ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Πώς θύτης και το θύμα μπορεί να ταυτίζονται

Η σκηνοθέτρια της παράστασης «Frozen. Κάτω από τον πάγο» Αύρα Σιδηροπούλου μιλάει στην «Κ» για τη δύναμη του έργου

Του Απόστολου Κουρουπάκη

Του Απόστολου Κουρουπάκη

kouroupakisa@kathimerini.com.cy

Η νέα παράσταση από το Θέατρο ΣΚΑΛΑ «Frozen. Κάτω από τον πάγο της Bryony Lavery, σε μετάφραση και σκηνοθεσία της Aύρας Σιδηροπούλου, αναδεικνύει την πρωτοποριακή, αιχμηρή γραφή της Lavery μέσα από τις προσωπικές ιστορίες των τριών πρωταγωνιστών – μιας μητέρας, ενός παιδόφιλου δολοφόνου και μιας ψυχιάτρου – που σταδιακά συνδέονται. Στην «Κ» μίλησε η Αύρα Σιδηροπούλου και λέει ότι το παράλληλο, που όμως σκηνικά γίνεται ταυτόχρονο, είναι η κυρίαρχη σκηνική επιδίωξη, κάτι που βέβαια αποτέλεσε τεράστια πρόκληση κατά το στήσιμο του έργου. Η κα Σιδηροπούλου λέει επίσης ότι στην παράσταση αφήνεται το κοινό να αποφασίσει, ο καθένας για τον εαυτό του, πώς μπορεί να επιτευχθεί η υπέρβαση της συγχώρεσης. «Δεν ζητείται συγκεκριμένη ετυμηγορία, παρά μόνο μία σιωπηλή αναμέτρηση με αυτό που ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί να χωρέσει».

–Καταπιάνεστε με ένα ιδιαίτερα δύσκολο ζήτημα, τη σεξουαλική κακοποίηση και τη δολοφονία ενός δεκάχρονου κοριτσιού, είναι θέμα που το θέατρο μπορεί να θίξει ή η τέχνη εν γένει;

–Το θέατρο οφείλει όντως να θίγει τα μεγάλα θέματα που απασχολούν τον άνθρωπο. Προτείνει, χωρίς να επιβάλλει, παρουσιάζει, χωρίς να κρίνει. Επίσης, το θέατρο μας επιτρέπει μία σχετικά «ασφαλή» απόσταση από τα γεγονότα. Μπορούμε να ταυτιστούμε αλλά και να «αποχωρίσουμε» συναισθηματικά, όταν η ταύτιση γίνεται αφόρητη. Αυτή η ταλάντωση είναι εγγενής στο θέατρο. Ο διάλογος ανάμεσα στο πραγματικό και βιωμένο και στην απόσταση που μας προσφέρει η τέχνη επιτρέπει στον θεατή να αισθανθεί, να αξιολογήσει και τελικά να κρίνει, ακόμα και όταν το θέμα που πραγματεύεται η παράσταση φαντάζει –και είναι– επικίνδυνο, επώδυνο και αμφιλεγόμενο.

–Ισορροπεί το ίδιο το έργο μεταξύ συγχώρεσης και εκδίκησης; Θρήνου και οργής; Θύτη και θύματος;

Ο διάλογος ανάμεσα στο πραγματικό και βιωμένο και στην απόσταση που μας προσφέρει η τέχνη επιτρέπει στον θεατή να αισθανθεί, να αξιολογήσει και τελικά να κρίνει

–Επιχειρώντας να διερευνήσει τα κίνητρα και τις παρορμήσεις της εγκληματικής συμπεριφοράς, το έργο μάς φέρνει αντιμέτωπους με μία αρκετά μεγάλη γκάμα συναισθημάτων. Το κάθε δραματικό πρόσωπο κουβαλάει ένα τραύμα και η κάθε ιστορία ένα υπόστρωμα φόβου, οργής και αδυναμίας επικοινωνίας. Η αμφιβολία είναι διάχυτη παντού και κάθε φορά ο θεατής πρέπει να πιάσει το νήμα από την αρχή. Αυτή η διαρκής αμφισημία είναι και η μεγάλη δύναμη του κειμένου. Καταθέσαμε την αμφιβολία στο κοινό, με την ελπίδα ότι η κάθε ρωγμή στην αντίληψή μας για το «άλλο» μπορεί να ανοίξει μία χαραμάδα ελπίδας σχετικά με το γεγονός πως η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν καθορίζεται πάντα και αποκλειστικά από ενσυνείδητους ηθικούς δείκτες. Η γνώση αυτή μπορεί να αποτελέσει μερική λύτρωση ιδίως όταν αντιτίθεται στη βασανιστική βεβαιότητα της εγγενώς κακής ανθρώπινης φύσης.

– «Φόνοι κατά συρροή: Μία πράξη που συγχωρείται»;… Καλείτε το κοινό να βγάλει ετυμηγορία;

–Το κείμενο θέτει ένα ερώτημα: υπό ποιες προϋποθέσεις μπορούμε να συγχωρέσουμε; Η συγχώρεση προβάλλεται ως αναγκαία προϋπόθεση για να μπορέσει κάποιος να συνεχίσει να ζει. Ωστόσο, το έργο μάς αφήνει να αναλογιστούμε οι ίδιοι ποια μπορεί να είναι η φύση αυτής της συγχώρεσης. Η συγχώρεση δηλαδή μπορεί να πάρει πολλές μορφές. Μπορεί να είναι μια σκέψη που μας βγάζει από τον εαυτό μας και πλησιάζει τον «άλλον». Μία δυνατότητα να αρθρώσουμε το ονοματεπώνυμο αυτού που μας προκαλεί τόσο μεγάλη οδύνη. Ή μία απόφαση να μην αφήσουμε το παρελθόν να συνεχίζει να δηλητηριάζει το παρόν και το μέλλον μας.

–Πόσο εφικτό, όμως, μπορεί να είναι μία συγχώρεση, ή να δοθούν ελαφρυντικά σε έναν παιδόφιλο;

–Πρόκειται για μία πράξη που απαιτεί εξαιρετική δύναμη και θεμελιώδη μετατόπιση από όσα θεωρούμε ότι μπορούμε να αντέξουμε. Η ανθρώπινη φύση είναι τόσο σύνθετη όσο και ευέλικτη. Εκεί που αμαρτάνει, συγχωρεί. Και αντιστρόφως. Στην παράστασή μας αφήνουμε το κοινό να αποφασίσει, ο καθένας για τον εαυτό του, πώς μπορεί να επιτευχθεί μια τέτοια υπέρβαση. Δεν ζητείται συγκεκριμένη ετυμηγορία, παρά μόνο μία σιωπηλή αναμέτρηση με αυτό που ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί να χωρέσει.

Πολλές χρονικές και χωρικές διαστάσεις

–Ποια είναι η ρηξικέλευθη θεατρική φόρμα με την οποία θα παρουσιαστεί το έργο;

–Το κείμενο μας ταξιδεύει σε πολλές χρονικές και χωρικές διαστάσεις. Μέσω flash-back μεταφερόμαστε στο παρελθόν και τον τόπο της απαγωγής και με fast-forward ξαναγυρνάμε στο βασικό «τώρα» της δράσης. Η δράση, συνεπώς, κινείται σε πολλά επίπεδα, μέσα και έξω από τα γεγονότα της απαγωγής. Προσέγγισα αυτή την ιδιαίτερη δομή του έργου μέσα από τη σκηνική αφαίρεση, η οποία επιτρέπει να συνυπάρχουν όλες αυτές οι διαστάσεις σε ένα αέναο οπτικό και ηχητικό παρόν. Το video art αλλά και η μουσική σύνθεση, στη μοτιβική τους επανάληψη, εντείνουν την αίσθηση του αναπόδραστου της μοίρας των τριών ηρώων, αλλά και του τρόπου με τον οποίο όλες οι ιστορίες είναι άρρηκτα δεμένες μεταξύ τους. Αυτό το παράλληλο, που όμως σκηνικά γίνεται ταυτόχρονο, είναι η κυρίαρχη σκηνική επιδίωξη, κάτι που βέβαια αποτέλεσε τεράστια πρόκληση κατά το στήσιμο του έργου.

–Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση, σκηνοθετώντας το Frozen;

–Πέρα από τον τρόπο με τον οποίο ο σκηνικός χώρος δύναται να φιλοξενήσει ένα τέτοιο πλήθος αλλαγών στον χώρο και τον χρόνο, μεγάλη πρόκληση υπήρξε επίσης το πόσο ανοιχτό μπορεί να αφήσει κανείς το βασικό ερώτημα του έργου. Η ερμηνευτική γραμμή που προτείνουμε ελπίζω να επιτρέπει να διαφανεί η δυσκολία αυτή αλλά και η πεποίθησή μας ότι μία οριστική απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα είναι ουτοπική.

–Είναι νομίζετε το κυπριακό κοινό έτοιμο να αντιμετωπίσει τέτοιες παραστάσεις;

–Κανένα κοινό δεν μπορεί ποτέ να είναι καλά προετοιμασμένο για τόσα πολλά κυμαινόμενα συναισθήματα όπως αυτά που αναπόφευκτα δημιουργεί το έργο. Όμως πιστεύω ότι ως καλλιτέχνες έχουμε ένα είδος ανθρωπιστικού αλλά και κοινωνικού χρέους: να φέρουμε τον εαυτό μας και τους θεατές μας αντιμέτωπους με τον καθρέφτη του «άλλου», του σκοτεινού, του παραβατικού, του επικίνδυνου, έτσι ώστε να δούμε συλλογικά τι είναι αυτό που ένα οργανωμένο σύνολο σε μία δημοκρατική κοινωνία μπορεί να κάνει για να χτυπήσει το «κακό» στη ρίζα του. Το καθρέφτισμα αυτό μπορεί ίσως να αποτελέσει μία μορφή κάθαρσης. Το θέατρο ανέκαθεν πάλευε να εμπνεύσει βαθύ προβληματισμό, να μας ταρακουνήσει, αλλά από μία θεωρητικά «ασφαλή» απόσταση. Χωρίς αμφιβολία, κυπριακό κοινό θα πρέπει να μπορεί να αντιμετωπίσει τέτοιες παραστάσεις. Ιδιαίτερα δεδομένου του πρόσφατου ιστορικού της χώρας, το «Frozen. Kάτω από τον Πάγο» φαίνεται περισσότερο επίκαιρο από ποτέ.

–Είναι ένα έργο φύλου; Αφορά δηλαδή τη γυναίκα περισσότερο και πώς θρηνεί ή συγχωράει ένας άνθρωπος που υπέστη το υπέρτατο άδικο, να δολοφονείται το παιδί του;

–Στο έργο μας, και τα τρία δραματικά πρόσωπα –ο παιδόφιλος εγκληματίας, η μητέρα της οποίας το παιδί έχει απαχθεί, βιαστεί και δολοφονηθεί, αλλά και η ψυχίατρος που διερευνά τις βλάβες στον εγκέφαλο των ψυχικά και σωματικά κακοποιημένων ατόμων– περνούν μέσα από διάφορα στάδια πένθους. Αυτό που κάνει το έργο ιδιαίτερα συναρπαστικό είναι το πώς η προσωπική ιστορία του ενός ακουμπάει στην ιστορία του άλλου μέσα από έναν άξονα «θύτη-θύματος». Και σίγουρα, αυτό δεν αφορά το φύλο, αλλά το πώς κάποιος μπορεί να θρηνήσει και να συγχωρέσει αλλά και το πώς, σε κάποιες περιπτώσεις, ο θύτης και το θύμα μπορεί να ταυτίζονται.

Επίκαιρο και αναγκαίο έργο

–Γιατί θεωρείτε ότι φαντάζει περισσότερο επίκαιρο από ποτέ;

–Στις μέρες μας, τα ποσοστά των περιστατικών παιδοφιλίας, αρπαγής, κατακράτησης, και σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων είναι πολύ υψηλά. Μας κατακλύζουν καθημερινά εικόνες από περιπτώσεις παιδιών που εξαφανίζονται από το σπίτι, αλλά και ειδήσεις για κυκλώματα παιδικής πορνογραφίας. Επιπλέον, τα περισσότερα από αυτά τα περιστατικά εμφανίζονται μέσα από στενά και οικογενειακά περιβάλλοντα και όχι δεν αφορούν περιπτώσεις αγνώστων προς το θύμα εγκληματίες. Ανάλογες περιπτώσεις με αυτή της Ρόνα, του δεκάχρονου κοριτσιού που στο Frozen απήγαγε και κακοποίησε ο Ραλφ, ξυπνούν πολλές πρόσφατες μνήμες στο μυαλό μας. Είναι αναπόφευκτοι οι συνειρμοί με την υπόθεση της μικρής Μαντλίν που εξαφανίστηκε το 2007 στην Πορτογαλία, την περίπτωση των δύο μαθητών που απήχθησαν από έναν ψυχικά διαταραγμένο άντρα έξω από το σχολείο τους στη Λάρνακα, αλλά και, πιο πρόσφατα, την υπόθεση της Μαρκέλλας στη Θεσσαλονίκη. Φυσικά, νωπές είναι και οι μνήμες από την υπόθεση του κατά συρροή δολοφόνου στην Κόκκινη Λίμνη. Αναμένουμε ειλικρινά ότι το έργο θα αγγίξει τις πιο ευαίσθητες χορδές των Κύπριων θεατών. Το τόσο σαφές κοινωνικό συγκείμενο καθιστά το έργο όχι μόνο επίκαιρο, αλλά και αναγκαίο να παρασταθεί στην Κύπρο σήμερα.

–Μιλάμε για πάγωμα και ξεπάγωμα συναισθημάτων σε αυτό το έργο;

–Πράγματι, το έργο της Lavery εισχωρεί βαθιά κάτω από τους πάγους της ανθρώπινης ψυχής, επιχειρώντας να τους διαλύσει. Αυτό συμβαίνει και με τρία δραματικά πρόσωπα, που σταδιακά μετατοπίζονται από ένα σκοτεινό και παγωμένο συναισθηματικό πεδίο σε κάτι πιο ανοιχτό και ενδεχομένως φωτεινότερο. Αυτή η μετατόπιση –ακόμα και στις πιο ακραίες και αμετάκλητες εκφάνσεις της– είναι δείγμα μιας νέας σοφίας και αυτογνωσίας για τους χαρακτήρες. Καθώς οι πάγοι που τους κρατούσαν φυλακισμένους στις πιο οδυνηρές τους μνήμες αρχίζουν να λιώνουν, οι ίδιοι, μέχρι τώρα παγιδευμένοι «κάτω από τον πάγο» των πιο μύχιων φόβων τους, αντιλαμβάνονται περισσότερα για τον εαυτό τους και προχωρούν ένα βήμα παρακάτω. Υπό αυτή την έννοια, το «ξεπάγωμα» αποτελεί κομβική μεταφορά στο έργο, μία λύτρωση μέσω της αποδοχής του πένθους ως αναπόφευκτου μέρους μιας διαδικασίας που θα μας επιτρέψει να αντέξουμε αλλά και να προχωρήσουμε παρακάτω.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Θέατρο-Χορός: Τελευταία Ενημέρωση