ΚΥΠΕ
Τέσσερα κυπριακά προϊόντα, η ζιβανία, το λουκούμι Γεροσκήπου, το γλυκό τριαντάφυλλο Αγρού και το ούζο - ως προστατευόμενο τόσο ως κυπριακό, όσο και ως ελληνικό προϊόν - είναι μεταξύ των δεκάδων εμβληματικών ευρωπαϊκών προϊόντων που κατοχυρώνονται στην εμπορική συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Αυστραλίας.
Συνολικά, η συμφωνία προβλέπει την προστασία 165 αγροδιατροφικών προϊόντων και 231 αλκοολούχων ποτών της Ε.Ε. στην αυστραλιανή αγορά, μεταξύ των οποίων και τα τέσσερα κυπριακά προϊόντα.
Ωστόσο, η προστασία δεν είναι ενιαία για όλα τα προϊόντα, καθώς η συμφωνία υιοθετεί διαφορετικά μοντέλα ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της αυστραλιανής αγοράς. Για ορισμένα προϊόντα, όπως το ούζο μετά από 7 χρόνια, και το τυρί Πεκορίνο Ρομάνο μετά από 5 χρόνια, προβλέπεται πλήρης προστασία μετά από μια σύντομη μεταβατική περίοδο, κατά την οποία οι αυστραλιανοί παραγωγοί θα πρέπει να σταματήσουν τη χρήση των σχετικών ονομασιών.
Σε άλλες περιπτώσεις, όπως η φέτα και η γαλλική gruyère, εφαρμόζεται το σύστημα περιορισμένης προστασία - grandfathering clause - που είχε εφαρμοστεί και στην συμφωνία ΕΕ - Καναδά (CETA) και το οποίο προβλέπει ότι οι παραγωγοί που χρησιμοποιούσαν ήδη τον όρο για τουλάχιστον πέντε χρόνια πριν από τη συμφωνία μπορούν να συνεχίσουν τη χρήση του, αλλά χωρίς να παραπέμπουν στην ευρωπαϊκή προέλευση και υπό αυστηρούς κανόνες επισήμανσης.
Ιδιαίτερη είναι και η περίπτωση του ιταλικού prosecco, όπου επιτυγχάνεται ένας συμβιβασμός. Η ονομασία προστατεύεται ως γεωγραφική ένδειξη, αλλά επιτρέπεται η χρήση της για την ποικιλία σταφυλιού στην Αυστραλία, ενώ οι εξαγωγές αυστραλιανού prosecco σε τρίτες χώρες θα σταματήσουν μετά από δεκαετή μεταβατική περίοδο.
Αντίστοιχα, στο πεδίο των τυριών, η συμφωνία διαχωρίζει σαφώς την προστατευόμενη ονομασία Parmigiano Reggiano από τον γενικό όρο παρμεζάνα, ο οποίος συνεχίζει να χρησιμοποιείται στην αυστραλιανή αγορά, αλλά χωρίς αναφορές στην Ιταλία, σύμβολα και γραμματοσειρές.
Όπως τόνισαν Ευρωπαίοι αξιωματούχοι που ενημέρωσαν τον Τύπο, η εμπορική Συμφωνία ΕΕ-Αυστραλίας επιτυγχάνει μια ισορροπία μεταξύ της ανάγκης προστασίας της ευρωπαϊκής γαστρονομικής κληρονομιάς και της πραγματικότητας μιας αγοράς όπου ορισμένες ονομασίες και δραστηριότητες έχουν καθιερωθεί, δεδομένου και του μεγάλου ποσοστού Ευρωπαίων μεταναστών που διαμένουν στην Αυστραλία εδώ και δεκαετίες.
Όπως σε κάθε τέτοιου χαρακτήρα συμφωνίες, επισημαίνεται ότι το τελικό αποτέλεσμα συνδυάζει διαφορετικά επίπεδα προστασίας και εργαλεία, την πλήρη προστασία, μεταβατικές περιόδους και δικαιώματα διατήρησης χρήσης, επιτρέποντας στην Ευρωπαϊκή Ένωση να διασφαλίσει την ταυτότητα των προϊόντων της χωρίς να διαταράξει απότομα την αυστραλιανή παραγωγή και αγορά.



























