ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Η ΕΛΑΣ, η Ελλάς και το πατίνι

«Το έθνος είμαστε [ε]μείς». Το άρθρο αυτό που δημοσιεύθηκε στον «Ριζοσπάστη» λίγο πριν από τη δικτατορία Μεταξά συμπυκνώνει ένα από τα πιο επιτυχημένα rebranding του 20ού αιώνα. Το κομμουνιστικό κίνημα είχε γεννηθεί μέσα από την αντιπαράθεση με την εθνική ιδεολογία. Το 1935, υπό την πίεση της ανόδου του φασισμού, προχώρησε σε μια ριζική αναθεώρηση: τη ριζοσπαστική εννοιολόγηση του «έθνους», που με τη σειρά της συνοδευόταν από την υπεράσπιση της δημοκρατίας και τη συμμετοχή σε αντιφασιστικές κυβερνήσεις. Η πολιτική αυτή, η πολιτική του Λαϊκού Μετώπου, καθόρισε την εμφάνιση των ευρωπαϊκών αντιστασιακών κινημάτων που έφεραν στις σημαίες τους τον στόχο της εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης. Η ελληνική περίπτωση επιβεβαιώνει το γενικό σχήμα: Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο και Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός.

Υπό αυτήν την οπτική, ο Αλέξης Τσίπρας δεν έκανε κάτι παράδοξο. Η ομιλία του και η περίφημη πλέον ΕΛΑΣ παραπέμπουν σε αυτήν ακριβώς την παράδοση· μια παράδοση που συνδέθηκε με τις πιο επιτυχημένες εκδοχές της ελληνικής Αριστεράς στην πολιτική ζωή της χώρας. Η ΕΔΑ και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν ποτέ επαναστατικά κόμματα. Η επιτυχία τους βασίστηκε στο ότι σε στιγμές κρίσης συνάρθρωσαν την επιδίωξη ριζικών κοινωνικών μεταρρυθμίσεων με την αίσθηση ανάκτησης της εθνικής κυριαρχίας και της συνομιλίας με το «όλον» του λαού. Δεν έχει σημασία εδώ να εξετάσουμε αν το έκαναν όντως ή να διακρίνουμε τις αντιφάσεις που παρήγαγε αυτή η συνομιλία. Το κύριο είναι να κατανοήσουμε τη δυναμική του φαινομένου. Η Αριστερά ιστορικά διεκδίκησε έμπρακτα την ελληνική σημαία και η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία τής αναγνώρισε το δικαίωμα αυτό. Ηταν, θεωρητικά, η επίλυση της κύριας διαιρετικής τομής –γύρω από το ποιος ανήκει και ποιος δεν ανήκει στο «έθνος»– που σφράγισε τον ελληνικό 20ό αιώνα.

Οι όροι της δημόσιας συζήτησης μετά την εκδήλωση στο Θησείο, όμως, φανερώνουν ότι τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα. Το όνομα του νέου κόμματος ενεργοποίησε εξαρτημένα αντανακλαστικά τόσο στην Αριστερά όσο και στη Δεξιά. Στον χώρο της πρώτης, οι ενστάσεις για την πολιτική του Τσίπρα κατέληξαν στην καταγγελία της ιεροσυλίας. Ειλικρινά απόρησα όταν ένας έξυπνος συνομιλητής μου με ρώτησε αν νιώθω ότι με «προσβάλλει» το όνομα του νέου κόμματος. Υπάρχει μια δομική αντίφαση εδώ: άνθρωποι που υπερασπίζονται τη διαρκή επανανοηματοδότηση των συμβόλων μέσα από συγχρονικά περιεχόμενα –από τον ροζ χρωματισμό της ελληνικής σημαίας μέχρι το να χορεύουμε γυμνοί με φόντο την Ακρόπολη– ξαφνικά εξανίστανται με το παιχνίδισμα γύρω από τον ΕΛΑΣ. Κάθε πράξη επανοικειοποίησης του παρελθόντος είναι ανοιχτή, προφανώς, στην κριτική. Η προκαταβολική οριοθέτηση του χώρου του «ιερού» όμως είναι άλλο πράγμα: πούρος συντηρητισμός.

Η απάντηση της Δεξιάς κινήθηκε, με άλλο περιεχόμενο, σε ανάλογες ράγες: στην επιστροφή σε παρωχημένα ιστορικά σχήματα. Εδώ, το υπονοούμενο εξέφρασε με τον πιο ρητό τρόπο ο Αγγελος Συρίγος σχολιάζοντας την εκδήλωση στο Θησείο: «Επειδή άκουσα τον κ. Τσίπρα να αναφέρεται σε μια σειρά από πρόσωπα τα οποία είναι από ένα χρονικό σημείο και μετά, από πού ξεκινάει το ελληνικό έθνος;». Είμαστε μεγάλα παιδιά. Η ερώτηση αυτή αντλεί από ένα παρελθοντικό οπλοστάσιο όπου η Αριστερά όφειλε να απολογηθεί για τη σχέση της με την εθνική ιδεολογία. Σίγουρα, κανείς στην κυβερνητική παράταξη δεν θα το απαιτήσει αυτό ευθέως. Την ίδια στιγμή, όμως, το 2015-2019 η αντιπολιτευτική τακτική της εμπεριείχε την κατηγορία του «αντεθνικού», με πιο εμφατικό παράδειγμα αυτό του Μακεδονικού. Αυτός ο, υπόρρητος, ψόγος επιστρατεύτηκε στη συνέχεια για να απονομιμοποιήσει την κριτική σε πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης – όπως τα φαραωνικά εξοπλιστικά προγράμματα. Φωνές στη Δεξιά, σήμερα, σπεύδουν να επισείσουν τον κίνδυνο που εκπροσωπεί το νέο κόμμα Τσίπρα μέσα από αναφορές σε «διχασμούς» και «εμφυλίους».

Δεν πρόκειται για πολιτική συζήτηση. Πρόκειται για θόρυβο. Θόρυβο που μεταθέτει το πλαίσιο της αντιπαράθεσης μακριά από τον πυρήνα της. Η Ελλάδα του 2026 δεν είναι δέσμια μιας «εθνικής» κρίσης. Είναι δέσμια πρωτίστως μιας κοινωνικής κρίσης. Αυτή είναι που παράγει διαχωριστικές γραμμές. Αν ο Αλέξης Τσίπρας συνεχίσει να εσωτερικεύει την κατηγορία που εκτοξεύει η Δεξιά εις βάρος του και εγκλωβιστεί στην προσπάθεια να αποδείξει ότι δεν είναι (αντεθνικός) ελέφαντας –όπως μαρτυρεί, για παράδειγμα, η επιμονή στην πατριωτική εισφορά αντί της επιθετικής φορολόγησης του πλούτου– δύσκολα θα πετύχει. Η ενδεχόμενη επιτυχία του έγκειται στο κατά πόσο θα μεταθέσει το πεδίο της σύγκρουσης στο «κοινωνικό», καθιστώντας τη Δεξιά υπόλογη για πολύ χειροπιαστά δεδομένα: το κόστος ζωής, τα ενοίκια, τους όρους εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, τον παραλογισμό όπου το 10% του πληθυσμού συγκεντρώνει το 50% του πλούτου. «Το αριστερό μου αφεντικό πατίνι με έχει κάνει», ήταν ένα παλιό αναρχικό σύνθημα «και ύστερα μου λέει ότι φταίνε οι Αμερικάνοι». Στην υπερβολή του, είχε ένα point. Ολοι Ελληνες είμαστε. Και το 2026 η κοινωνική κρίση δεν είναι αποτέλεσμα ενός εξωτερικού καταναγκασμού, όπως στην εποχή των μνημονίων. Η ανισότητα προκύπτει από εγχώριες πολιτικές επιλογές και αυτό που μας διαχωρίζει σήμερα δεν είναι η σχέση μας με το έθνος, αλλά το ύψος του μισθού μας, τα προνόμια που απολαμβάνουμε και οι προοπτικές που ανοίγονται μπροστά μας.

*Ο κ. Κωστής Καρπόζηλος είναι επίκουρος καθηγητής Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Προσωπικότητες στην ''Κ'': Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ