ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Ο ερωτισμός της γραφής και της μνήμης

BIC, Parker και Montblanc, οι τρεις πένες που πρέπει να στολίζουν κάθε συλλογή

Του Παναγιώτη Διογένους

Του Παναγιώτη Διογένους

Πάντα πίστευα πως τα εικονικά πληκτρολόγια είναι για όποιον θέλει να πει τι ξέρει. Το στυλό, για αυτούς που ξέρουν τι θέλουν να πουν. Όταν οι λέξεις απαιτούν βάρος, το μελάνι ζητά χρόνο και πρόθεση. Η γραφή, φίλε αναγνώστη, είναι έκφραση διαχρονικότητας που αντιστέκεται στο χρόνο - σαν σεμεδάκι που έχει καλύψει τηλεοράσεις από “Urania” μέχρι Samsung 200 ιντσών. Και αυτήν υπηρετούν τρεις πένες: Η BIC, η Parker και η Montblanc.


Η λεπτή τέχνη της αυθυπαρξίας και της συνειδητής απλότητας, είναι κάτι που μόνο η BIC Cristal θα μπορούσε να μας διδάξει.

Κάτι μαγικό γεννιέται όταν μια “λαϊκά πολυτελής” BIC προσγειώνεται συνειδητά στο χέρι - και όχι επειδή ήταν η μόνη επιλογή στην κασετίνα της συναδέλφου απέναντι. Από μουντζουρο-εργαλείο σε αποθήκη, μέχρι έκθεμα διαχρονικότητας και design του ΜοΜΑ, η BIC δεν λείπει από καμία συλλογή. Ο ιστορικός της ρόλος την καθιστά εμβληματική· η “πανταχού παρουσία” της - αναπόφευκτη. Όταν, τη δεκαετία του ’50, ο Baron Marcel Bich μας δώρισε την BIC Cristal, δύσκολα φανταζόταν πως θα υπέγραφε από συμβόλαια μέχρι ραβασάκια πίσω από σουβλακόχαρτο. Φέρει την αφοπλιστική εμπιστοσύνη ενός λεπτού κορμιού και πυκνό, ελαιώδες μελάνι που στεγνώνει ακαριαία στο χαρτί, πριν προλάβει η σκέψη να μετανοήσει. Εξαιρετικά εύχρηστη, μα για πολλούς... απλή.


Για τα 25α γενέθλιά της, η BIC Cristal φοράει ασημένια πανοπλία και κοστίζει όσο ένα μηνιαίο ενοίκιο.

Στον “δύσκολο” συλλέκτη, που διστάζει μπροστά στην απλότητα του design της, προτείνω να εξερευνήσει τα 25th Anniversary μοντέλα της δεκαετίας του ’70. Ασήμι, χρυσό ή ξύλο, και σε περιορισμένα κομμάτια, διατηρούν την λεπτεπίλεπτη ταυτότητα της αναλλοίωτη. Προσοχή όμως - κοστίζει περισσότερο απ’ ό,τι γράφει. Σαν να ζητάς από σερβιτόρο το κρασί του σπιτιού - αλλά να είναι Petrus του ’82.

Εάν το χύμα κρασί σε ξενερώνει, και η διαφορά μεταξύ αριστερής και δεξιάς όχθης Bordeaux σε κάνει να ιδρώνεις, τότε σου έχω τη μέση λύση.

Το Chianti Classico της καλλιγραφικής μηχανουργίας - την Parker 51. Η εταιρία που έβαλε την τελεία στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, η Πάρκερ, παρουσιάζει μια πένα με blazer. Διατίθεται με nib ή ball point, αφήνοντας την επιλογή μεταξύ πρακτικότητας και χαρακτήρα κυριολεκτικά στο χέρι σου. Δεν εντυπωσιάζει με υπερβολές, αλλά κερδίζει τον σεβασμό με βρετανική εγκράτεια, αεροδυναμική φόρμα και καπάκι που κουμπώνει με ένα ήχο που αξίζει να συνοδεύει κάθε μεγάλη απόφαση, και μιλάει μόνο όταν έχει κάτι σημαντικό να πει.


Parker 51, η συνύπαρξη μιας αεροδυναμικής φόρμας, αριστοκρατικής εγκράτειας και λογοτεχνικής αριστοτεχνίας.

Στο χέρι είναι ελαφριά, ισορροπημένη και σταθερή. Η εμπειρία γραφής είναι στεγνή· καθαρή - σχεδόν λογοτεχνική - και, ναι, συγχωρεί. Το μελάνι ρέει με σταθερή, μα διακριτικά ευγενική αίσθηση δίνοντας υπογραφή στη γραφή σου χωρίς να εκθέτει τα λάθη σου. Ανάμεσα σε nib και ballpoint, η απόφαση είναι προσωπική. Το nib θα δώσει ταυτότητα –μα απαιτεί ρυθμό, πρόθεση και μια μικρή έμπνευση. Το ballpoint, αντιθέτως, δεν ζητάει τίποτα - απλώς δουλεύει. Σταθερά και στην ώρα του, μα όχι ακριβώς… ποιητικά. Με τιμή γύρω στα €70-100, μοιάζει με επένδυση: σαν ένα Chianti Classico, δεν προορίζεται για βιαστική κατανάλωση, η αξία βρίσκεται στην επίγευση.


Με σώμα και ράμφος που μου θυμίζουν το θρυλικό concorde, το αυθεντικό art-deco design της Parker 51, αποτελεί μέχρι σήμερα ένα διαχρονικά ευχάριστο διάλειμμα, ανάμεσα σε μια θάλασσα από όργανα γραφής με τυποποιημένα σχέδια./Μatthew Kendall.

Εάν η BIC είναι Prius του 2025 και η Parker C-Class, τότε η Montblanc δεν θα μπορούσε παρά να εμφανίζεται απαλά, σαν μια κλασσική Rolls-Royce Phantom. Με μια BIC κοιτάς τις λέξεις· με Πάρκερ, το στυλό· με την Montblanc, τον κάτοχο. Η Meisterstück πρωτοεμφανίζεται το 1924, και γίνεται συνώνυμη με μια μακριά και περήφανη γερμανική παράδοση. Δεν έχει την καθημερινή πρακτικότητα μιας Parker, ούτε τη χρηστική απλότητα μιας BIC · είναι σύμβολο κύρους.


Η λευκή κορυφή μιας Mont Blanc meisterstück, συνοδεύεται πάντα από μεγάλες υπογραφές και ακόμη μεγαλύτερες προσωπικότητες.

Κατά την άποψή μου, μόνο σε nib δικαιώνεται, ενώ έρχεται σε ballpoint, rollerball, και λοιπές εκδόσεις “για όλους”. Το ράμφος 14 ή 18 καρατιών, χορεύει στο χαρτί, άλλοτε σαν νήμα, άλλοτε σαν κορδέλα. Όσο γράφεις, σε μαθαίνει. Λυγίζει, κάμπτεται, θυμώνει, ησυχάζει - σαν μια ταλαντούχα παρτενέρ που σε αφήνει να αναδείξεις την προσωπικότητά σου. Το βάρος της στο χέρι, επιβεβαιώνει ότι κρατάς 23 γραμμάρια παράδοσης και δεξιοτεχνίας. Η λευκή κορυφή και οι χρυσές ή ασημένιες λεπτομέρειες που στεγάζουν το γυαλιστερό σώμα, θυμίζουν έμβλημα κάποιας Rolls-Royce που ευθυγραμμίζεται με τον ορίζοντα πίσω από το τζάμι. Για περίπου €400, αγοράζεις μια θέση στο τραπέζι των ανθρώπων που ξέρουν τι σημαίνει διαχρονικότητα, λεπτότητα και ουσία, μα πάνω απ’ όλα, την αθόρυβη βεβαιότητα ότι δεν χρειάζεται να εξηγείς τίποτα αφού το γούστο σου προηγείται της εποχής, και μιλά πριν από εσένα.


Η προσιτή χρηστικότητα των ball point και roller ball μοντέλων, αφήνουν πίσω την σχεδόν τελετουργική δραματικότητα μιας εκδοχής με nib - που πιο πολύ παραπέμπει σε πούρο, παρά εργαλείο γραφής.

Γι’ αυτό, μην τις βλέπεις απλώς ως εργαλεία. Γράψε με BIC για να σου θυμίσει την αξία της αμεσότητας και Parker για σκέψη με βάθος και μέτρο. Και όταν θελήσεις να κάνεις μια δήλωση – κράτα μια Montblanc. Μα όποιο το εργαλείο, αυτό που μετράει είναι η πρόθεση πίσω από τη λέξη. Η ανάγκη να αφήσεις πίσω κάτι που δεν σβήνεται εύκολα. Όχι από το χαρτί· αλλά από τη μνήμη.

Ένα αριστοκρατικά στολισμένο nib, που χορεύει στο χαρτί και διασφαλίζει ότι οι λέξεις που αποτυπώνει, δεν θα περάσουν απαρατήρητες.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Του Παναγιώτη Διογένους

Παναγιώτης Διογένους: Τελευταία Ενημέρωση