Καθόμαστε στο μεγάλο τραπέζι του κήπου. Είναι αργά το απόγευμα, εφτά και κάτι, και μόλις ξεμπερδέψαμε με το φτιάξιμο της βαλίτσας. Η Πίνα είναι στην κουζίνα και ετοιμάζει το δείπνο, ο Βάρκι ποτίζει τα λουλούδια με το λάστιχο και ο Μαουλί, το λυκόσκυλό τους, απλώνει καταπονημένο στο γρασίδι. Σήμερα το πρωί ο Μαουλί μάς πήγε μέχρι το νησί Κουρουβά — ναι, όπως το ακούτε, το σκυλί ήταν που μας έδειχνε τον δρόμο. Εκείνο μπροστά κι εμείς ξωπίσω. Στρίβαμε όπου έστριβε, σταματούσαμε όταν σταματούσε, μας περίμενε όταν θέλαμε να βγάλουμε φωτογραφίες, τον περιμέναμε όταν κάτι κυνηγούσε. Η Πίνα ήταν αυτή που το εισηγήθηκε. «Θα είναι όμορφα να πάτε μια χαλαρή βόλτα στο Κουρουβά», είπε, «μια ώρα πεζοπορία ανάμεσα σε φυτείες καφέ, μικρά χρωματιστά σπίτια και πανύψηλα φοινικόδεντρα και με τον καλύτερο συνοδό να σας προσέχει». Φορέσαμε καπέλα, πήραμε τον Μαουλί και ακολουθήσαμε τη συμβουλή της.

Στη διαδρομή περπατούσαμε αργά και δεν μιλούσαμε πολύ, σχεδόν καθόλου. Το σκυλί αναγκαζόταν να κάνει στάσεις για να μας περιμένει. Τελευταία μέρα σήμερα, αύριο φεύγουμε, και η περισυλλογή αναπόφευκτη. Μια περισυλλογή ωστόσο λιγότερο νοητική και περισσότερο σωματική, όπως όταν νιώθεις την δεύτερη φύση των πραγμάτων να αναδύεται και να σε τυλίγει σαν δροσιά. Δεν θέλαμε βιασύνη∙ θέλαμε να νιώθουμε παρούσες στο κάθε μας βήμα. Αν κάτι μάς έμαθε άλλωστε αυτό το ταξίδι στην Ινδία είναι οι ευλογημένες σιωπές. Αυτές οι πολύτιμες παύσεις που σε κάνουν να ζεις συνειδητά το παρόν — να ακούς, να βλέπεις, να αισθάνεσαι και να αφήνεσαι στην πληρότητα του εδώ και τώρα.
Στο νησί Κουρουβά φτάσαμε καταϊδρωμένες. Ο Μαουλί γάβγιζε για νερό και του πήραμε μια μπουκάλα από ένα μικρό κιόσκι που βρίσκεται εκεί πλάι στον ποταμό. Ελάχιστος κόσμος· μόνο μερικές Ινδές με πορτοκαλιά σάρι και ένας-δύο μεσήλικες Ευρωπαίοι με τις φωτογραφικές τους. Το Κουρουβά, στην πραγματικότητα, είναι ένα σύμπλεγμα μικρών ακατοίκητων νησίδων μέσα στον ποταμό Καμπίνι, χαμένο στο τροπικό δάσος, και για να το επισκεφθείς διασχίζεις το νερό πάνω σε μια μπαμπού σχεδία. Εμείς ωστόσο επιλέξαμε να αράξουμε στο κιόσκι, να πιούμε ένα τσάι και να αφουγκραστούμε την φύση συνεχίζοντας τη σιωπή μας· και συνάμα ξεκουράζοντας τις πατούσες μας πάνω στο στέρεο έδαφος της παρούσας στιγμής. Να, γιατί μ’ αρέσουν τα ταξίδια σε αυτές τις χώρες όπου επιβιώνει ακόμα μια βαθιά αίσθηση της ιερότητας της ζωής. Και στην Ινδία αυτό είναι που συμβαίνει, αρκεί βέβαια να μην μείνεις στην πρώτη ανάγνωση- στο χάος, στη φτώχεια, στη βρωμιά, στην υπερβολή ή στην εξάντληση των αισθήσεων. Και να νιώσεις αυτό που ρέει από κάτω σαν αέναη προσευχή. Δεν ισχυρίζομαι πως η Ινδία είναι ένας “φωτισμένος παράδεισος”. Είναι αντιφατική, δύσκολη και κουραστική πολλές φορές. Εκεί ωστόσο βρίσκεται και η ιδιαιτερότητα της, σ’ αυτή την συνύπαρξη της βαθιάς εσωτερικότητας και του χάους που σου αφήνει πρόσφορο έδαφος να ψυχανεμιστείς το μυστήριο της ζωής, ακόμα και στην πιο αδιόρατη λεπτομέρεια.

Ένα μεγάλο λεωφορείο που μας προσπερνά στην επιστροφή, ντυμένο με μια πολύχρωμη αφίσα που γράφει πάνω της με τεράστια γράμματα incredible India, τα λέει όλα. Ό,τι πιο εύστοχο μπορεί να πει κανείς για την Ινδία είναι αυτό: Πως είναι πραγματικά απίστευτη.
Φτάνουμε πίσω στο πανδοχείο λίγο μετά το μεσημέρι. Ξεκουραζόμαστε, κλείνουμε τις βαλίτσες και αργά το απόγευμα κατεβαίνουμε στον κήπο. Απλώνουμε στις αιώρες και κοιτάζουμε ένα-ένα τα δέντρα, λες και τώρα που μάθαμε να ακούμε τα πουλιά, υπάρχει μια άλλη αόρατη συνεννόηση μεταξύ μας. Ο Μαουλί από ώρα έχει αποκοιμηθεί στο γρασίδι και οι υπόλοιποι θαμώνες θα εμφανιστούν όπου νάναι με την σειρά. Ο Κάρλος και η Άννα από την Ιταλία, ο Ντέιβιντ και η Τρις από την Αυστραλία, ο Σιάντι, και οι ιδιοκτήτες, ο Βάρκι και η Πίνα. Η Πίνα είπε πως θα ετοιμάσει ειδικό μενού για χάρη μας και πως λυπάται που φεύγουμε. «Να ξανάρθετε σύντομα», φωνάζει από την κουζίνα και είναι τόσο αληθινή η παράκλησή της που με κάνει να τη νιώθω ήδη σαν μια καινούργια φίλη. Τώρα τα κάρι καταφθάνουν ζεστά και μυρωδάτα μπροστά μας. Βάζουμε μπόλικο φαγητό στα πιάτα μας — θα μας λείψουν αυτές οι γεύσεις. Ο Βάρκι λέει πως θα μας ετοιμάσουν και ένα μικρό πρόγευμα για να το πάρουμε μαζί μας στο αεροδρόμιο. «Θα είναι πολλές οι ώρες της αναμονής», λέει και η έγνοια του μοιάζει αυθεντική.

Άρχισε ήδη να σκοτεινιάσει, ο αέρας γίνεται πιο ψυχρός. Τυλίγουμε τα σάλια γύρω από τον λαιμό μας και, όσο τρώμε, ακούμε τους υπόλοίπους να περιγράφουν περιπέτειες από τα ταξίδια τους. Έχουν γυρίσει σχεδόν όλο τον κόσμο, και την Ινδία την ξέρουν από την μια άκρη στην άλλη, είναι μεγαλύτεροι σε ηλικία από εμάς, και οι ιστορίες που μοιράζονται δεν είναι τουριστικές· είναι συνειδητοποιήσεις, μετατοπίσεις, εσωτερικές μετακινήσεις που σε μαθαίνουν να ανοίγεσαι περισσότερο στη ζωή και να ησυχάζεις το μέσα σου. Η Ινδία όσο και αν δεν το επιδιώκεις σε αλλάζει, συμφωνούν όλοι σ’ αυτό, και όχι γιατί σου δίνει απαντήσεις, αλλά επειδή σε προκαλεί να κάνεις διαφορετικές ερωτήσεις. Τους ακούω απόλυτα προσηλωμένη ίσως γιατί αναγνωρίζω, από ένστικτο περισσότερο, πως αυτό το βράδυ ανήκει σε κείνα που είναι ταγμένα να γίνουν φυλαχτό.
Και πράγματι μόλις τελειώνουμε το φαγητό, ο Βάρκι και η Πίνα αλλάζουν θέσεις και κάθονται πλάι-πλάι. Εχουν ετοιμάσει κάτι ειδικά για μας, λένε, και ήρθε η ώρα να μας το αποκαλύψουν.
«Τι;» ρωτάμε ενθουσιασμένες. «Ένα αποχαιρετιστήριο τραγούδι, παραδοσιακό της χώρας μας». Το πρόβαραν όλο το απόγευμα και ζητούν να τους συγχωρήσουμε αν δεν είναι οι καλύτερες φωνές.
Μ’ αυτό το τραγούδι λοιπόν, που θα θυμάμαι πάντα σαν ένα πολύτιμο δώρο από τα βουνά της Κεράλα, κλείνω σήμερα τον κύκλο των ηχητικών podcast από το ταξίδι στην Ινδία. Θα ακολουθήσουν άλλα επεισόδια για άλλα ταξίδια. Προς το παρών ανοίξτε καρδιά και ακούστε το τραγούδι του Βάρκι και της Πίνας που φτάνει κοντά σας από τα μακρινή Wayanad.





























