
Μιχάλης Μιχαηλίδης
Αυτοί που αναγνωρίζουν την αξία και τη γοητεία της αυθεντικότητας, έχουν σίγουρα λόγω ύπαρξης. Οι υπόλοιποι είναι απλώς κακέκτυπα, συνήθως με σύντομη ημερομηνία λήξης.
Αν πάρουμε ως παράδειγμα τις ψαροταβέρνες στο νησί, λίγες είναι αυτές που τις χαρακτηρίζει η αυθεντικότητα, είτε μιλάμε για το φαγητό, είτε για τη διακόσμηση, είτε για τη φιλοσοφία γενικότερα. Η πλαστική καρέκλα, η mass production φιλοσοφία, οι βιομηχανοποιημένες αλοιφές, η προκάτ πατάτα και η αδιάφορη τσιπούρα που έρχεται ως «επιστέγασμα» ενός υπερτιμημένου μεζέ και μιας υπερτιμημένης εξόδου γενικότερα, είναι στοιχεία που καταμαρτυρούν ότι η αυθεντικότητα είναι μια άγνωστη έννοια για πολλούς στην κυπριακή εστίαση. Λες και δεν έχουμε αναφορές από αντίστοιχες ταβέρνες στη νησιώτικη Ελλάδα, όπου δυο-τρία πιάτα με ψάρι και θαλασσινά, μια σαλάτα, δυο αλοιφές και ένα τσίπουρο, είναι ικανά να μας κάνουν να παραμιλάμε για καιρό με την εμπειρία μας.
Πολύ πρόσφατα βρέθηκα μαζί με δύο συναδέλφους στο Πελέντρι, για ένα γύρισμα στο Οινοποιείο Τσιάκκας. Χωρίς καμιά δόση υπερβολής, έχω να πω ότι εντυπωσιάστηκα από τον χώρο, πόσο ζεστός και φιλόξενος είναι! Η θέα στους ιδιόκτητους αμπελώνες, οι πολύ ατμοσφαιρικοί εσωτερικοί χώροι, η πέτρα της Μαδαρής με την οποία είναι κτισμένο ένα μεγάλο μέρος του οινοποιείου, ακόμα και η μουσική που σε καλωσορίζει με το που φτάνεις στον χώρο στάθμευσης, σου δημιουργούν μια αίσθηση οικειότητας από τα πρώτα κιόλας λεπτά της επίσκεψής σου.
Παρκάρουμε λοιπόν, παίρνουμε επ’ ώμου φώτα, κάμερες και τριπόδια, και λίγη ώρα αργότερα είμαστε ήδη στον πύργο του οινοποιείου, σε ένα μεγάλο μοναστηριακό τραπέζι, και συζητάμε για τις ανάγκες μιας συνέντευξης με τον κύριο Κώστα Τσιάκκα. Μεταξύ άλλων ωραίων μάς λέει για την αυθεντικότητα που πρέπει απαραίτητα να έχει οτιδήποτε με το οποίο καταπιανόμαστε. Με το πέρας της συνέντευξης, γεμάτοι από μια ωραία κουβέντα όπου πρωταγωνιστής ήταν το κρασί, αλλά και γεμάτοι από τις μυρωδιές της Πιτσιλιάς και την πολύχρωμη παλέτα του χειμώνα, κατηφορίζουμε για Λευκωσία, μέσω Κακοπετριάς.
Κοντεύοντας στη Γαλάτα προτείνω να κάνουμε στάση στο Πρόβα Καφενές του Μάριου για κυπριακό και δάχτυλο, σκεφτόμενος πόσο μεγάλη δυναμική μπορούν να αποκτήσουν τρεις λέξεις γραμμένες πάνω σε ένα λευκό χαρτί (εννοώντας την πρόχειρα γραμμένη σημείωση «κυπριακός + δάχτυλο €2» που είναι τοποθετημένη πάνω στο τζάμι του καφενείου και η οποία έγινε viral στο διαδίκτυο). Φτάνοντας λοιπόν στο καφενείο, ξαφνικά βιώνουμε από πρώτο χέρι την αυθεντικότητα για την οποία μάς μίλησε λίγο πριν ο κύριος Τσιάκκας, μιας και ο Μάριος έδωσε ξανά ζωή με τον πιο ουσιαστικό τρόπο στον καφενέ που κτίστηκε στο πολύ μακρινό 1947, στον πυρήνα του χωριού και ο οποίος ήταν γνωστός ως ο Καφενές του Καμπανελλή.
Μπορεί λοιπόν το προηγούμενο μικρό διάστημα όλοι να συζητούσαν για τη σημείωση στο τζάμι που έβαλε μέχρι και στην τηλεόραση το καφενείο κατ’ επέκταση το χωριό, σίγουρα όμως η ουσία είναι άλλη και θα έλεγα πως έχει να κάνει με τη σημαντικότητα της ύπαρξης ενός τέτοιου αυθεντικού από κάθε άποψη χώρου σε μια μικρή τοπική κοινωνία. Το ξέρω γιατί το δικό μου χωριό ξεκίνησε να «μαραζώνει» πολύ περισσότερο όταν έκλεισε ο κεντρικός καφενές του. Ή τουλάχιστον αυτή την αίσθηση έχω κάθε φορά που επιστρέφω στον Πολύστυπο.
Ειδικά αν μιλάμε για την ύπαιθρο, οι αυθεντικοί χώροι εστίασης ήταν και είναι πάντα εξίσου σημαντικοί όσο και οι εκκλησίες θα τολμούσα να πω. Είναι οι χώροι επαναφόρτισης των ανθρώπων της τοπικής κοινωνίας, οι χώροι που δίνουν αφορμές σε απόδημους αλλά και απλούς ταξιδιώτες να επισκεφτούν ένα χωριό και να γνωρίσουν τους ανθρώπους του. Τη μέρα που πήγαμε σε αυτό το original καφενείο με τα πράσινα ξύλινα παράθυρα και τα χρωματιστά χειροποίητα μωσαϊκά τσιμεντοπλακάκια, απολαμβάνοντας καφέ και σιροπιαστό δάχτυλο, ανάμεσα σε ντόπιους, περαστικούς και μετανάστες που δουλεύουν στην περιοχή, θυμηθήκαμε εκ νέου πώς μοιάζει η απαράμιλλη γοητεία των αυθεντικών χώρων και των αυθεντικών ανθρώπων.
