ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Τρεις ιστορίες τέχνης και πολέμου

Τη ζωγραφική του Κωνσταντίνου Γραμματόπουλου την ξέρουν γενιές και γενιές Ελλήνων

Newsroom Κ, Αθήνα

ΤΗΣ ΜΑΡΩΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ 

Για τις γυναίκες, τις ηρωίδες του Ελληνοϊταλικού Πολέμου

Κ. Γραμματόπουλος, «Οι ηρωίδες του 1940». Εταιρεία των Φίλων του Λαού.

Τη ζωγραφική του Κωνσταντίνου Γραμματόπουλου (1916-2003) την ξέρουν γενιές και γενιές Ελλήνων. Την έμαθαν κυριολεκτικά μαζί με τα πρώτα τους γράμματα, καθώς του είχε ανατεθεί, το 1949, από τον Οργανισμό Εκδόσεων Σχολικών Βιβλίων η εικονογράφηση στο αλφαβητάρι «Τα καλά παιδιά». Το έκανε με μεγάλη ευαισθησία και προσωπικό ύφος. Το βιβλίο, που στην εποχή του έλαβε το πρώτο βραβείο στη Διεθνή Εκθεση στο Λέκεν του Βελγίου, παρέμεινε στην εκπαίδευση για καιρό και αγαπήθηκε όσο κανένα άλλο αναγνωστικό.

Αυτά όμως συνέβησαν τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Περίπου μία δεκαπενταετία νωρίτερα, η Ελλάδα είχε μπει στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και ο νεαρός τότε Γραμματόπουλος είχε γίνει δεκτός στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Εδώ έμελλε να διδάξει χαρακτική επί πολλά έτη, αφού διαδέχτηκε τον δάσκαλό του, τον χαράκτη Γιάννη Κεφαλληνό.

«Η φιλοπατρία οδήγησε τον 24χρονο φοιτητή της ΑΣΚΤ να φιλοτεχνήσει μια σειρά πατριωτικών λιθογραφικών αφισών με θέμα τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο», μας λέει ο Τάκης Μαυρωτάς, διευθυντής εικαστικού προγράμματος Ιδρύματος Β. & Μ. Θεοχαράκη. Ανάμεσα σε αυτά τα σπουδαία έργα, που αποσκοπούσαν στην τόνωση της αγωνιστικής δύναμης, είναι και η έγχρωμη λιθογραφία «Οι ηρωίδες του 1940», μια αφίσα που ανήκει μάλιστα στα μόνιμα εκθέματα του Μουσείου Στρατιωτικής Ιστορίας των Βρυξελλών. «Το έργο φανερώνει την ομοψυχία, τη δύναμη και την αυτοθυσία των γυναικών, τη στάση τους απέναντι στη μεγάλη ευθύνη που η Ιστορία τούς είχε αναθέσει. Οι γυναικείες αυτές φιγούρες του Γραμματόπουλου παραμένουν αυθεντικά σύμβολα μνήμης και ελευθερίας για το μέλλον της ανθρωπότητας. Ισως επειδή το μεγαλύτερο κατόρθωμα της τέχνης είναι ότι συνεχώς φωτίζει το αύριο και γι’ αυτό μένει αιώνια».

Ο ίδιος ο ζωγράφος και χαράκτης έλεγε: «Η τέχνη δεν δημιουργεί βιώματα, αλλά ερμηνεύει τα βιώματα της ζωή του καλλιτέχνη. Ο τρόπος της ερμηνείας αυτής είναι που συγκινεί τον θεατή, καθώς τα βιώματα του καλλιτέχνη έτσι γίνονται δικά του και τα ζει».

Η τελευταία μεγάλη αναδρομική έκθεση του Κ. Γραμματόπουλου πραγματοποιήθηκε το 2014 στο Ιδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη.

Δημιουργία και μαρτυρία από την πρώτη γραμμή

Αλ. Δ. Αλεξανδράκης, «Μας καίνε τα χωριά». Από προσωπική συλλογή.

Ο πίνακας με τίτλο «Μας καίνε τα χωριά», τον οποίο παρουσιάζουμε σε αυτό το μικρό αφιέρωμα στο έργο άξιων καλλιτεχνών για το ελληνικό Επος του 1940, δεν είναι από τους πιο γνωστούς του καλλιτέχνη. Το ζευγάρι που τρέχει να ξεφύγει από την καταστροφή και τον τρόμο, θα μπορούσαν να είναι κάτοικοι του Διστόμου, της Υπάτης, της Ελάτης ή του Κάντανου στα Χανιά – η απαρίθμηση της φρίκης δεν έχει τέλος. Πάντως, ο πίνακας αναφέρεται στα χρόνια της γερμανικής κατοχής, και ανήκει στην προσωπική συλλογή της οικογένειας του ζωγράφου.

Ο ζωγράφος και χαράκτης Αλέξανδρος Δ. Αλεξανδράκης (1913-1968) έζησε τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο από την πρώτη γραμμή, και τα έργα εκείνης της περιόδου αντλούν τα θέματά τους από τη στρατιωτική ζωή και τις κακουχίες του μετώπου. Αποτελούν μια ξεχωριστή ενότητα μέσα στην εργογραφία του, πολύ οικεία στο κοινό από τα ιστορικά αφιερώματα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Επίσης, το Πολεμικό Μουσείο διαθέτει μια μεγάλη συλλογή έργων αυτής της περιόδου, την οποία εκθέτει στον πρώτο όροφο.

Με την επιστράτευση ο Αλέξανδρος Αλεξανδράκης που είχε πλέον αποφοιτήσει από την ΑΣΚΤ, έφυγε για την Ηπειρο. Δεκανέας πολυβολητής στο αλβανικό μέτωπο προσπάθησε να κρατήσει σε σκίτσα τις συγκλονιστικές καθημερινές του εντυπώσεις, συνθέτοντας έτσι ένα προσωπικό εικαστικό «ημερολόγιο». Την εργασία του –δημιουργία και ταυτόχρονα πολύτιμη μαρτυρία– από εκείνα τα χρόνια την περιέγραψε με τα δικά του λόγια στο λεύκωμα «Eτσι πολεμούσαμε. 1940-1941» που εκδόθηκε το 1968. Το βιβλίο περιελάμβανε 80 σκίτσα από το μέτωπο και 22 πολεμικούς πίνακες από την περίοδο εκείνη.
Εγραφε τότε ο ζωγράφος στην πολύ σύντομη εισαγωγή του: «Μερικά από αυτά τα σκίτσα έγιναν κάτω από συνθήκες σχετικά ομαλές σε καταλύματα υποφερτά, με υλικά που είχα πάρει μαζί μου. Αλλα πάλι έγιναν στο πόδι, σε οποιοδήποτε κομμάτι χαρτί βρισκόταν μπροστά μου και μέσα σε φοβερά δύσκολες περιστάσεις. Στην τέχνη μου με απασχόλησαν πολλά. Οι εικόνες όμως του μετώπου, και της υπεράνθρωπης προσπάθειάς μας στον συντριπτικό άνισο αγώνα, έρχονται και ξανάρχονται στη ζωγραφική μου σαν ανεξόφλητο χρέος».

Βάσει των σχεδίων που έγιναν στο μέτωπο, μετά το τέλος του πολέμου, ζωγράφισε μεγάλες ελαιογραφίες και ακουαρέλες. Αυτά τα έργα, όπως και ο ίδιος έλεγε, διηγούνται τον πόλεμο με τον δικό του τρόπο, και συμπληρώνουν τις γραπτές μαρτυρίες των πρωταγωνιστών.

Οταν η προπαγάνδα δίνει παραγγελία

A. Τάσσος, «Εδωσες εσύ;», 1941. Συλλογή Alpha Bank.

Η έγχρωμη αφίσα «Εδωσες εσύ;», ένα σκοτεινό έργο του χαράκτη Αναστασίου Αλεβίζου (1914-1985) –τον γνωρίζουμε με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Α. Τάσσος–, είναι ίσως από τα λιγότερο γνωστά του. Το περιεχόμενό της είναι προπαγανδιστικό και έχει φιλοτεχνηθεί τα χρόνια που ο καλλιτέχνης ήταν ακόμη φοιτητής στην ΑΣΚΤ. Είναι όμως πολύτιμη όχι μόνο για την εικαστική της αξία, αλλά και επειδή αποτελεί σημαντικό ιστορικό ντοκουμέντο. Πρόκειται για ένα από τα τέσσερα σχέδια που δημιουργήθηκαν στο εργαστήριο χαρακτικής της ΑΣΚΤ από τον Νοέμβριο του 1940 έως τον Ιανουάριο του 1941, με σκοπό να γίνουν πολεμικές αφίσες (διαφημιστικοί πίνακες εθνικής σκοπιμότητας).

Η παραγγελία δόθηκε στο εργαστήριο από τον συγγραφέα και ιστορικό τέχνης Παντελή Πρεβελάκη· μια πρωτοβουλία του ίδιου σε συνεργασία με τον χαράκτη Γιάννη Κεφαλληνό, που αποσκοπούσε να κρατήσει τους σπουδαστές της σχολής μακριά από τους κινδύνους του πολέμου. Αυτό ακριβώς ήταν και το επιχείρημά τους στους νέους καλλιτέχνες, οι οποίοι στην αρχή αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στο εγχείρημα και να συνεργαστούν με το δικτατορικό καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά.

Οπως σχολιάζει η Ειρήνη Α. Οράτη, επιμελήτρια της συλλογής έργων τέχνης της Alpha Bank –στη συλλογή περιλαμβάνεται το έργο–, «τις γνωστές σε όλους προοδευτικές ιδέες του δασκάλου (σ.σ. Π. Πρεβελάκη) είχε υπερκεράσει η αγωνία για την προστασία των σπουδαστών του. Γνωρίζοντάς τους όλους και ξέροντας ότι οι θεματικές των έργων τους δεν θα εξιδανίκευαν την κατάσταση, στηρίχτηκε στις ικανότητές τους και τους άφησε ελεύθερους να δημιουργήσουν». Τον Ιανουάριο του 1941 οι αφίσες είχαν σχεδιαστεί. Λίγες μόνον ημέρες πριν από τον θάνατό του, ο Μεταξάς επισκέφθηκε το σπουδαστήριο και είδε τα έργα που είχαν επιλεγεί. Τέσσερα σχέδια έγιναν λιθόγραφες αφίσες, με την ένδειξη «Εργαστήριον Χαρακτικής», τυπωμένες σε 10.000 αντίτυπα.

Η αφίσα, σχεδιασμένη με τόλμη στην προοπτική και φωτισμένη με σκληρό φως και βαθιές σκιές, αντλεί τον σχεδιασμό της από αντίστοιχη αφίσα του 1914, η οποία ζητάει από τους νέους Αγγλους να καταταγούν εθελοντές στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Εικαστικά: Τελευταία Ενημέρωση