ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Τα τουρκικά drones ήρθαν για να μείνουν

Οι πολλαπλές προκλήσεις για την Κυπριακή Δημοκρατία από την αναβάθμιση της βάσης στο κατεχόμενο Λευκόνοικο

Του Γιάννη Ιωάννου

Του Γιάννη Ιωάννου

Η δημόσια συζήτηση για τα τουρκικά drones και τη μόνιμη εγκατάστασή τους στην Κύπρο γίνεται συχνά υπό το βάρος υπερβολών, υπεραπλουστεύσεων ή, ακόμη χειρότερα, ενός συνδυασμού τους. Από το 1995, 26 χρόνια πριν, και την παρθενική στρατιωτική χρήση μη επανδρωμένου στρατιωτικού αεροσκάφους (UCAV) από τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις μέχρι την παρθενική πτήση του τουρκικού σχεδιασμού και κατασκευής ΤΒ2 «Bayraktar» το 2014, η Τουρκία προχώρησε με αλματώδεις ρυθμούς ως προς την ανάπτυξη, την επιχειρησιακή ενσωμάτωση (και την επιτυχή χρήση) και την εμπορική αξιοποίηση των drones. Μια δυναμική που συνεχίζεται ταυτίζοντας το «όπλο» με την τουρκική αναθεωρητική εξωτερική πολιτική και τις επιμέρους επιτυχίες της Άγκυρας στη στρατιωτική της εμπλοκή σε περιφερειακές συγκρούσεις, από τον Καύκασο μέχρι το Βόρειο Ιράκ και από τη Λιβύη μέχρι τη Συρία. Η συζήτηση για τα drones συχνά συνοδεύεται από μια θεωρητική συζήτηση για το αν έχουν αλλάξει το πεδίο των σύγχρονων μαχών και για το αν μελλοντικά θα καταστούν εργαλείο υπεροχής στα χέρια των κρατών που τα έχουν εντάξει επιτυχώς στο οπλοστάσιό τους έναντι κρατών που δεν ακολούθησαν την ίδια τάση. Στην περίπτωση της Τουρκίας, ωστόσο, η ανάπτυξη, η παραγωγή και η επιτυχής χρήση οπλισμένων drones δείχνει να αποτελεί μια δυναμική, η οποία ξεφεύγει από το αμιγώς στρατιωτικό κομμάτι, αποκτώντας χαρακτηριστικά ένταξης στη σύγχρονη εξωτερική της πολιτική.

Η έξυπνη τουρκική στρατηγική

Τα drones στην περίπτωση της Τουρκίας καταδεικνύουν, ιδίως μετά το 2010, μια οργανωμένη προσπάθεια της χώρας προκειμένου να κινηθεί σε τρεις στρατηγικούς άξονες: α) να αναπτύξει καινοτόμο στρατιωτική τεχνολογία στη λογική των ιδίων μέσων, β) να τα εντάξει οργανικά σε συμβατικού και μη συμβατικού τύπου στρατιωτικές επιχειρήσεις και γ) να προβάλλει με αυτά ισχύ σε διεθνές και περιφερειακό επίπεδο.

Η στρατηγική αυτή προσέγγιση πήρε σάρκα κι οστά μετά την περίοδο 2013-2014 με τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις να εντάσσουν τα δύο drones, τύπου ΤΑΙ «Αnka» και TB2 «Bayraktar», στο οπλοστάσιό τους. Η χρήση τους, σε επιχειρησιακό επίπεδο, δοκιμάστηκε σταδιακά στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης πολιτικής εθνικής ασφάλειας αλλά και σε περιφερειακές συγκρούσεις. Τουρκικά drones εξουδετέρωσαν αντάρτες του PKK, αντιμετώπισαν αποτελεσματικά συμβατικές ένοπλες δυνάμεις, όπως ο Συριακός Αραβικός Στρατός (SAA) και στα περιφερειακά θέατρα συγκρούσεων όπως ο εμφύλιος πόλεμος στην Λιβύη (2019-2020) και η πρόσφατη σύγκρουση στον Νότιο Καύκασο (πόλεμος Αρμενίας-Αζερμπαϊτζάν στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ), εξασφάλισαν πολλαπλά οφέλη για την κυβέρνηση του GNA στην Τρίπολη και τις ένοπλες δυνάμεις του Αζερμπαϊτζάν. Μια σταδιακή –κι επί του πεδίου της πολεμικής σύγκρουσης– διαδικασία Έρευνας και Ανάπτυξης (R&D) στην οποία η Τουρκία –και η τοπική της βιομηχανία– επένδυσε πόρους, ανθρώπινο δυναμικό, καινοτομία και μια καλά σχεδιασμένη και εκτελεσμένη στρατηγική από την οποία μείωσε τη διαδρομή κόστους-ωφέλειας, ανέδειξε τη σύγχρονη επιχειρησιακή και τακτική χρησιμότητα των drones και απέστειλε μηνύματα υπεροχής των τουρκικών drones έναντι ακριβότερων και πολυπλοκότερων οπλικών συστημάτων (π.χ. τα συστήματα ρωσικής αεράμυνας). Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε τεχνική και ακαδημαϊκή συζήτηση για τα drones σε διεθνές επίπεδο περιστρέφεται γύρω από τα «Bayraktar» –και τα διδάγματα από τη χρήση τους σε Συρία, Ιράκ, Λιβύη και Καύκασο.

Drones στο Λευκόνοικο


H αεροπορική βάση στο Λευκόνοικο, όπως φαίνεται από δορυφορική λήψη στην εφαρμογή Google Earth. Διακρίνονται η πίστα απογείωσης/προσγείωσης και οι εγκαταστάσεις φύλαξης των τουρκικών drones.

Η μεταφορά τουρκικών drones στην αεροπορική βάση στο κατεχόμενο Λευκόνοικο συνδέθηκε άρρηκτα, μετά τα τέλη του 2018, με τις έκνομες γεωτρήσεις της ΤΡΑΟ στην θαλάσσια περιοχή πέριξ της Κύπρου. Τουρκικά drones επέβλεψαν τις γεωτρητικές δραστηριότητες των «Φατίχ» και «Γιαβούζ», συλλέγοντας πληροφορίες ως προς τη ναυτική δραστηριότητα και τις κινήσεις ξένων πολεμικών στόλων εγγύς των παράνομων γεωτρήσεων. Ωστόσο, η αναβάθμιση της αεροπορικής βάσης στο Λευκόνοικο και η μόνιμη στάθμευση στάνταρντ αριθμού τουρκικών drones (σ.σ. κι ενόπλων) επί κυπριακού εδάφους –εξέλιξη που εκτός απροόπτου θα ανακοινώσει ο ίδιος ο Ερντογάν κατά την επίσκεψή του στα Κατεχόμενα στις 20 Ιουλίου– δείχνει να εξυπηρετεί ακόμη δύο στρατηγικούς άξονες: 1) μια συλλογική στρατηγική αντίληψη της Τουρκίας για πλήρη ένταξη του γεωγραφικού χώρου της Κύπρου στα πλαίσια του forward-basing posture (δόγμα προωθημένων βάσεων), το οποίο θα εξυπηρετεί την συλλογική άμυνα της Τουρκίας, την πτυχή των εγγυήσεων στο Κυπριακό, την επίδειξη ισχύος και το πολιτικό signalling και 2) την πρακτική εξισορρόπηση των αποτρεπτικών δυνατοτήτων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μια μελλοντική μόνιμη εγκατάσταση ενός αριθμού 5-10 drones στο Λευκόνοικο θα μπορούσε να καταστεί «game-changer» για τις ισορροπίες ισχύος στην Κύπρο δεδομένης και της πάγιας πολιτικής της Τουρκίας να εργαλειοποιεί τα drones ως στρατηγικό πλεονέκτημα στο πλαίσιο μιας νατοϊκής αντίληψης –ελέω Συρίας– λόγω και της ισχυρής αεροναυτικής παρουσίας των Ρώσων στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Η αντίληψη αυτή οδήγησε χώρες-κλειδιά του ΝΑΤΟ, όπως η Πολωνία, να αγοράσουν τουρκικά drones ενώ και χώρες όπως η Ουκρανία και ορισμένα κράτη της Βαλτικής απέκτησαν ή βρίσκονται στην τροχιά απόκτησης τουρκικών drones.

Νέα στρατηγική προσέγγιση

Tα μηνύματα που αποστέλλει η Τουρκία στο Κυπριακό δεν είναι ενθαρρυντικά για την συνέχεια. Και, φυσικά, εκτείνονται πέραν του πολιτικού συγκείμενου των δύο κρατών και στο επίπεδο του στρατιωτικού αποτυπώματος. Η στρατηγική αναβάθμιση της βάσης στο κατεχόμενο Λευκόνοικο μπορεί να μην αποτελεί το κατεξοχήν εφαλτήριο για επιχειρησιακή δράση των τουρκικών drones στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής (η Λιβύη και το Κατάρ ήδη εξυπηρετούν αντίστοιχους σκοπούς) αλλά εντάσσει αναπόφευκτα τον κυπριακό χώρο ως αναπόσπαστο μέρος μιας νέας στρατηγικής προσέγγισης από την Τουρκία, της οποίας τα drones αποτελούν το ποιοτικό στοιχείο. Ως στρατιωτικό μέσο με θεαματικά αποτελέσματα επί του πεδίου, ως εξαγώγιμο προϊόν υψηλής τεχνολογίας κι ως στοιχείο με πολλαπλές ψυχολογικές προεκτάσεις. Στην περίπτωση τόσο της Λιβύης όσο και του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, τα αντίστοιχα πυροβόλα... «δεν έκαναν στάχτη» τις αντίστοιχες, του Λευκόνοικου, βάσεις εξόρμησης.

Αντίμετρα, Εθνική Φρουρά και κουλτούρα

Στην περίπτωση της Κυπριακής Δημοκρατίας η πρόκληση της αντιμετώπισης της απειλής που απορρέει από τα τουρκικά drones οφείλει να απασχολήσει τους σχεδιαστές της πολιτικής όχι μόνον σε τεχνολογικό και αμυντικό επίπεδο, αλλά και ως προς τις στρατηγικές προσλήψεις της σύγχρονης αποτροπής, τις τεχνογνωσιακές πτυχές και την ανάπτυξη μιας σύγχρονης στρατηγικής κουλτούρας/τρόπου σκέψης. Οι νέες τεχνολογίες απαιτούν μια αντίληψη «έξυπνης άμυνας» (smart defence) στο πλαίσιο της οποίας θα γίνουν κατανοητά τα drones όχι μόνον ως απειλή αλλά και ως έννοια, στο πλαίσιο της ομαλής ένταξής τους στο κυπριακό οπλοστάσιο ή της ενεργητικής τους αντιμετώπισης μέσω αντιμέτρων ή ποιοτικής αναβάθμισης της κυπριακής αεράμυνας και των δυνατοτήτων ηλεκτρονικού πολέμου (EW). Η Κύπρος ενέταξε από το 2019 drones ισραηλινής παραγωγής (τύπου Aerostar TUAS της Aeronautics) για σκοπούς επιτήρησης της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και των χωρικών υδάτων (S&R, συλλογή πληροφοριών, καταγραφή των ροών της παράτυπης μετανάστευσης), ωστόσο δεν προχώρησε με την ανάπτυξη συμβατικών, επιχειρησιακών, δυνατοτήτων όπως η υποστήριξη επιχειρήσεων Παρακολούθησης και Αναγνώρισης Πληροφοριών (“Intelligence Surveillance and Reconnaissance”, ISR), π.χ., για το Πυροβολικό ή τις δυνάμεις Πεζικού της Ε.Φ. Η ουσιαστική αντιμετώπιση των εν δυνάμει απειλών από τα τουρκικά drones πρέπει να ειδωθεί με ανοικτό πνεύμα, χωρίς υπερβολές αλλά και χωρίς υποτίμηση του αποτελεσματικού τους ρόλου –πράγμα που διαφάνηκε στα θέατρα των συγκρούσεων όπου η Τουρκία ενεπλάκη μετά το 2016, διδάγματα που πρέπει να τύχουν εξειδικευμένης επεξεργασίας. Παράλληλα, θα μπορούσε να σταθεί και η αφορμή για την ουσιαστική, ποιοτική, αναβάθμιση της Εθνικής Φρουράς μιας και η ανάπτυξη κυπριακών drones ή αντίμετρων θα έδινε ώθηση για αμιγώς κυπριακές πρωτοβουλίες έρευνας κι ανάπτυξης. Ως προς το τελευταίο, όσο φιλόδοξο κι αν ακούγεται, η Κύπρος θα μπορούσε να αξιοποιήσει επί της ουσίας : α) την συμμετοχή της στη Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία της Ε.Ε. (PESCO) προκειμένου να αναπτύξει ουσιαστικές σχέσεις συνέργειας με ευρωπαϊκά κράτη που έχουν εντάξει, εδώ και χρόνια, τα drones στις ένοπλες δυνάμεις τους β) την περαιτέρω εμπλοκή της στο Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Βιομηχανικής Ανάπτυξης στον τομέα της Άμυνας (EDIDP) προκειμένου να αντλήσει πόρους και τεχνογνωσία και γ) μια ολοκληρωμένη πολιτική αξιοποίησης του έμψυχου δυναμικού της ΕΦ αλλά και τεχνοκρατών πολιτών εκτός αυτής για σκοπούς έρευνας κι ανάπτυξης (R&D) αντίμετρων καθώς και την δημιουργία μιας ολιστικής στρατηγικής αντιμετώπισής του τουρκικού “drones warfare”. Η μη ανάπτυξη δυνατοτήτων αποτελεσματικής αντιμετώπισης των τουρκικών drones από την Ε.Φ. τα επόμενα χρόνια όχι μόνον θα μεγάλωνε το χάσμα μεταξύ των στρατιωτικών ισορροπιών δυνάμεων στην Κύπρο, αλλά θα εμπέδωνε και την λογική εκείνη που συχνά υπαγορεύει πως η Ε.Φ. παραμένει προσκολλημένη σε μια «εξοπλιστική λογική» έναντι μιας αντίστοιχης που κάνει conceptualize τις σύγχρονες προκλήσεις επί του πεδίου.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Του Γιάννη Ιωάννου

Διπλωματία: Τελευταία Ενημέρωση