Εξωτερικά είναι διαφορετικός από εκείνους της νοσταλγίας μου. Το ίδιο και το εσωτερικό του. Αυτό, ωστόσο, δεν έχει καμία σημασία. Σημασία έχει πως διαθέτει μια τηλεφωνική συσκευή που μοιάζει με τις παλιές: βαριά, στιβαρή, μεταλλική, με εκείνη τη σχισμή όπου κάποτε τοποθετούσαμε τις τηλεκάρτες. Το ακουστικό της είναι μεγάλο και καμπυλωτό και ενώνεται με τη συσκευή με το κλασικό χοντρό, σπειροειδές καλώδιο. Τα πλήκτρα με τους αριθμούς από το 0 ως το 9 είναι τοποθετημένα σε σειρές και χρειάζονται μια μικρή πίεση του δαχτύλου για να λειτουργήσουν. Θέλω να πω πως οι κινήσεις που απαιτούνται είναι σχεδόν οι ίδιες με εκείνες της άλλης, της περασμένης εποχής. Τότε που υπήρχαν ακόμη τηλεφωνικοί θάλαμοι και έμπαινες μέσα, έκλεινες την πόρτα πίσω σου, σήκωνες το ακουστικό, το έφερνες στο αυτί και ύστερα πληκτρολογούσες έναν έναν τους αριθμούς. Και περίμενες. Πότε με αγωνία, πότε με λαχτάρα, να ακούσεις τη φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής, στην άλλη άκρη του κόσμου.

Ανέκαθεν με γοήτευαν οι τηλεφωνικοί θάλαμοι. Ήταν αντικείμενα κινηματογραφικά, με ποιητικές προεκτάσεις, συμβολισμούς και συνειρμούς, αντάξια της ανθρώπινης τρωτότητας· εκείνης δηλαδή που φανερώνεται όταν σφραγίσει η πόρτα και μένει ο άνθρωπος μόνος με τις άφατες αλήθειες του. Συνήθιζα να καταλήγω στην Πλατεία Ελευθερίας μετά τις βραδινές μου εξόδους —τότε που η πλατεία ήταν ένας κεντρικός δρόμος και δύο περίπτερα— μόνο και μόνο για να χαζεύω τους θαλάμους. Κατασκόπευα από μακριά τις συνομιλίες που εκτυλίσσονταν εκεί μέσα, προσπαθώντας να ερμηνεύσω τις άηχες γκριμάτσες των προσώπων και τους μορφασμούς που σχηματίζονταν στα μέτωπα. Υπήρχαν νύχτες που η ουρά έξω από αυτούς ήταν μεγάλη. Συνήθως την αποτελούσαν ξένοι, τουρίστες οι περισσότεροι ή κάποιοι ξέμπαρκοι εργάτες από μακρινά μέρη. Περίμεναν ώρα αμίλητοι για να συνδεθούν με ό,τι υπήρχε στην άλλη άκρη του σύρματος και τους έκανε να αισθάνονται πως κάπου ανήκουν. Τους παρατηρούσα με περιέργεια, επιχειρούσα να φανταστώ τις ζωές και τις αγωνίες τους και, μέσα από αυτή την παρατήρηση, ο τηλεφωνικός θάλαμος έπαιρνε στο μυαλό μου το σχήμα των προσωπικών τους εξομολογήσεων.
Ήταν φορές που έμπαινα κι εγώ μέσα, όχι για να τηλεφωνήσω αλλά για να παρατηρήσω τα χαρτάκια και τις αγγελίες που υπήρχαν κολλημένα γύρω από τη συσκευή. Συνήθως ήταν αριθμοί τηλεφώνων κλειδαράδων ή ταξιτζήδων, υπήρχαν όμως και άλλες, παράξενες αγγελίες, που έμοιαζαν με κωδικοποιημένα μηνύματα προς άγνωστους παραλήπτες. Κάποτε εντόπιζα μια χαραγμένη καρδιά πάνω στο σώμα του τηλεφώνου, κάποτε αρχικά ονομάτων. Αποτυπώματα του μικρόκοσμου ενός τηλεφωνικού θαλάμου που δεν ήταν παρά παραπομπές και υποσημειώσεις για τον παραέξω κόσμο. Με θυμάμαι επίσης να κρατώ το ακουστικό και να το περιεργάζομαι σαν πολύτιμο αντικείμενο, γεμάτο ίχνη από προμελετημένες εξομολογήσεις, DNA και δαχτυλικά αποτυπώματα που αγωνιούσαν να περισώσουν την ιδιαιτερότητά τους. Όλα εκεί, μαζεμένα πάνω σ’ ένα τηλέφωνο που άλλοτε έμενε ανοιχτό να μετεωρίζεται σαν εκκρεμές κι άλλοτε έκλεινε απότομα και οριστικά, σαν τελευταία ανάσα.
Όταν μου τηλεφώνησε ο Σταύρος για να συμμετάσχω σ’ αυτή την ιδέα του +357 που σκέφτηκε ο Μάριος —έναν μεταμοντέρνο τηλεφωνικό θάλαμο στημένο έξω από το Δημοτικό Θέατρο Λευκωσίας, όπου ο καθένας θα μπορούσε να μπει και να ακούσει ιστορίες ειπωμένες σαν εκμυστηρεύσεις— κάτι μέσα μου ανατρίχιασε. Ήταν προφανώς όλες αυτές οι εικόνες που είχα συγκρατήσει από μια εποχή οριστικά χαμένη και, μαζί της, όλα εκείνα που, σημειολογικά τουλάχιστον, κουβαλούσαν κάτι από τις προσωπικές μας διακινδυνεύσεις. Εικόνες που εξακολουθούσαν να επιπλέουν η μία πάνω στην άλλη, σαν δροσερή πηγή νερού στην ξηρασία μιας πόλης που την οργώνουν πια μόνο οι διανομείς φαγητού. «Θα γράψει ο καθένας μας δύο ιστορίες», είπε ο Σταύρος. Θα έχουν παραλήπτη όποιον έχει την περιέργεια να μπει μέσα στον θάλαμο, να σηκώσει το ακουστικό, να πληκτρολογήσει τον αριθμό, να κάνει δηλαδή όλο εκείνο το ρεπερτόριο κινήσεων που ανασυνθέτει εποχή περασμένη. Μου άρεσε η ιδέα. Χάρηκα για λόγους βαθύτερους από τους προφανείς. Σε λίγες μέρες έστειλα τις δικές μου ιστορίες. Τις ηχογράφησα μάλιστα με τη φωνή μου. Και καθώς τις ηχογραφούσα ήταν όμορφο που φανταζόμουν κάποιον να στέκει ακίνητος στην άλλη άκρη της γραμμής, με την υπομονή που αρμόζει σε μια ιστορία, κλείνοντας έξω, έστω για λίγο, ένα κόσμο που ματαίως τρέχει.
Σύλληψη / Καλλιτεχνική Επιμέλεια: Μάριος Κακουλλής Συγγραφείς: Σταύρος Λαμπράκης, Ελένη Ξένου, Χαρά Ζυμαρά, Μάριος Κωνσταντίνου, Ναταλί Γιαξ̌ή Σχεδιασμός Ήχου: Della Σχεδιασμός εγκατάστασης: Έλενα Τερέπεη Τεχνολογικός σχεδιασμός: Μάριον Αλλαγιώτη Ανάπτυξη τεχνολογικών εφαρμογών: Μάριον Αλλαγιώτη, Οδυσσέας Οδυσσέως, Δημήτρης Σάγκοβιτς Σχεδιασμός γραφικών: Δημήτρης Ρουσής Εκτέλεση παραγωγής: HausCompanyTheatre
Η δημιουργία αποτελεί ανάθεση του Διεθνούς Φεστιβάλ Λευκωσίας σε συνεργασία με το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών και ο Τηλεφωνικός Θάλαμος θα βρίσκεται στην Πλατεία Δημοτικού Θεάτρου μέχρι την 1η Νοεμβρίου 2026.





























