ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Μπορεί ένα «χάπι» να υποκαταστήσει τη σωστή διατροφή;

Εκατομμύρια άνθρωποι λαμβάνουν καθημερινά συμπληρώματα, με την πεποίθηση ότι προστατεύουν την υγεία. Είναι όμως έτσι; Επιστήμονες απαντούν

Kathimerini.gr

Το οικονομικό μέγεθος της παγκόσμιας αγοράς συμπληρωμάτων διατροφής αναμένεται να φτάσει στα 228,2 δισ. δολάρια και, καθώς καταγράφει μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης κοντά στο 9,5%, η αξία της εκτιμάται πως θα ξεπεράσει τα 430 δισ. δολάρια έως το 2033. Στην Ελλάδα η εν λόγω αγορά προβλέπεται να αγγίξει τα 920 εκατ. δολάρια έως το 2030. Πρόκειται, προφανώς για μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές παγκοσμίως, καθώς εκατομμύρια άνθρωποι λαμβάνουν καθημερινά βιταμίνες, μέταλλα, ιχνοστοιχεία, προβιοτικά, φυτικά εκχυλίσματα, ωμέγα-3 λιπαρά οξέα και δεκάδες άλλα προϊόντα, συχνά με την πεποίθηση πως όσο περισσότερα λαμβάνει κανείς, τόσο περισσότερο προστατεύει την υγεία του.

«Η πραγματικότητα, βέβαια, είναι αρκετά πιο σύνθετη. Τα συμπληρώματα διατροφής αποτελούν πολύτιμα εργαλεία όταν χρησιμοποιούνται στις σωστές ενδείξεις, δεν μπορούν όμως να υποκαταστήσουν μια ισορροπημένη διατροφή ούτε να διορθώσουν έναν ανθυγιεινό τρόπο ζωής», προειδοποιεί ο γαστρεντερολόγος Γιώργος Κοντιζάς.

Τα έχουμε όλοι ανάγκη;

«Δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι ανάγκη από συμπληρώματα· μάλιστα, οι περισσότεροι δεν τα χρειάζονται και απαιτείται εξατομίκευση για τη σύστασή τους», τονίζει στην «Κ» η καθηγήτρια στο Τμήμα Επιστήμης Διαιτολογίας – Διατροφής στη Σχολή Επιστημών Υγείας και Αγωγής του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου Μαίρη Γιαννακούλια. «Στην πραγματικότητα, η απάντηση στο ερώτημα εάν ο σύγχρονος τρόπος ζωής επιβάλλει σε όλους τη λήψη συμπληρωμάτων είναι μάλλον αρνητική», προσθέτει ο κ. Κοντιζάς: «Η αντίληψη ότι όλοι έχουμε πολλές ελλείψεις επειδή τα τρόφιμα έχουν χάσει τη θρεπτική αξία τους δεν στηρίζεται από τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα. Βεβαίως, υπάρχουν αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες, αυξημένη κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων, μειωμένη φυσική δραστηριότητα και μεγαλύτερη έκθεση στο στρες. Ολα αυτά επηρεάζουν την υγεία μας. Δεν σημαίνει, όμως, ότι η λύση βρίσκεται απαραιτήτως σε περισσότερα χάπια. Το σημαντικότερο πρόβλημα της σύγχρονης διατροφής δεν είναι συνήθως η έλλειψη βιταμινών, αλλά η υπερβολική κατανάλωση θερμίδων, ζάχαρης, αλατιού και υπερεπεξεργασμένων τροφίμων, σε συνδυασμό με τη χαμηλή κατανάλωση λαχανικών, φρούτων, οσπρίων και ψαριών. Καμία πολυβιταμίνη δεν μπορεί να αντισταθμίσει αυτές τις συνήθειες».

«Είναι λανθασμένη η πεποίθηση ότι τα συμπληρώματα θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν ένα υγιεινό διαιτητικό πρότυπο», συμφωνεί και η κ. Γιαννακούλια. «Τα τρόφιμα περιέχουν μια ποικιλία θρεπτικών και βιοδραστικών συστατικών, τα οποία πολύ συχνά έχουν και συνεργατικές δράσεις. Μάλιστα, υπάρχουν μελέτες που αναδεικνύουν ότι, ενώ η κατανάλωση ενός συστατικού μέσα από τα τρόφιμα μειώνει τον κίνδυνο για κάποιο νόσημα, όταν το συστατικό αυτό λαμβάνεται εκτός της δίαιτας, μέσω συμπληρωμάτων, δεν δρα με αντίστοιχο τρόπο, μπορεί και με τον αντίθετο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της περίπτωσης είναι οι μελέτες που έδειξαν ότι η λήψη συμπληρωμάτων καροτενοειδών αύξησε τον κίνδυνο για καρκίνο του πνεύμονα, ειδικά σε άτομα που κάπνιζαν, σε αντίθεση με την κατανάλωση καροτενοειδών από τα τρόφιμα».

Είναι «ασφαλιστήριο»;

Τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργηθεί η εντύπωση πως ένα συμπλήρωμα μπορεί να λειτουργήσει ως «ασφαλιστήριο συμβόλαιο υγείας», λέει ο κ. Κοντιζάς, αλλά εξηγεί ότι «οι μεγάλες τυχαιοποιημένες μελέτες δεν επιβεβαίωσαν ότι οι πολυβιταμίνες μειώνουν τη συνολική θνητότητα ή προστατεύουν από τα περισσότερα χρόνια νοσήματα στον γενικό πληθυσμό». Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι άχρηστες, «αλλά ότι δεν πρέπει να θεωρούνται υποκατάστατο της σωστής διατροφής ούτε να δημιουργούν ψευδή αίσθηση ασφάλειας. Eνας άνθρωπος που καπνίζει, κοιμάται ελάχιστα, δεν ασκείται και τρέφεται αποκλειστικά με πρόχειρο φαγητό δεν πρόκειται να προστατευθεί επειδή λαμβάνει καθημερινά μία πολυβιταμίνη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, η υπερβολική εμπιστοσύνη στα συμπληρώματα μπορεί να απομακρύνει τους ανθρώπους από τις πραγματικές αλλαγές που χρειάζονται. Είναι πολύ πιο εύκολο να καταπιεί κάποιος ένα χάπι παρά να αλλάξει τις διατροφικές του συνήθειες, να χάσει βάρος, να διακόψει το κάπνισμα ή να αρχίσει να ασκείται συστηματικά. Οι μεγάλες μειώσεις στον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων, σακχαρώδους διαβήτη και αρκετών μορφών καρκίνου, όμως, προέρχονται κυρίως από τις αλλαγές στον τρόπο ζωής και όχι από τη λήψη συμπληρωμάτων».

Ενα πολύ συχνό ερώτημα στο οποίο καλούνται να απαντήσουν οι ειδικοί είναι εάν τα συμπληρώματα πρέπει να λαμβάνονται μόνον έπειτα από σύσταση γιατρού. Η ορθή απάντηση είναι ότι εξαρτάται από το είδος του συμπληρώματος και από τον άνθρωπο που το λαμβάνει. «Ορισμένα προϊόντα χαμηλού κινδύνου μπορούν να χρησιμοποιηθούν σχετικά εύκολα, πάντοτε όμως σύμφωνα με τις συνιστώμενες δόσεις», διευκρινίζει ο κ. Κοντιζάς. «Αντιθέτως, όταν πρόκειται για μεγάλες δόσεις βιταμινών, μεταλλικών στοιχείων ή φυτικών εκχυλισμάτων, ιδιαίτερα σε άτομα που πάσχουν από χρόνια νοσήματα ή λαμβάνουν φαρμακευτική αγωγή, η συμβουλή του θεράποντος ιατρού είναι πολύ σημαντική. Πριν χορηγηθεί οποιοδήποτε συμπλήρωμα πρέπει να απαντώνται τρία απλά αλλά κρίσιμα ερωτήματα: Υπάρχει πραγματική ανάγκη; Υπάρχουν επιστημονικά δεδομένα ότι το συγκεκριμένο συμπλήρωμα βοηθάει στη συγκεκριμένη κατάσταση; Και, τέλος, είναι ασφαλές για τον συγκεκριμένο ασθενή;».

«Τουλάχιστον δεν κάνει κακό»

Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο πολλοί άνθρωποι να λαμβάνουν συμπληρώματα διατροφής προληπτικά. Υπάρχουν περιπτώσεις όπως η εγκυμοσύνη, που για παράδειγμα η χορήγηση φυλλικού οξέος είναι διεθνής πρακτική. Ωστόσο, προειδοποιεί ο κ. Κοντιζάς, «για τον μέσο υγιή ενήλικο δεν υπάρχουν επαρκή επιστημονικά δεδομένα που να υποστηρίζουν τη συστηματική λήψη πολλών συμπληρωμάτων μόνο και μόνο επειδή “ίσως κάνουν καλό”. Η κόπωση, για παράδειγμα, δεν αποτελεί ένδειξη για λήψη πολυβιταμινών. Μπορεί να οφείλεται σε έλλειψη ύπνου, στρες, αναιμία, θυρεοειδοπάθεια, κατάθλιψη, χρόνια φλεγμονή ή δεκάδες άλλα αίτια που χρειάζονται διερεύνηση. Η χορήγηση βιταμινών χωρίς διάγνωση ενδέχεται να καθυστερήσει την αναζήτηση της πραγματικής αιτίας. Αντιστοίχως, η ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι η βιταμίνη C προλαμβάνει τα κρυολογήματα δεν επιβεβαιώνεται στον γενικό πληθυσμό». Αλλη μία συχνή παρανόηση είναι ότι «αν δεν κάνει καλό, τουλάχιστον δεν κάνει κακό». «Ούτε αυτή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα», εξηγεί ο κ. Κοντιζάς. «Στην ιατρική γνωρίζουμε ότι σχεδόν όλες οι ουσίες έχουν ένα θεραπευτικό και ένα τοξικό εύρος. Η διαφορά ανάμεσα στην ωφέλεια και στη βλάβη είναι συχνά η δόση, η διάρκεια της χορήγησης και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ασθενούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η βιταμίνη Α. Είναι απαραίτητη για την όραση, το ανοσοποιητικό σύστημα και την ανάπτυξη των ιστών. Ωστόσο, η χρόνια λήψη μεγάλων δόσεων μπορεί να προκαλέσει ηπατική βλάβη, οστικές διαταραχές, πονοκεφάλους και, στις εγκύους, σοβαρές συγγενείς ανωμαλίες στο έμβρυο. Αντιστοίχως, η υπερβολική λήψη βιταμίνης D μπορεί να οδηγήσει σε υπερασβεστιαιμία, νεφρολιθίαση και νεφρική δυσλειτουργία, ενώ η υπερβολική λήψη βιταμίνης Β6 έχει συσχετισθεί με περιφερική νευροπάθεια. Ανάλογοι κίνδυνοι υπάρχουν και για τα μέταλλα. Ο σίδηρος δεν πρέπει να χορηγείται επειδή κάποιος αισθάνεται κουρασμένος, αλλά μόνον όταν τεκμηριώνεται εργαστηριακά η έλλειψή του. Η άσκοπη χορήγησή του μπορεί να προκαλέσει γαστρεντερικές διαταραχές, ενώ σε ορισμένα άτομα με κληρονομικές διαταραχές του μεταβολισμού του σιδήρου μπορεί να οδηγήσει σε υπερφόρτωση του οργανισμού με σοβαρές επιπτώσεις στο ήπαρ, στην καρδιά και στο πάγκρεας. Εξίσου σοβαρές είναι οι αλληλεπιδράσεις με τα φάρμακα. Πολλοί ασθενείς δεν αναφέρουν στον γιατρό τους ότι λαμβάνουν συμπληρώματα, θεωρώντας ότι δεν έχουν σημασία. Στην πραγματικότητα, ορισμένα φυτικά εκχυλίσματα και συμπληρώματα μπορούν να μεταβάλουν σημαντικά τη δράση φαρμάκων. Το βαλσαμόχορτο, για παράδειγμα, επηρεάζει ένζυμα του ήπατος που μεταβολίζουν μεγάλο αριθμό φαρμάκων και μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα αντισυλληπτικών, ανοσοκατασταλτικών, αντικαταθλιπτικών και αντιπηκτικών».

Τελικά, η απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα είναι η εξατομικευμένη ιατρική. Δεν λαμβάνουμε συμπληρώματα διατροφής επειδή τα είδαμε σε μια διαφήμιση ή μας τα πρότεινε ένας φίλος ή συνάδελφος, αλλά στο ιατρικό ιστορικό, στις εργαστηριακές εξετάσεις, στη διατροφή, στον τρόπο ζωής και στις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε ανθρώπου. «Τα συμπληρώματα διατροφής αποτελούν σημαντικό εργαλείο της σύγχρονης ιατρικής όταν χρησιμοποιούνται σωστά. Μπορούν να προλάβουν ή να διορθώσουν διατροφικές ελλείψεις, να συμβάλουν στη διαχείριση συγκεκριμένων νοσημάτων και να βελτιώσουν την υγεία επιλεγμένων ομάδων του πληθυσμού», διευκρινίζει ο κ. Κοντιζάς καταλήγοντας: «Δεν αποτελούν όμως πανάκεια ούτε μπορούν να υποκαταστήσουν τις θεμελιώδεις αρχές ενός υγιεινού τρόπου ζωής. Η καλύτερη στρατηγική για τη διατήρηση της υγείας εξακολουθεί να βασίζεται σε μια ισορροπημένη διατροφή πλούσια σε λαχανικά, φρούτα, όσπρια, δημητριακά ολικής άλεσης, ξηρούς καρπούς και ποιοτικές πηγές πρωτεΐνης, σε τακτική σωματική άσκηση, επαρκή ύπνο, διατήρηση φυσιολογικού σωματικού βάρους, αποφυγή του καπνίσματος και περιορισμό της κατανάλωσης αλκοόλ».

Προσοχή στο Διαδίκτυο

Τα τελευταία χρόνια έχει επίσης αυξηθεί σημαντικά η χρήση συμπληρωμάτων μέσω Διαδικτύου. «Δυστυχώς, δεν πληρούν όλα τα προϊόντα τις ίδιες προδιαγραφές ποιότητας», σημειώνει ο γαστρεντερολόγος κ. Κοντιζάς. «Σε αρκετούς ελέγχους έχουν εντοπισθεί προϊόντα που περιείχαν διαφορετικές ποσότητες από αυτές που αναγράφονταν στην ετικέτα, επιμολύνσεις με βαρέα μέταλλα ή ακόμη και μη δηλωμένες φαρμακευτικές ουσίες. Για τον λόγο αυτό, είναι σημαντικό οι καταναλωτές να προμηθεύονται συμπληρώματα από αξιόπιστες εταιρείες που εφαρμόζουν αυστηρούς κανόνες παραγωγής και ποιοτικού ελέγχου».

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Kathimerini.gr

Υγεία: Τελευταία Ενημέρωση

Στην κλινική εξωσωματικής που διηύθυνε στην Αλαμπάμα, ένας «εισβολέας» κατέστρεψε πέντε έμβρυα
Kathimerini.gr
 |  ΥΓΕΙΑ
X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ