ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ
 

Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι απέναντι στον έρωτα

Ο Χάρης Αττώνης μιλάει για τον ρόλο του στο θεατρικό αναλόγιο «Τα βουνά και οι θάλασσες που μας χωρίζουν»

Του Απόστολου Κουρουπάκη

Του Απόστολου Κουρουπάκη

kouroupakisa@kathimerini.com.cy

Άραγε ο Ιωάννης Καποδίστριας ερωτεύτηκε όπως κάθε άνθρωπος ή το χρέος που θέλησε να αναλάβει δεν του άφηνε περιθώρια; Η Ρωξάνδρα Στούρτζα, κυρία επί των τιμών της αυτοκράτειρας της Ρωσίας, επιτρεπόταν να αφεθεί στη μαγεία του έρωτα και να ερωτευτεί όποιον ήθελε; Έζησαν έναν έρωτα πλατωνικά που έμελλε να μη συγκατατεθεί; Είναι μερικά ερωτήματα που μου γεννήθηκαν, όταν είδα ότι στο Πολιτιστικό Ίδρυμα Τράπεζας Κύπρου, στο πλαίσιο της σειράς «Στιγμές στο Μουσείο» ανεβαίνει το θεατρικό αναλόγιο «Τα βουνά και οι θάλασσες που μας χωρίζουν», σε σκηνοθεσία Αιμίλιου Χαραλαμπίδη, και τους Αστέρω Κυπριανού και Χάρη Αττώνη στους ομώνυμους ρόλους, με θέμα τη ρομαντική σχέση μεταξύ του Ιωάννη Καποδίστρια και της Ρωξάνδρας Στούρτζα, όπως αποτυπώνεται για πρώτη φορά στο βιβλίο της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ελένης Ε. Κούκου «Ιωάννης Καποδίστριας - Ρωξάνδρα Στούρτζα. Μια ανεκπλήρωτη αγάπη. Ιστορική Βιογραφία», από το οποίο αντλεί τη θεματογραφία του το θεατρικό αναλόγιο. Για τον ρόλο του μίλησε στη διαδικτυακή «Κ» ο ηθοποιός Χάρης Αττώνης, ο οποίος σημειώνει αυτό που φιλοδοξούμε να δείξουμε, μέσα από κομβικά και πυκνά κομμάτια αυτού του υλικού, είναι πρωτίστως η πορεία της σχέσης τους μέχρι και τον θλιβερό θάνατό τους, πλάι-πλάι με την πολιτική ανέλιξη του Καποδίστρια.


–«Τα βουνά και οι θάλασσες που μας χωρίζουν» τιτλοφορείται το αναλόγιό σας... πραγματικός, αλλά και συμβολικός τίτλος, τι θα δούμε;
–Τα συγκεκριμένα λόγια προέρχονται από μια επιστολή του Ιωάννη Καποδίστρια προς τη Ρωξάνδρα Στούρτζα. Η Αστέρω Κυπριανού είχε την ιδέα για ένα θεατρικό αναλόγιο, βασισμένο στη λιγότερο γνωστή πλευρά του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας και μαζί με τον Αιμίλιο Χαραλαμπίδη, βούτηξαν στον τεράστιο όγκο της επιστολογραφίας αυτών των δύο προσωπικοτήτων, μαζί με το προσωπικό ημερολόγιο της Ρωξάνδρας, καθώς και του αδελφού της, Αλέξανδρου. Αυτό που φιλοδοξούμε να δείξουμε, μέσα από κομβικά και πυκνά κομμάτια αυτού του υλικού, είναι πρωτίστως η πορεία της σχέσης τους μέχρι και τον θλιβερό θάνατό τους, πλάι-πλάι με την πολιτική ανέλιξη του Καποδίστρια. Μια ιστορία ανθρώπινη και οικουμενική, ειλικρινής και πολύπλοκη, όπως και η ίδια η ζωή.

Ένας έρωτας τόσο σιωπηλός και ταυτόχρονα τόσο ηχηρός, λέτε στο δελτίο Τύπου... μήπως είναι ηχηρός σε εμάς σήμερα;
–Δεν υπάρχει έρωτας που δεν είναι ηχηρός ακόμα και όταν αναγκάζεται να σωπάσει. Ειδικά τότε, αυτή η σιωπή μπορεί να είναι τόσο εκκωφαντική, που να οδηγεί τον πάσχοντα σε οριακές καταστάσεις παραλογισμού, μέθεξης, μελαγχολίας, αυτοκτονίας ή τρέλας. Για μια τέτοια περίπτωση έρωτα μιλάμε κι εδώ. Ειδικά για την πλευρά της Ρωξάνδρας, που ήταν αποφασισμένη να τα παίξει όλα ή τίποτα, να ακολουθήσει τον Ιωάννη στο μακρινό και φιλόδοξο ταξίδι του, μα εκείνος επέλεξε να την αφήσει πίσω μια και ήταν ταγμένος, όπως λέει ο ίδιος, στον μεγάλο σκοπό, στην πατρίδα του, την Ελλάδα. Είναι σίγουρα εντυπωσιακό στην εποχή μας να μιλάμε για «μυθιστορηματικούς» έρωτες. Πόσω μάλλον όταν ανήκουν στη σφαίρα του πραγματικού. Σε μια εποχή που για να λάβεις ένα μήνυμα μπορεί να έπαιρνε βδομάδες ή μήνες και να επισκεφθείς το αγαπημένο σου πρόσωπο απαιτούσε ταξίδι μεγάλο και συχνά δυσμενές και δαπανηρό, ενώ σήμερα επικοινωνούμε με κάθε δυνατό και άμεσο τρόπο με όποιον επιθυμούμε και η λαχτάρα της αντάμωσης εξαντλείται συχνά στο swipe left – swipe right, σε μια καρδούλα ή σε ένα block, σίγουρα μας φαντάζει ηχηρός ένας τέτοιος έρωτας. Γεμάτος αισθήματα και κραυγές αγωνίας, που οπωσδήποτε έγινε γνωστός στον περίγυρο και γι’ αυτό ώθησε τους δύο πρωταγωνιστές στις καθοριστικές και ίσως μοιραίες αποφάσεις για τις ζωές τους.

–Ποιο ήταν το πρώτο συναίσθημα που σας κατέκλυσε διαβάζοντας τις επιστολές;
–Μεγάλη έκπληξη, σίγουρα, παρέα με βαθιά συγκίνηση. Δεν γνώριζα σε βάθος αυτήν την πτυχή του Καποδίστρια και πραγματικά χάθηκα μέσα σε όλα αυτά τα λόγια που αντάλλαξαν αυτοί οι δύο άνθρωποι, πώς μπορεί να ένιωθαν, πόσο ίσως πληγώθηκαν. Όπως είπα και πιο πάνω, η απόσταση που τους χώριζε ήταν τεράστια και το ίδιο τεράστιες θα ήταν και οι σιωπές μέχρι να επικοινωνήσουν, να λάβουν επιστολή ή να ανταμώσουν. Ειδικά όσο υπήρχε η αβεβαιότητα για την πορεία της σχέσης τους αλλά και μετά, που δεν ήξεραν πότε, πού, πώς και αν θα ανταμώσουν ξανά. Οι άνθρωποι είναι έρμαια του χώρου και του χρόνου και μόνο τα συναισθήματα μπορούν να τους ενώσουν, τα ίδια που μπορούν την ίδια στιγμή και να τους συντρίψουν.

–Πώς στέκεστε υποκριτικά ενώπιον αυτών των πραγματικών χαρακτήρων, πώς τους προσεγγίσατε;
–Με αλήθεια και δέος, όπως συμβαίνει με κάθε χαρακτήρα στο θέατρο. Το ίδιο το κείμενο ξεδιπλώνει με γλαφυρό τρόπο τα συναισθήματα αυτών των χαρακτήρων. Το μόνο που είχαμε να κάνουμε ήταν να είμαστε ανοιχτοί και να τους ακούσουμε. Να γίνουμε φορείς του λόγου τους και να αφήσουμε τον κόσμο να αποφασίσει για το τι μπορεί να συνέβη μεταξύ τους. Για να μιλήσω για τον δικό μου ρόλο, κάθε φορά νιώθω πως με καλεί να βυθιστώ όλο και περισσότερο, να τον κατανοήσω, να τον συμπαθήσω. Να μη σταθώ απέναντί του αλλά ούτε και να τον θαυμάσω. Γιατί, τελικά, όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι απέναντι στον έρωτα. Εκτός κι αν αποφασίσουν ότι δεν θέλουν να είναι.

–Νιώσατε κατά τη διάρκεια των προβών ότι κοιτούσατε μέσα από μία κλειδαρότρυπα;
–Ναι, το ένιωσα. Κυρίως γιατί δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο αυτοί οι δύο άνθρωποι θα συναινούσαν να δημοσιευθεί η αλληλογραφία τους. Μα είναι μια τόσο όμορφη ιστορία, που θα μπορούσε να έχει γραφτεί από έναν μεγάλο ποιητή και να ανήκει στην ανθρωπότητα.

Η Αστέρω Κυπριανού, η οποία υποδύεται και τη Ρωξάνδρα, είχε την ιδέα για ένα θεατρικό αναλόγιο, βασισμένο στη λιγότερο γνωστή πλευρά του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας και μαζί με τον Αιμίλιο Χαραλαμπίδη, βούτηξαν στον τεράστιο όγκο της επιστολογραφίας αυτών των δύο προσωπικοτήτων. (Φωτ. Μιχάλης Δημητριάδης)

–Υπήρξαν δυσκολίες στον ρόλο σου;

–Η δυσκολία, αρχικά, ήταν ότι πρόκειται για μια υπαρκτή και τόσο σημαντική και γνωστή προσωπικότητα. Πώς μπορείς να προσεγγίσεις κάτι τόσο μεγάλο. Και παράλληλα κάτι που έχει μια όψη τόσο σπαραχτική, χωρίς να γίνεις μελό, αλλά συνάμα τόσο αποφασιστική και ηρωική, χωρίς να γίνεις γραφικός. Αλλά αυτά τα άκρα είναι που κάνουν αυτόν τον ρόλο τόσο ενδιαφέροντα και αυτές οι δυσκολίες είναι που ζωντανεύουν κάθε χαρακτήρα στη σκηνή.


«Ζούμε σε μια μετά τικ-τοκ εποχή»

–Η ρομαντική σχέση του Ιωάννη Καποδίστρια και της Ρωξάνδρας Στούρτζα... ένας έρωτας πλατωνικός, λόγια πολλά... πόσο αληθινός μπορεί να είναι;
–Θα ήταν τολμηρό να μαντέψω για το πόσο αληθινός θα μπορούσε να είναι ο έρωτας δύο ανθρώπων, ειδικά δύο ξένων ανθρώπων, ειδικά δύο ανθρώπων που έζησαν 200 χρόνια πριν, όταν συχνά δεν μπορώ να αντιληφθώ για τις προθέσεις του ατόμου που με αφορά προσωπικά, στη ζωή μου. Βάσει όμως όσων αναφέρονται στο έργο μας, θα μπορούσα να μαντέψω ότι η Ρωξάνδρα υπήρξε όντως ερωτευμένη με τον Ιωάννη. Μια γυναίκα νεαρή, χωρίς να έχει ταξιδέψει, χωρίς να γνωρίζει τι είναι ο κόσμος πέραν της οικογένειας και της πόλης που γεννήθηκε. Γνωρίζει έναν γοητευτικό, έξυπνο και κοσμογυρισμένο άνδρα, που μπορεί να την πάρει μαζί του και να δει τη ζωή μέσα από τα μάτια του. Κι αυτά τα μάτια του, όπως συχνά αναφέρει, τη μαγεύουν και την πλημμυρίζουν με κάθε λογής συναίσθημα. Εξάλλου, ο ανεκπλήρωτος έρωτας είναι μια μορφή αγωνιώδους και παραλυτικού συχνά έρωτα. Και τα αισθήματα που νιώθει ο ένας για τον άλλον μπορεί να είναι τόσο δυνατά και αληθινά, που δεν έχει καμία σημασία αν δεν βρίσκουν ανταπόκριση. Για την περίπτωση του Καποδίστρια, διατηρώ κάποιες αμφιβολίες. Σίγουρα ανταπέδιδε με λόγια ωραία την αγάπη του, έλεγε συχνά στη Ρωξάνδρα πως αν ήταν αλλιώς τα πράγματα, θα ήταν μαζί. Μα όταν έπρεπε να επιλέξει μεταξύ της καριέρας και του έρωτα, η Ελλάδα ήταν ο δρόμος που έπρεπε να ακολουθήσει μονάχος. Πολλά τα ερωτηματικά, για μένα. Η Ρωξάνδρα ήταν ο σύνδεσμός του με τον τσάρο που του έδωσε τόσα προνόμια. Μα δεν θέλω να το φτάσω εκεί. Γιατί θα χαθεί η μαγεία και γιατί συχνά τα πράγματα μπορεί να είναι μπερδεμένα. Ακόμα και γι’ αυτούς που τα ζουν. Να μην μπορούν να ξεχωρίσουν τι θέλουν, τι νιώθουν και τι έχουν ανάγκη. Κι εκεί νομίζω ξεκινούν και τελειώνουν τα προβλήματα κάθε μορφής σχέσης.

–Ζούμε, πιστεύετε, σε μία α-ρομαντική εποχή ή σε μία εποχή που πλέον δεν θέλει να κρύβει τίποτε;
–Ζούμε σε μια μετά τικ-τοκ εποχή. Μια εποχή που οι περισσότεροι είναι πρόθυμοι να εκτεθούν μπροστά στο πλανητικό χωριό, με κάθε τρόπο. Να χορέψουν, να μαγειρέψουν, να γδυθούν, να ντυθούν, να κάνουν έρωτα, να τραγουδήσουν, να μοιραστούν τις αγωνίες τους, τις αναπηρίες τους, τα κόμπλεξ τους, τη μοναδικότητά τους. Μια εποχή που πολλοί προτιμούν να ανακοινώσουν στο φέισμπουκ την καθημερινότητά τους, από το να στείλουν ένα μήνυμα στον φίλο τους, να βγουν για έναν καφέ, να ερωτευτούν ίσως. Μια εποχή που η αξία είναι ισάξια με τα λάικ, τις καρδούλες, τα βραβεία, τη διασημότητα, το ινφλουένσιν. Συχνά μπορεί να νιώθουμε τόσο ετερόφωτοι, που προσδιοριζόμαστε μέσα από τον άλλον. Κάπως έτσι και στον έρωτα. Αν δεν είμαστε ερωτευμένοι με τον εαυτό μας, σίγουρα μπορεί να ερωτευόμαστε το ιδανικό, το άπιαστο και όχι αυτό που είναι δίπλα μας, γιατί απλώς δεν το βλέπουμε. Ο ρομαντισμός μετατρέπεται σε ψηφιακά σήματα άπειρων προφίλ, σε ένα σωρό εφαρμογές, διαθέσιμα να τα χαρείς για μια ώρα, άντε μια νύχτα. Και το πρωί ξυπνάς τόσο κενός, χωρίς κανένα σημείο αναφοράς, χωρίς καμία λαχτάρα να δεις αυτά τα μάτια που μπορούν να σε ταξιδέψουν ώς την άκρη του κόσμου (τους).


 

Συντελεστές: Δραματουργία: Αστέρω Κυπριανού, Αιμίλιος Χαραλαμπίδης, σκηνοθεσία: Αιμίλιος Χαραλαμπίδης. Ερμηνείες: Αστέρω Κυπριανού και Χάρης Αττώνης. Σκηνικός χώρος: Σωσάννα Τομάζου, κοστούμια: Ελένη Τζιρκαλλή, ηχητικό τοπίο: Δημήτρης Ζαχαρίου, χειριστής ήχου: Βασίλης Γεωργίου.

Πληροφορίες:
«Τα βουνά και οι θάλασσες που μας χωρίζουν», Πολιτιστικό Ίδρυμα Τράπεζας Κύπρου, Φανερωμένης 86-90, Λευκωσία. Παραστάσεις 15, 16, 18, 19, 21, 22 Οκτωβρίου, ώρα 6:30 μ.μ. Επικοινωνία τηλέφωνο 70007520 και www.boccf.org

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Θέατρο-Χορός: Τελευταία Ενημέρωση