμματα και τους πολιτειακούς θεσμούς έχει κλονιστεί, ενώ παράλληλα νέες μορφές πολιτικής συμμετοχής αναπτύσσονται μέσα από ψηφιακά δίκτυα και πλατφόρμες.
Οι οργανωτικές δομές αυτών των σχηματισμών διαφοροποιούνται σε σχέση με τα παραδοσιακά κόμματα. Τα ιστορικά κόμματα της Κύπρου έχουν αναπτυχθεί μέσα από ισχυρούς κομματικούς μηχανισμούς, ιεραρχικές δομές και εκτεταμένα δίκτυα τοπικών οργανώσεων. Αντίθετα, πολλοί από τους νέους πολιτικούς σχηματισμούς επιδιώκουν πιο οριζόντιες μορφές οργάνωσης, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στη συμμετοχή των μελών και στη λήψη αποφάσεων μέσω ψηφιακών διαδικασιών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι αποφάσεις λαμβάνονται μέσα από διαδικτυακές ψηφοφορίες ή ανοιχτές συνελεύσεις, με στόχο να ενισχυθεί η διαφάνεια και η συμμετοχικότητα.
Σημαντικό ρόλο στην άνοδο των νέων αυτών κινημάτων παίζουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τα social media έχουν μετατραπεί σε βασικό εργαλείο πολιτικής κινητοποίησης, προεκλογικής εκστρατείας και επικοινωνίας με τους πολίτες. Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά κόμματα που βασίζονταν κυρίως σε οργανωμένα κομματικά δίκτυα και στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης, οι νέοι πολιτικοί σχηματισμοί αξιοποιούν έντονα πλατφόρμες όπως το Facebook, το Instagram και το X για να προσεγγίσουν ψηφοφόρους. Μέσω αυτών των μέσων μπορούν να διαδώσουν γρήγορα τις θέσεις τους, να οργανώσουν εκδηλώσεις και να δημιουργήσουν κοινότητες υποστηρικτών χωρίς την ανάγκη μεγάλων οικονομικών πόρων. Η ψηφιακή επικοινωνία συμβάλλει έτσι στη μείωση του κόστους πολιτικής οργάνωσης και διευκολύνει την είσοδο νέων δρώντων στο πολιτικό σύστημα.
Τούτη η ευκολία αλλά και το έρεισμα που έχουν πλέον οι ψηφιακές πολιτικές παρεμβάσεις έχουν ήδη μετακυλήσει και στα παραδοσιακά κόμματα, έτσι ώστε πλέον όλα τα βασικά τους πρόσωπα να συμμετέχουν σε πόντκαστ, να προβάλλουν σύντομα και περιεκτικά βίντεο και ευρύτερα να κινητοποιούνται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προβάλλοντας επίσης νέα πολιτικά στελέχη.
Άμεση Δημοκρατία, Άλμα και Volt
Η Άμεση Δημοκρατία διαφοροποιείται από τα περισσότερα κόμματα ως προς τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη λειτουργία της δημοκρατικής διαδικασίας. Ο βασικός ιδεολογικός της πυρήνας επικεντρώνεται στην ενίσχυση της συμμετοχής των πολιτών στη λήψη πολιτικών αποφάσεων, μέσα από εργαλεία όπως η συχνότερη χρήση δημοψηφισμάτων, η δυνατότητα πολιτών να προτείνουν νομοθετικές πρωτοβουλίες και η αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων συμμετοχικής διακυβέρνησης. Οι θέσεις αυτές δεν εντάσσονται εύκολα στο παραδοσιακό δίπολο αριστεράς–δεξιάς, αλλά σχετίζονται περισσότερο με μια θεσμική αντίληψη για τη διεύρυνση της δημοκρατικής συμμετοχής.
Οι ψηφοφόροι της Άμεσης Δημοκρατίας προέρχονται κυρίως από νεότερες ηλικιακές ομάδες, είναι ιδιαίτερα ενεργοί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε σημαντικό βαθμό δεν είχαν ισχυρούς δεσμούς με κάποιο κόμμα στο παρελθόν. Η ψήφος προς τον Φειδία ερμηνεύεται συχνά ως ψήφος διαμαρτυρίας ή “αντισυστημική” ψήφος, ενώ μέρος των υποστηρικτών του προέρχεται από πολίτες που συνήθως απέχουν από τις εκλογές. Ενώ η πολιτική δυναμική γύρω από τον Φειδία φαίνεται να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε μια πολιτικο-πολιτισμική διαίρεση μεταξύ «insiders» και «outsiders» του πολιτικού συστήματος, στην Άμεση Δημοκρατία ίσως να υποβόσκει παράλληλα και μια ταξική διάσταση, εφόσον ένα ουσιαστικό μέρος των υποψηφίων της φαίνεται να προέρχονται από μικρομεσαία και χαμηλά κοινωνικά στρώματα.
Το εκλογικό ακροατήριο του Φειδία είναι ετερογενές, δεν προέρχεται αποκλειστικά από έναν συγκεκριμένο ιδεολογικό χώρο, αλλά περιλαμβάνει ψηφοφόρους από διαφορετικές πολιτικές κατευθύνσεις. Αυτό δείχνει ότι η στήριξη προς τον Φειδία δεν βασίστηκε σε μια συνεκτική ιδεολογική πλατφόρμα αλλά σε μια πιο χαλαρή και προσωποκεντρική μορφή πολιτικής υποστήριξης.
Βάσει των δεδομένων που υπάρχουν, πολλοί από τους ψηφοφόρους του Φειδία δεν έχουν ισχυρή πολιτική αυτοπεποίθηση ως προς την κατανόηση της πολιτικής, δεν συμμετέχουν συστηματικά στην παραδοσιακή πολιτική διαδικασία, δεν έχουν σταθερή κομματική ταύτιση και ενημερώνονται περισσότερο από ψηφιακά μέσα και social media παρά από παραδοσιακές πολιτικές πηγές. Για ψηφοφόρους με χαμηλότερη πολιτική αποτελεσματικότητα, δηλαδή περιορισμένη ικανότητα να κατανοούν πολυσύνθετα ζητήματα πολιτικής, η πολιτική μέσω ενός οικείου διαδικτυακού προσώπου μπορεί να φαίνεται πιο προσιτή, η συμμετοχή γίνεται πιο «απλή» και λιγότερο θεσμική, ενώ η ψήφος μπορεί να λειτουργεί ως συμβολική αντίδραση στο πολιτικό κατεστημένο.
Το Άλμα Πολιτών εμφανίζεται ιδεολογικά ως ένας σχηματισμός που κινείται στον χώρο του κεντρώου μεταρρυθμισμού. Η πολιτική του ρητορική εστιάζει στην ανάγκη θεσμικών αλλαγών, στη βελτίωση της λειτουργίας του κράτους και στην ενίσχυση της διαφάνειας. Το κόμμα προβάλλει θέσεις που συνδυάζουν στοιχεία οικονομικού εκσυγχρονισμού με κοινωνική ευαισθησία, επιδιώκοντας να τοποθετηθεί ανάμεσα στις παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές της δεξιάς και της αριστεράς. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται επίσης στην καταπολέμηση της διαφθοράς και στην ενίσχυση της αξιοκρατίας στους θεσμούς του κράτους.
Δημοσκοπικά δεδομένα δείχνουν ότι οι ψηφοφόροι του Άλματος προέρχονται από ένα ευρύ ιδεολογικό φάσμα, από διαφορετικά προϋπάρχοντα κόμματα, γεγονός που υποδηλώνει ότι το Άλμα λειτουργεί ως πόλος συγκέντρωσης ψηφοφόρων που είναι δυσαρεστημένοι με τα παραδοσιακά κόμματα αλλά εξακολουθούν να ενδιαφέρονται για ζητήματα δημόσιας πολιτικής, όπως η διαφθορά, η οικονομία και το Κυπριακό. Το εκλογικό του ακροατήριο χαρακτηρίζεται συνεπώς από μεγαλύτερη πολιτική ετερογένεια και λιγότερο έντονη προσωποκεντρική κινητοποίηση σε σύγκριση με την περίπτωση του Φειδία.
Το Volt Cyprus αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου πανευρωπαϊκού πολιτικού κινήματος και η ιδεολογική του τοποθέτηση συνδέεται κυρίως με τον προοδευτικό φιλελευθερισμό και τον ευρωπαϊκό φεντεραλισμό, όμως με κεντροδεξιά ως επί το πλείστο ερείσματα σε θέματα οικονομίας και εξωτερικής πολιτικής. Το κόμμα δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, στην ενίσχυση των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη διαμόρφωση κοινών ευρωπαϊκών πολιτικών σε τομείς όπως η οικονομία, το περιβάλλον και η ψηφιακή διακυβέρνηση. Παράλληλα, προβάλλει θέσεις που συνδέονται με την πράσινη ανάπτυξη, την κοινωνική δικαιοσύνη και την προώθηση των δικαιωμάτων των πολιτών.
Οι ψηφοφόροι του Volt Cyprus φαίνεται να αποτελούν μια σχετικά συγκεκριμένη κοινωνική και πολιτική ομάδα. Πρόκειται συχνά για νεότερους και περισσότερο μορφωμένους ψηφοφόρους και στελέχη, με ισχυρό υπόβαθρο στον πολιτικό ακτιβισμό και επαναπροσεγγιστικό προσανατολισμό στο Κυπριακό. Σε αντίθεση με την ετερογένεια που παρατηρείται στο Άλμα ή την προσωποκεντρική κινητοποίηση γύρω από τον Φειδία, το εκλογικό ακροατήριο του Volt εμφανίζει μεγαλύτερη ιδεολογική συνοχή, αν και παραμένει σχετικά περιορισμένο σε μέγεθος.
Συνολικά, οι τρεις αυτές περιπτώσεις αποτυπώνουν διαφορετικούς τρόπους πολιτικής κινητοποίησης στο σύγχρονο κυπριακό κομματικό σύστημα: την προσωποκεντρική κινητοποίηση μέσω των κοινωνικών δικτύων, τη συγκέντρωση διακομματικής δυσαρέσκειας και τη δημιουργία νέων προγραμματικών πολιτικών χώρων με ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Παρόλα ταύτα, ένα κοινό στοιχείο που μπορεί να παρατηρηθεί σε αρκετούς από αυτούς τους νέους πολιτικούς σχηματισμούς είναι η προσπάθεια υπέρβασης των παραδοσιακών ιδεολογικών διαχωρισμών. Πολλά από τα νέα κόμματα και κινήματα αποφεύγουν να αυτοτοποθετηθούν αυστηρά στην κλίμακα αριστεράς–δεξιάς και προτιμούν να προβάλλουν συγκεκριμένες πολιτικές προτεραιότητες, όπως η διαφάνεια, η συμμετοχή των πολιτών, η βιώσιμη ανάπτυξη ή η θεσμική μεταρρύθμιση.
Αναλογίες και προεκτάσεις
Η εμφάνιση αυτών των κομμάτων στην Κύπρο μπορεί να ερμηνευθεί ως ετεροχρονισμένη αντανάκλαση μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής τάσης, κατά την οποία νέοι πολιτικοί σχηματισμοί επιχειρούν να αμφισβητήσουν τις καθιερωμένες μορφές κομματικής οργάνωσης και να επαναπροσδιορίσουν τις γραμμές πολιτικού ανταγωνισμού.
Το Άλμα Πολιτών μπορεί να συγκριθεί με μια κατηγορία κομμάτων που εμφανίστηκαν σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες μετά την οικονομική κρίση και βασίζονται κυρίως σε ρητορική κατά της διαφθοράς και υπέρ θεσμικών μεταρρυθμίσεων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τo Union Save Romania (Ρουμανία), το Ciudadanos (Ισπανία) και το ΑΝΟ (Τσεχία).
Η Άμεση Δημοκρατία συνδέεται με μια άλλη κατηγορία κομμάτων που εμφανίστηκαν στην Ευρώπη την τελευταία δεκαετία: τα κόμματα που προωθούν νέες μορφές δημοκρατικής συμμετοχής και άμεσης δημοκρατίας. Τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το Five Star Movement (Ιταλία) και το Pirate Party Germany και τα αντίστοιχα κόμματα Πειρατών στην Ευρώπη, ή το Free Bloc στην Τσεχία και άλλα πολιτικά κινήματα, που δημιουργήθηκαν από ‘YouTuber politics,’ παρόλο που κάποια από αυτά έχουν πιο ευκρινές ιδεολογικό πρόσημο από άλλα.
Το Volt αποτελεί ένα από τα πρώτα κόμματα που δημιουργήθηκαν σε ευρωπαϊκό επίπεδο και στη συνέχεια επεκτάθηκαν σε εθνικά πολιτικά συστήματα, κάτι που το διαφοροποιεί από τα παραδοσιακά κόμματα που ξεκινούν σε εθνικό επίπεδο και μετά συνεργάζονται στην Ευρώπη. Ωστόσο, στο επίπεδο του κομματικού ανταγωνισμού, παρόμοια κόμματα με το Volt εμφανίστηκαν σε αρκετές χώρες, όπως το Volt Netherlands (Ολλανδία), το NEOS – The New Austria and Liberal Forum (Αυστρία) και το La République En Marche! (Γαλλία).
Παρά τις ιδεολογικές διαφορές μεταξύ τους, οι νέοι πολιτικοί σχηματισμοί μοιράζονται συχνά μια κοινή επιδίωξη: να παρουσιαστούν ως εναλλακτική επιλογή απέναντι στο παραδοσιακό κομματικό σύστημα, κάνοντας επίκληση σε κινηματική νοοτροπία. Ωστόσο, σε αρκετές περιπτώσεις τα κόμματα αυτά εμφανίζονται έντονα σε μία ή δύο εκλογικές αναμετρήσεις και στη συνέχεια είτε αποδυναμώνονται είτε απορροφώνται από άλλους πολιτικούς σχηματισμούς. Κάποια άλλα κανονικοποιούνται έτσι ώστε να καθίστανται πλέον πανομοιότυπα σε χαρακτήρα και κινητοποίηση με τα παραδοσιακά κόμματα ή και βιώνουν τη φθορά που προκύπτει ως αποτέλεσμα της τριβής τους με τις δύσκολες αποφάσεις της εξουσίας.
Επομένως, παραμένει ανοικτό το ερώτημα κατά πόσο οι νέοι αυτοί δρώντες θα κατορθώσουν να εδραιωθούν μακροπρόθεσμα στο πολιτικό σύστημα. Η επιτυχία αυτής της προσπάθειας εξαρτάται από το κατά πόσο θα καταφέρουν να μετατρέψουν τις ιδεολογικές τους θέσεις σε συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις και να διαμορφώσουν σταθερές κοινωνικές βάσεις υποστήριξης. Αυτά με τη σειρά τους συνδέονται με την ικανότητα οργάνωσης, την παρουσία ή όχι χαρισματικών ηγετών και τη γενικότερη τους επιτυχία ή αποτυχία να εκφράσουν κοινωνικές ομάδες που αισθάνονται ότι δεν εκπροσωπούνται από τα μεγάλα κόμματα.
Βέβαια, το κυπριακό κομματικό σύστημα έχει στο παρελθόν δει την εμφάνιση πολλών νέων, μικρών κομμάτων ή κινήσεων που δεν κατάφεραν να αποκτήσουν μακροχρόνια παρουσία. Παραταύτα, η παρουσία των νέων κομμάτων των επικείμενων βουλευτικών εκλογών έχει ήδη συμβάλει στη μεγαλύτερη ρευστότητα και πολυπλοκότητα του κυπριακού κομματικού συστήματος. Από τους νέους δρώντες, επηρεάζεται τόσο η μορφή και η σταθερότητα του συστήματος —μέσω της αύξησης του πολιτικού κατακερματισμού και των συνεπειών του—, όσο και οι μηχανισμοί λειτουργίας του, μέσω νέων μορφών εκλογικού ανταγωνισμού, συνεργασιών και πολιτικής κινητοποίησης.
Μετά τις εκλογές και εν τη απουσία συγκεκριμένων προγραμματικών θέσεων ή ιδεολογικής συνοχής σε κάποιους δρώντες που είναι πολύ πιθανόν να εισέλθουν στο κοινοβούλιο, η νομοθετική διαδικασία, οι συστρατεύσεις και οι αντιμαχίες μεταξύ των κοινοβουλευτικών κομμάτων για νομοσχέδια και προτάσεις νόμου ενδεχομένως να γίνουν πιο συγκρουσιακές και παρατεταμένες. Νέες αποφάσεις θα πρέπει να παρθούν σύντομα. Τα παραδοσιακά κόμματα θα πρέπει να υιοθετήσουν μια ευκρινή στάση απέναντι στους νεοεισερχόμενους δρώντες, ενώ τα νέα κόμματα θα πρέπει να αποφασίσουν τη συνέπεια των συμμαχιών τους και κατά πόσο θα ασκήσουν σκληρό αντιπολιτευτικό ρόλο ή μια πιο εποικοδομητική στάση.
Σε τελική ανάλυση, η εμφάνιση των νέων κομματικών δρώντων δεν αποτελεί απλώς μια πρόσκαιρη εκλογική ιδιαιτερότητα αλλά ενδεχομένως ένδειξη βαθύτερου μετασχηματισμού του κυπριακού κομματικού συστήματος. Όπως συμβαίνει συχνά στις δημοκρατίες που βρίσκονται σε φάση αναδιάταξης, η είσοδος νέων πολιτικών σχηματισμών λειτουργεί ταυτόχρονα ως σύμπτωμα κρίσης και ως μηχανισμός ανανέωσης. Το μέλλον τους θα κριθεί στο γνώριμο πεδίο όπου συναντώνται η πολιτική και η οργάνωση: εκεί όπου οι ιδέες πρέπει τελικά να επιβιώσουν πέρα από τον ενθουσιασμό της στιγμής.
*Ο Γιώργος Χαραλάμπους είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.














