Η πολιτική σκηνή μοιάζει σήμερα να κινείται μέσα σε μια ιδιότυπη συνθήκη μετάβασης: σαν να αναζητεί νέες γλώσσες για να επικοινωνήσει με την κοινωνία, νέες μορφές να αυτοπροσδιοριστεί, νέους άξονες για να νοηματοδοτήσει την κοινή ζωή. Ωστόσο, κάτω από αυτή την επιφάνεια συνεχούς αναδιάταξης διακρίνεται μια πιο επίμονη αμηχανία: η αδυναμία των θεσμικών φορέων να εκφράσουν πολιτικά αυτό που η κοινωνία ήδη βιώνει. Δεν πρόκειται για απλή χρονική υστέρηση αλλά για μετατόπιση του ίδιου του εδάφους πάνω στο οποίο παλαιότερα χαράσσονταν οι πολιτικές και οι ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές. Το αποτέλεσμα είναι ένας πολίτης παρών, αλλά πολιτικά απροσδιόριστος· μία κοινωνία σε εξέλιξη, αλλά θεσμικά ασύλληπτη.
Η κρίση αυτή δεν είναι αποκλειστικά εκλογική· είναι κατ’ ουσίαν υπαρξιακή. Η πολιτική, που άλλοτε φιλοδοξούσε να συγκροτήσει έναν συνεκτικό συλλογικό σκοπό, έχει περιοριστεί σε ένα καθεστώς διαχείρισης της αβεβαιότητας. Ο πολίτης δεν συμμετέχει πλέον σε μια ιστορική αφήγηση με κατεύθυνση, αλλά σε έναν παρόντα χρόνο που επαναλαμβάνει τις μορφές του χωρίς να παράγει πραγματική μεταβολή. Οι εναλλαγές κομματικών επιλογών και οι μετατοπίσεις ρητορικής δεν μεταβάλλουν αυτή τη δομική αίσθηση στασιμότητας. Η μετάβαση από τη δημοκρατία της υπόσχεσης στη δημοκρατία της λειτουργικότητας είχε αθόρυβο χαρακτήρα, αλλά βαθύτατες συνέπειες.
Σε αυτό το πλαίσιο, η απόσταση μεταξύ πολιτικών μορφών και κοινωνικής εμπειρίας δεν μπορεί να εξηγηθεί επαρκώς ως έλλειψη προσαρμογής. Αποκαλύπτει μια εσωτερική τάση των κομμάτων, η οποία θυμίζει εκείνη τη φροϋδική ορμή προς θάνατο: όχι την επιθυμία καταστροφής, αλλά την έλξη προς την επανάληψη, προς την παλινδρόμηση σε ήδη γνωστά, αποδυναμωμένα σχήματα. Τα κόμματα επιλέγουν συχνά να αναπαράγουν τη δική τους ιστορική εικόνα αντί να διακινδυνεύσουν την ανανέωση. Καταφεύγουν σε παλιές ρητορικές ταυτότητες, σε οργανωτικά σχήματα που έχουν χάσει την ερμηνευτική τους ισχύ, σε συμβολικές οικονομίες που δεν αντιστοιχούν πλέον στις εμπειρίες των πολιτών. Η πολιτική ενέργεια, αντί να διοχετεύεται προς τα εμπρός, ανακυκλώνεται σε ένα κλειστό σύστημα αυτο-αναφοράς.
Η φροϋδική ορμή προς θάνατο προσφέρει εδώ μια ενδιαφέρουσα αναλυτική οπτική: η πολιτική οργάνωση, φοβούμενη την αβεβαιότητα του νέου, αναζητεί ασφάλεια στην επανάληψη, ακόμη και όταν αυτή η επανάληψη υπονομεύει τη δική της δυνατότητα ζωής. Η εμμονή σε φαντασιώσεις σταθερότητας λειτουργεί ως συλλογικός μηχανισμός άμυνας απέναντι στην κοινωνική επιτάχυνση. Όμως η επιτάχυνση είναι αδιάψευστη: η τεχνολογία, οι μορφές εργασίας, η επικοινωνία και η αυτοαντίληψη μετατοπίζουν διαρκώς τα όρια του κοινωνικού βίου. Η πολιτική, ωστόσο, συνεχίζει να λειτουργεί στο χρόνο των θεσμών, όχι στο χρόνο της κοινωνικής εμπειρίας.
Αυτό το χάσμα παράγει μια μορφή εσωτερικής διάσπασης: η κοινωνία προχωρά σε νέες μορφές πολιτικότητας (στους χώρους της τέχνης, της αλληλεγγύης, της διαδικτυακής συμμετοχής, της καθημερινής αυτοοργάνωσης) ενώ τα κόμματα παραμένουν εγκλωβισμένα στις δικές τους ιστορικές κατηγορίες. Η μετατόπιση της πολιτικότητας δεν είναι ένδειξη παραίτησης αλλά αναζήτησης νέων τρόπων βίωσης του συλλογικού. Η κοινωνία δεν είναι αποπολιτικοποιημένη· είναι ανεπαρκώς αντιπροσωπευμένη.
Η αποξένωση των κομμάτων από τον κοινωνικό ιστό δεν οφείλεται λοιπόν απλώς σε οργανωτικές δυσλειτουργίες. Συνιστά κρίση νοήματος. Τα κόμματα αδυνατούν να παράγουν ερμηνευτικά σχήματα ικανά να οργανώσουν το κοινό. Ενσωματωμένα σε εσωτερικούς κύκλους επανάληψης, αδυνατούν να συλλάβουν τις νέες μορφές πολιτικής ζωής που αναδύονται. Έτσι, παράγεται αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί πολιτική εντροπία: η σταδιακή φθορά της πολιτικής μορφής χωρίς θεαματική κατάρρευση, μια συνεχιζόμενη αποδυνάμωση της ικανότητάς της να συνδέει, να συμβολίζει, να εμπνέει.
Το πρόβλημα είναι συνεπώς θεμελιωδώς φαντασιακό. Η μορφή της πολιτικής δεν μπορεί να ανανεωθεί εάν δεν επανεξεταστούν οι κατηγορίες μέσα από τις οποίες νοεί τον εαυτό της. Η επιμονή στην επανάληψη των ίδιων σχημάτων λειτουργεί ως τμήμα της ορμής προς θάνατο: συντηρεί την αδράνεια, αποτρέπει τον μετασχηματισμό, ενισχύει την αυτοϋπονόμευση. Η πολιτική οργάνωση επιβιώνει θεσμικά, αλλά αποσύρεται συμβολικά από τη ζωή της κοινωνίας.
Καθώς η χώρα βαδίζει προς μία ακόμη εκλογική περίοδο, το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά μόνο την επιλογή προσώπων ή προγραμμάτων. Αφορά την αναδιατύπωση του ίδιου του νοήματος της πολιτικής κοινότητας. Τι σημαίνει να μοιράζεται κανείς όχι μόνο έναν τόπο αλλά και μια κοινή μοίρα; Τι σημαίνει να απαιτείται από την πολιτική όχι μόνο αποτελεσματικότητα αλλά και συμβολική συγκρότηση; Τι σημαίνει να διεκδικείται από τα κόμματα να εισέλθουν στο παρόν, αντί να αναζητούν καταφύγιο στο παρελθόν τους;
Αν υπάρχει ένας πραγματικός μετασχηματισμός που απαιτείται σήμερα, αυτός δεν αφορά την κοινωνία. Η κοινωνία ήδη μετασχηματίζεται. Αφορά την πολιτική: την ικανότητά της να εγκαταλείψει την επανάληψη και να αναμετρηθεί με το νέο. Να υπερβεί την ορμή προς θάνατο που την καθηλώνει. Να ξαναγίνει ο τόπος όπου το κοινό μπορεί να σκεφτεί τον εαυτό του. Να επιτρέψει στον πολίτη να πάψει να είναι απλός θεατής της αβεβαιότητας και να καταστεί συνδημιουργός του κοινού μέλλοντος.
Ο δρ Ευάγγελος Κωνσταντέλος είναι ειδικός επιστήμονας Ηθικής και Δεοντολογίας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου.

















