Γράφει ο Νικόλας Καρύδης*
Οι κυβερνήσεις πάντοτε χρησιμοποιούσαν τη δημόσια ραδιοτηλεόραση για να χειραγωγούν την κοινή γνώμη. Η ανάπτυξη της ιδιωτικής ραδιοτηλεόρασης στα τέλη του περασμένου αιώνα εξισορρόπησε την κατάσταση δημιουργώντας ένα πιο πλουραλιστικό τοπίο, όχι μόνο στις ειδήσεις αλλά και σε όλο το φάσμα της τηλεοπτικής και ραδιοφωνικής παραγωγής. Η ανακατάταξη λειτούργησε προσωρινά, αλλά καθώς τα ιδιωτικά μέσα συσσώρευαν περισσότερη δύναμη, άρχισαν εκείνα να κατευθύνουν την ειδησεογραφική ατζέντα με τρόπους που δεν ήταν πάντα προς το δημόσιο συμφέρον.
Συχνά το έκαναν σε συμπαιγνία με τις κυβερνήσεις της εποχής, οι οποίες με τα χρόνια πείστηκαν να αποχρηματοδοτήσουν και να περιθωριοποιήσουν τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, με αντάλλαγμα την πολιτική υποστήριξη των κερδοσκοπικών ραδιοτηλεοπτικών φορέων. Η δημόσια ραδιοτηλεόραση πάλευε να συμβαδίσει με τους εταιρικούς γίγαντες που καταβρόχθιζαν τα πάντα στο πέρασμά τους, εξυπηρετώντας το κεφάλαιο, ασκώντας πίεση στις κυβερνήσεις και τεντώνοντας τη λογική της αγοράς στα όριά της. Το κοινό διασκέδαζε με το φθηνότερο θέαμα που προσφερόταν και κατάπιε την ειδησεογραφική ομοιογένεια που διαμόρφωσε το νέο τοπίο. Με τον καιρό η εμπιστοσύνη του όμως άρχισε να διαβρώνεται.
Στη συνέχεια ήρθε το διαδίκτυο και οι επιγραμμικές πλατφόρμες ανέλαβαν τις ροές διαχείρισης ειδήσεων επιβάλλοντας το μούδιασμα του συλλογικού μυαλού της κοινωνίας. Η δύναμη της ραδιοτηλεόρασης – της δημόσιας, αλλά τώρα πλέον και της ιδιωτικής - συρρικνώθηκε.
Οι ολιγάρχες της τεχνολογίας και όχι οι ιδιοκτήτες τηλεοπτικών καναλιών, απέκτησαν τον έλεγχο του παιχνιδιού, επιμελούμενοι αλγοριθμικά την ειδησεογραφία, συμπεριλαμβανομένης αυτής που παράγεται από τη ραδιοτηλεόραση, η οποία αναγκάστηκε να μετοικήσει και η ίδια στις πλατφόρμες για να συμμετάσχει στον ψηφιακό οχετό. Η «διαχείριση» που ασκούσαν κάποτε οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς και αργότερα ανέλαβαν τα ιδιωτικά εταιρικά μέσα ενημέρωσης, έπεσε στα χέρια ανεύθυνων διαδικτυακών πλατφόρμων τα οποία, χωρίς νομική ρύθμιση, θέτουν πλέον σε κίνδυνο τη δημοκρατική διαδικασία.
Η δημόσια ραδιοτηλεόραση μάλιστα κατέστη τόσο ασήμαντη που όταν ο Ντόναλντ Τραμπ επέστρεψε στην εξουσία πέρσι, δεν προσπάθησε καν να την «κατακτήσει» όπως θα αναμενόταν από αυταρχικό ηγέτη που σέβεται τον εαυτό του. Επέλεξε αντ' αυτού να διακόψει τη χρηματοδότηση από τη δημόσια ραδιοτηλεόραση και τελικά να την κλείσει θεωρώντας την σπατάλη δημόσιων πόρων κυρίως επειδή στο μυαλό του αποτελούσε το επίκεντρο του είδους της φιλελεύθερης σκέψης που το κίνημα MAGA θέλει να φιμώσει.
Ο Τραμπ αναζήτησε και εξασφάλισε την δουλοπρέπεια μιας πολύ πρόθυμης, όπως αποδείχθηκε, τεχνολογικής ολιγαρχίας. Ως αποτέλεσμα, τον περασμένο μήνα, μετά από 60 χρόνια ύπαρξης, ο μη κερδοσκοπικός δημόσιος οργανισμός που ήταν υπεύθυνος για την ετήσια κατανομή 500 εκ. δολαρίων σε δημόσιους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς στις ΗΠΑ αυτοδιαλύθηκε μετά τις περικοπές στην ομοσπονδιακή χρηματοδότηση.
Τα πράγματα μπορεί να μην είναι τόσο άσχημα στην Ευρώπη, ακόμα. Τα δημόσια μέσα ενημέρωσης παραμένουν κρίσιμα για τη δημόσια σφαίρα, τις ποιοτικές ειδήσεις και την πρόσβαση σε ακριβή και αμερόληπτη πληροφόρηση (φυσικά είναι καλύτερα στη Σουηδία και τη Δανία, λιγότερο στην Ουγγαρία και τη Ρουμανία). Το κλίμα όμως αλλάζει. Υποβοηθούμενοι από το αποτελεσματικό αλλά ακόμα υποτιμημένο κατεστημένο παραπληροφόρησης της Ρωσίας, τσαρλατάνοι όπως ο Farage στη Βρετανία επιτίθενται στο BBC ως «εχθρό» και αυταρχικοί όπως ο Όρμπαν αξιοποιούν την ουγγρική δημόσια ραδιοτηλεόραση ως εργαλείο προπαγάνδας.
Ήρθε γι’ αυτό η στιγμή να υπενθυμιστεί στο κοινό μια θεμελιώδης αλλά εντελώς ξεχασμένη έννοια: Τα δημόσια μέσα ενημέρωσης ανήκουν στο δημόσιο. Είναι εκεί για να υπηρετούν τους πολίτες. Όχι το κράτος, όχι τις κυβερνήσεις και σίγουρα όχι τις ορέξεις επίδοξων δικτατορίσκων. Σε αντίθεση με τα εμπορικά μέσα, και σίγουρα σε αντίθεση με τις επιβλαβείς διαδικτυακές πλατφόρμες, τα δημόσια μέσα έχουν την εντολή – την υποχρέωση – να προσφέρουν περιεχόμενο που στηρίζει τον πολιτικό πλουραλισμό και την κοινωνική συνοχή. Σε ένα πλαίσιο όπου η εμπιστοσύνη του κοινού στις ειδήσεις έχει διαλυθεί, τα δημόσια μέσα ενημέρωσης οφείλουν να προσφέρουν σοβαρή και ισορροπημένη δημοσιογραφία, να αντιμετωπίζουν την παραπληροφόρηση και να εκπροσωπούν τις φωνές των μειονοτήτων.
Αλλά για να δουλέψει το εγχείρημα, πρέπει όλοι να απαλλαγούμε από τη νοοτροπία που αντιμετωπίζει τα δημόσια μέσα ως οικονομικό βάρος και να τα αντικρίσουμε ως κρίσιμο θεσμό με ουσιαστικό ρόλο στην προστασία της δημοκρατίας. Σε αρκετές πολιτείες των ΗΠΑ, η περικοπή της χρηματοδότησης των δημόσιων μέσων από τον Τραμπ έχει οδηγήσει σε αυξημένες δωρεές πολιτών για τη διάσωσή τους, ένα κίνημα που περιγράφεται ως «δωρεές οργής» [rage giving]. Αποτελεί ένα ενδιαφέρον μήνυμα.
Στην Κύπρο, η εκάστοτε κυβέρνηση ασκεί έλεγχο στη δημόσια ραδιοτηλεόραση διορίζοντας το διοικητικό συμβούλιο του ΡΙΚ. Αλλά είναι τα πολιτικά κόμματα – μέσω της έγκρισης του ετήσιου προϋπολογισμού στη Βουλή - που εκμεταλλεύονται την εξουσία τους με απαιτήσεις - ειδικά στην ειδησεογραφική κάλυψη. Είναι ένα παιχνίδι που πρέπει να λήξει.
Το ΡΙΚ, το οποίο ομολογουμένως μαστίζεται από μακροχρόνιες διοικητικές αδυναμίες, θα πρέπει να μεταρρυθμιστεί με τρόπο που θα του επιτραπεί να εκπληρώσει τον κρίσιμο ρόλο του. Ο προϋπολογισμός του τμήματος ειδήσεων θα πρέπει να ενισχυθεί ουσιαστικά για να αναβαθμιστεί το newsroom του και να προσφερθεί στους δημοσιογράφους του η δυνατότητα συνεχούς επανεκπαίδευσης την οποία στερήθηκαν μέσα από χρόνια περικοπών. Σε μια εποχή διείσδυσης της τεχνητής νοημοσύνης στα ειδησεογραφικά μέσα, συχνά εις βάρος της ποιοτικής δημοσιογραφίας, το ΡΙΚ θα πρέπει να ενισχυθεί για να το αντιμετωπίσει δεοντολογικά, ενισχύοντας μάλιστα την ΄"ανθρώπινη" δημοσιογραφία. Θα πρέπει επίσης να αποκτήσει κεντρικό ρόλο στην προώθηση του μιντιακού γραμματισμού στη χώρα.
Παρά τα προβλήματα του, οι Κύπριοι εξακολουθούν να τρέφουν μια ιδιαίτερη συμπάθεια προς το ΡΙΚ για τον ρόλο του στην καταγραφή της ταραγμένης σύγχρονης ιστορίας της χώρας. Ωστόσο, κυρίως λόγω της δολιοφθοράς από κερδοσκοπικά ραδιοτηλεοπτικά μέσα μέσα από τα χρόνια και μιας κουλτούρας υποτίμησης αντί της ενίσχυσης των δημόσιων θεσμών, η εικόνα του έχει πληγεί. Αυτό μπορεί να αντιστραφεί εάν το κοινό ενστερνιστεί την ιδέα ότι το ΡΙΚ είναι δικό του. Είναι μια ιδέα που πρέπει πρώτα να αφομοιωθεί από το ίδιο το κυπριακό πολιτικό κατεστημένο του οποίου τα ένστικτα, δυστυχώς, παραμένουν προσκολλημένα στον περιορισμό αντί στη στήριξη της συντακτικής ανεξαρτησίας.
Ο Νικόλας Καρύδης είναι Διευθυντής του Ινστιτούτου Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης
















