ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

«Με τα μάτια» της Ερευνητικής ο ρόλος της Κεντρικής στα διαβατήρια

Όλες οι επενδύσεις έπρεπε να γίνονται μέσω κυπριακών τραπεζών που θεωρούνται «υπόχρεες οντότητες»

Kathimerini.com.cy

info@kathimerini.com.cy

Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (ΚΤΚ), ήταν και είναι η υπεύθυνη εποπτική αρχή για αριθμό οντοτήτων και πράξεων που είχαν άμεση και έμμεση σχέση με το κυπριακό επενδυτικό πρόγραμμα. Στην ενδιάμεση έκθεση της Ερευνητικής Επιτροπής των κατ’ εξαίρεση πολιτογραφήσεων αλλοδαπών επενδυτών και επιχειρηματιών αναφέρεται ρητά πως με δεδομένο ότι το ΚΕΠ ήταν ένα επενδυτικό πρόγραμμα το οποίο αποσκοπούσε στην εισροή κεφαλαίων από το εξωτερικό για σκοπούς διενέργειας επενδύσεων, ο περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμος του 2007 (Ν. 188(I)/2007) ο οποίος καθορίζει το θεσμικό πλαίσιο που διασφαλίζει ότι δεν θα χρησιμοποιούνται έσοδα από παράνομες δραστηριότητες για νόμιμους σκοπούς, ήταν απόλυτα σχετική νομοθεσία.

Η χρήση κεφαλαίων που προήλθαν από παράνομες δραστηριότητες για τη διενέργεια νόμιμων επενδύσεων, όπως για παράδειγμα η αγορά ακινήτων, μετοχών, ομολόγων και άλλων επιλέξιμων επενδύσεων του ΚΕΠ, θα είχε ως αποτέλεσμα τη νομιμοποίησή τους, κάτι που απαγορεύεται ρητά και είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

Όπως σημειώνεται στην έκθεση, οι Εποπτικές Αρχές, οι οποίες είναι επιφορτισμένες να διασφαλίσουν ότι εφαρμόζεται, ο περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμος του 2007 (Ν. 188(I)/2007), ο οποίος καθορίζει το θεσμικό πλαίσιο, το οποίο προνοεί ότι δεν θα χρησιμοποιούνται έσοδα από παράνομες δραστηριότητες, για νόμιμους σκοπούς είναι η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος, ο Σύνδεσμος Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου και ο Σύνδεσμος Κτηματομεσιτών Κύπρου. Στην επίμαχη ενδιάμεση έκθεση τονίζεται πως, παρά το γεγονός ότι έχει παρέλθει αρκετός χρόνος από την πολιτογράφηση των επενδυτών, θα πρέπει να ελεγχθεί από την εποπτική αρχή της (Κεντρική Τράπεζα), για το κατά πόσο διενήργησε το νενομισμένο έλεγχο δέουσας επιμέλειας, προκειμένου να εξακριβωθεί η προέλευση των κεφαλαίων, για τα οποία παρείχε βεβαίωση ότι κατατέθηκαν σε τραπεζικούς λογαριασμούς προς όφελος των επενδυτών, εκτός εάν διαπιστωθεί ότι δόθηκαν ψευδείς βεβαιώσεις για τις καταθέσεις.

Η κατάθεση του Διοικητή

O Διοικητής της Κεντρικής τράπεζας της Κύπρου, Κωνσταντίνος Ηροδότου, ο οποίος διατελεί Διοικητής της ΚΤΚ από 11 Απριλίου 2019, κατέθεσε ενόρκως ενώπιον της Επιτροπής στις 24 Φεβρουαρίου 2021. Σε ερώτηση της Επιτροπής αναφορικά με τα καθήκοντα και την μεθοδολογία που εφαρμόζει η ΚΤΚ στην εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων σε σχέση με τον περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο, ο κύριος Ηροδότου ανέφερε ότι βάσει του risk based approach η συχνότητα και η ένταση της εποπτείας βασίζεται ανάλογα των χαρακτηριστικών κινδύνου της υπόχρεης οντότητας.

Αναφορικά με τους ελέγχους που διενεργούσε η ΚΤΚ στο Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα ο διοικητής ανέφερε επανειλημμένα ότι η ΚΤΚ δεν ήταν μέρος του προγράμματος ούτε θεσμικά ούτε διαδικαστικά, ενώ για σκοπούς σύγκρισης ανέφερε ότι τα τραπεζικά εμβάσματα που σχετίζονται με το ΚΕΠ το 2018 αποτελούσε ποσοστό 1,64% σε σύνολο 56 δισεκατομμυρίων ευρώ, το 2019 1.55% από σύνολο 56 δισεκατομμυρίων ευρώ ενώ το 2020 0.88% σε σύνολο 47 δισεκατομμυρίων ευρώ. Σε κάθε περίπτωση ο κύριος Ηροδότου ανέφερε ότι έχουν γίνει δειγματοληπτικοί εποπτικοί έλεγχοι για τις περίοδούς 2008-2013 και 2014- 2020 τα αποτελέσματα των οποίων παρουσίασε στην Επιτροπή ενώ ανάφερε ότι τόσο τα client’ accounts των λογιστών και των δικηγόρων όσο και των developers κατατάσσονται στην κατηγορία High Risk για σκοπούς risk based approach.

Σε σχέση με τα άτομα που απασχολούνται στην Κεντρική Τράπεζα για σκοπούς άσκησης ελέγχου, o κύριος Ηροδότου ανέφερε ότι υπάρχουν 9 άτομα τα οποία διενεργούν πολύ καλής ποιότητας ελέγχους ενώ ανάφερε ότι δεν γίνεται χρήση εξωτερικών συμβούλων σήμερα, ως εκ τούτου δεν προκύπτει οποιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων.

Στην συνέχεια η Επιτροπή παρέθεσε ενώπιον του Διοικητή συγκεκριμένες υποθέσεις κατά τις οποίες οι Τράπεζες επέδειξαν υπέρμετρη καθυστέρηση να ενημερώσουν την ΜΟΚΑΣ για ύποπτες συναλλαγές επενδυτών για τις οποίες ο Διοικητής ξεκαθάρισε ότι εάν όντως οι Τράπεζες καθυστέρησαν να ενημερώσουν ως όφειλαν τότε συνίσταται παράβαση κάτι το οποίο θα πρέπει να ελέγχεται στον πλαίσιο των διενεργούμενων ελέγχων.

Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου

Σύμφωνα με την ενδιάμεση έκθεση, ο τέως Υπουργός Εσωτερικών κατέθεσε στην Ερευνητική Επιτροπή πως στο τέταρτο επενδυτικό πρόγραμμα (ημερ. 19.3.2014, Απόφαση Υπ. Συμβ. 76668) προστέθηκε μια σημαντική διαδικασία, «Ο όρος ότι, όλες οι χρηματοοικονομικές συναλλαγές που απαιτούνται για την πραγματοποίηση των επενδύσεων θα πρέπει να διενεργούνται μέσω των Κυπριακών Τραπεζών. Ο στόχος ήταν να διασφαλιστεί ότι όλα τα εισερχόμενα κεφάλαια καθώς και τα ενδιαφερόμενα μέρη περνούν τους ελέγχους για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες με βάση το Νόμο και τις σχετικές οδηγίες που εκδίδονται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Προκειμένου να διασφαλιστεί η εφαρμογή αυτής της διάταξης, οι αιτούντες ήταν υποχρεωμένοι να περιλαμβάνουν στην αίτηση τους αντίγραφα των εμβασμάτων των συναλλαγών. Η προσθήκη αυτή η οποία διατηρήθηκε και στα επόμενα προγράμματα ήταν η πιο σημαντική δικλείδα ασφαλείας και ελέγχου δέουσας επιμέλειας, αφού αυτή η προϋπόθεση του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος ήταν ευθυγραμμισμένη με τις αυστηρές πλέον σχετικές οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»

Δηλαδή από το 2014 και μετέπειτα, όλες οι επενδύσεις έπρεπε να γίνονται μέσω κυπριακών τραπεζών που θεωρούνται «υπόχρεες οντότητες» για σκοπούς του Νόμου 188(Ι)/2007 (ο περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμος του 2007) όσον αφορά τον έλεγχο της προέλευσης των χρημάτων. Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (ΚΤΚ), ως αναφέρεται στο Κεφάλαιο 4.9 ήταν και είναι η υπεύθυνη εποπτική αρχή για αριθμό οντοτήτων και πράξεων που είχαν άμεση και έμμεση σχέση με το κυπριακό επενδυτικό πρόγραμμα.

Η ΚΤΚ ασκεί όλες τις αρμοδιότητες που είναι αναγκαίες για την επίτευξη του εποπτικού ρόλου της, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε αρμοδιοτήτων που ασκούνται από κεντρική τράπεζα και των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της ΚΤΚ στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ).

Με δεδομένο ότι το ΚΕΠ ήταν ένα επενδυτικό πρόγραμμα το οποίο αποσκοπούσε στην εισροή κεφαλαίων από το εξωτερικό για σκοπούς διενέργειας επενδύσεων, ο περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμος του 2007 (Ν. 188(I)/2007) ο οποίος καθορίζει το θεσμικό πλαίσιο που διασφαλίζει ότι δεν θα χρησιμοποιούνται έσοδα από παράνομες δραστηριότητες για νόμιμους σκοπούς, ήταν απόλυτα σχετική νομοθεσία. Η χρήση κεφαλαίων που προήλθαν από παράνομες δραστηριότητες για τη διενέργεια νόμιμων επενδύσεων, όπως για παράδειγμα η αγορά ακινήτων, μετοχών, ομολόγων και άλλων επιλέξιμων επενδύσεων του ΚΕΠ, θα είχε ως αποτέλεσμα τη νομιμοποίησή τους, κάτι που απαγορεύεται ρητά και είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

Συγκεκριμένα σύμφωνα με το άρθρο 59(1)(α) των περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμων του 2007 έως 2016, η ΚΤΚ είναι η αρμόδια εποπτική Αρχή για την εφαρμογή των προνοιών της νομοθεσίας σε σχέση με χρηματοοικονομικές δραστηριότητες για τα πιστωτικά ιδρύματα (ΠΙ), τα ιδρύματα πληρωμών και τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος. Σχετικά, η ΚΤΚ εξέδωσε το Δεκέμβριο του 2013 την Οδηγία προς τα ΠΙ για την Παρεμπόδιση του Ξεπλύματος Παράνομου Χρήματος και Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας, η οποία αναφέρεται αναλυτικά στον τρόπο εφαρμογής των διατάξεων του Νόμου, καθώς επίσης και σειρά κατευθυντήριων γραμμών επί βασικών θεματικών ενοτήτων, όπως είναι οι διαδικασίες προσδιορισμού ταυτότητας και τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τους πελάτες, η συνεχής παρακολούθηση των λογαριασμών και των συναλλαγών, τα πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα, φορολογικά αδικήματα, τα οποία αποτελούν γενεσιουργό αδίκημα για σκοπούς ξεπλύματος παράνομου χρήματος και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και τα συστήματα διαχείρισης των κινδύνων που συνδέονται με το ξέπλυμα παράνομου χρήματος και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Τον Απρίλιο του 2016, η ΚΤΚ εξέδωσε τροποποίηση της Οδηγίας προς τα ΠΙ.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Kathimerini.com.cy

Οικονομία: Τελευταία Ενημέρωση