Γράφει ο Μιχαήλ Ζιγκάρ* / The New York Times
Στις αρχές του χρόνου, η ρωσική οικονομία υφίστατο σημαντική πίεση εξαιτίας του πολέμου και των κυρώσεων, με υποχώρηση των εσόδων, συρρίκνωση της βιομηχανικής παραγωγής και μείωση των εμπορικών συναλλαγών. Στα τέλη Ιανουαρίου, η Ρωσία αναγκάσθηκε να πουλήσει πετρέλαιο στην Ινδία έναντι 22 δολαρίων το βαρέλι, στο ένα τρίτο της τιμής της αγοράς. Παρότι ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν έγινε αποδέκτης τέτοιων παραπόνων από την αρχή του πολέμου, επέλεξε να τα αγνοήσει. Αξιωματούχοι και επιχειρηματίες συνειδητοποίησαν ότι ο πόλεμος ήταν η πρώτη του προτεραιότητα. Τον Φεβρουάριο όμως κάτι άλλαξε. Ο Πούτιν άρχισε ξαφνικά να ασχολείται με την οικονομία και τα προβλήματά της, ενώ υπήρξαν ακόμη και σημάδια για επικείμενη έξοδο από τη σύρραξη στην Ουκρανία.
Ο πόλεμος στο Ιράν άλλαξε όμως ριζικά τα δεδομένα. Η αύξηση των τιμών του πετρελαίου, οι δυτικές έριδες και η αμερικανική εξωτερική πολιτική έλυσαν τα χέρια του Πούτιν και απομάκρυναν την προοπτική ειρήνης στην Ουκρανία.
Τον Φεβρουάριο, ο Πούτιν έμοιαζε έτοιμος να αλλάξει τακτική και να ανανεώσει τη διαπραγματευτική ομάδα του. Ο Κιρίλ Ντμίτριεφ, απεσταλμένος του Κρεμλίνου χωρίς ουσιαστικές αρμοδιότητες, έμοιαζε έτοιμος να απολυθεί. Ο επικρατέστερος για να αναλάβει τη θέση του ήταν ο επικεφαλής του κρατικού ενεργειακού κολοσσού Rosneft, Ιγκόρ Σετσίν. Θεωρούμενος δεξί χέρι του Πούτιν, ο Σετσίν ήταν υπεύθυνος για τις σχέσεις Ρωσίας – Λατινικής Αμερικής και για τις ενεργειακές διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ.
Την ίδια στιγμή, φήμες άρχισαν να κυκλοφορούν για επικείμενο ανασχηματισμό της ρωσικής κυβέρνησης. Αν ο Πούτιν σκόπευε να καθίσει στο τραπέζι των συνομιλιών για την Ουκρανία, έπρεπε να απαλλαγεί από την παρούσα κυβέρνηση στη Μόσχα και από τον πρωθυπουργό Μιχαήλ Μισούστιν, που βρίσκεται σε δυσμένεια.
Δεν θα μάθουμε ποτέ όμως τι θα μπορούσε να έχει γίνει. Η εξόντωση του Αλί Χαμενεΐ στις 28 Φεβρουαρίου άλλαξε ριζικά τα δεδομένα. Την επόμενη μέρα, η τιμή του πετρελαίου εκτοξεύθηκε πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ η Ουάσιγκτον ήρε κυρώσεις που είχε επιβάλει στο ρωσικό πετρέλαιο. Η ζήτηση για ρωσικά λιπάσματα εκτινάχθηκε και έξαφνα τα οικονομικά προβλήματα της Ρωσίας έμοιαζαν να εξατμίζονται. Την ίδια ώρα, η διχόνοια μεταξύ των ΗΠΑ και των ΝΑΤΟϊκών συμμάχων τους ενισχύθηκε με την άρνησή τους να στείλουν ναυτικές δυνάμεις στα Στενά του Ορμούζ. Η στροφή της αμερικανικής προσοχής στη Μέση Ανατολή στέρησε όπλα και πυρομαχικά, που θα μπορούσαν να καταλήξουν στην Ουκρανία.
Το Κρεμλίνο θεωρεί ότι μια παρατεταμένη σύρραξη στο Ιράν μπορεί να υπονομεύσει τον πρόεδρο Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Για τη Μόσχα, κάθε υποχώρηση στο Ουκρανικό θα ήταν ανούσια στην παρούσα συγκυρία.
Τα κεφάλαια που εισρέουν αυτή τη στιγμή στη Ρωσία δεν αποτελούν όμως εγγύηση για αέναη χρηματοδότηση του πολέμου στην Ουκρανία. Αντίθετα, στενοί συνεργάτες του Πούτιν εκτιμούν ότι η παρούσα κατάσταση θα είναι προσωρινή. Τον Μάιο, ο πόλεμος στο Ιράν θα έχει λήξει και οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας θα τεθούν και πάλι σε ισχύ. Για την προβληματική ρωσική οικονομία δεν υπάρχει προοπτική μόνιμης σωτηρίας.
Το Κρεμλίνο βρίσκεται στο μεταξύ σε κατάσταση υστερίας ενόψει των βουλευτικών εκλογών στη Ρωσία το φθινόπωρο. Η κυβέρνηση απαγόρευσε το δίκτυο Telegram, τη δημοφιλέστερη πλατφόρμα στη χώρα, ενώ διακοπές στην παροχή Ιντερνετ είναι πια συνηθισμένες σε Μόσχα και Αγία Πετρούπολη. Η λαϊκή οργή έχει εξαπλωθεί σε πρωτόγνωρο βαθμό. Ο Πούτιν θα κληθεί τώρα να επιλέξει: να συμφωνήσει σε αποκλιμάκωση στην Ουκρανία ή να σφίξει εκ νέου τα λουριά, ενδεχομένως με νέα επιστράτευση. Παρότι είναι αδύνατο να προβλέψουμε την επόμενη κίνηση του Πούτιν, η συνέχιση του πολέμου των ΗΠΑ στο Ιράν θα παίξει σίγουρα καθοριστικό ρόλο.
* Ο κ. Μιχαήλ Ζιγκάρ είναι Ρώσος δημοσιογράφος.




























