ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Η τσαγιέρα που μιλά

Ο κόσμος, ωστόσο, δεν πάει έτσι. Δεν είναι μαύρο-άσπρο. Είναι, όπως επιμένει η Τοκάρτσουκ, τρεμοφεγγής: τη μια έτσι, την άλλη αλλιώς, ανάλογα με την οπτική γωνία

Ελένη Ξένου

Ελένη Ξένου

twitter

Μυρωδιά αχνιστού καφέ, αυλής μετά την καταιγίδα και υγρασίας πάνω σε φύλλα λεβάντας. Η πόλη ακόμα μισοάδεια και ο ουρανός διάφανος. Και αυτό βασικά που θέλω να περιγράψω είναι τη συνθήκη που με ωθεί να νιώσω το σπίτι σαν φωλιά και να χωθώ μέσα του για να αισθανθώ τη γενναιοδωρία της παρούσας στιγμής. Που πάει να πει να απλώσω στον σιδερένιο καναπέ της αυλής μου, που μοιάζει με τα παλιά κρεβάτια των γιαγιάδων —τότε που ο κόσμος της Κύπρου κοιμότανε έξω τα καλοκαίρια και ράντιζε συνειδητό και υποσυνείδητο με πεφταστέρια— και έτσι, κρυμμένη κάτω από μια βουκαμβίλια που μεγαλώνει με το λεπτό, να διακτινιστώ στον κόσμο που πλάθει η Όλγκα Τοκάρτσουκ στο βιβλίο της Εμπούσιον. Έχω μια αδυναμία σ’ αυτή τη συγγραφέα. Ίσως γιατί επιμένει στην τρυφερότητα, ορίζοντάς την ως την πιο ταπεινή μορφή αγάπης. Ίσως και επειδή λαχταρά εκείνον τον άλλο κόσμο, τον κόσμο της τσαγιέρας, και μ’ αυτό εννοεί τα παραμύθια που άκουγε παιδί, όταν είχε τη βεβαιότητα πως ακόμα και τα αντικείμενα έχουν τα δικά τους συναισθήματα και προβλήματα. Ότι δηλαδή τα πιάτα στο ντουλάπι μιλούσαν το ένα στο άλλο και τα κουτάλια, τα μαχαίρια και τα πιρούνια στο συρτάρι αποτελούσαν ένα είδος οικογένειας. Ομοίως, τα ζώα ήταν μυστηριώδη και σοφά πλάσματα με αυτεπίγνωση, αλλά και τα ποτάμια και τα δάση και οι δρόμοι ήταν ζώσες υπάρξεις που καταλάμβαναν χώρο και δημιουργούσαν την αίσθηση του ανήκειν. Αυτόν τον κόσμο λαχταρά και μέσα από τα βιβλία της αυτόν είναι που αντιτάσσει απέναντι στον σημερινό, όπου, όπως γράφει, «η πνευματικότητά μας είτε εξαφανίζεται είτε γίνεται επιφανειακή και τελετουργική ή αλλιώς απλώς γινόμαστε έρμαια δυνάμεων —φυσικών, κοινωνικών και οικονομικών— που μας μετακινούν σαν να είμαστε ζόμπι». Με την ενδόμυχη προσδοκία, λοιπόν, να διαφανεί κάτω από τις λέξεις της πόσο επιτακτική είναι η ανάγκη να κοιτάξουμε από κοντά και με προσοχή μια άλλη ύπαρξη που δεν είναι ο «εαυτός» μας, μήπως και έτσι επανέλθουμε στην τροχιά της τρυφερότητας, η Τοκάρτσουκ είναι η παρέα που επιζητώ μια τέτοια μυρωδάτη μέρα. Κρατώ μολύβι σε ετοιμότητα και αρχίζω το διάβασμα, ψάχνοντας για τις φράσεις και τις παραγράφους που θα μου ανοίξουν νέα περάσματα στον ψυχισμό της ύπαρξης, για κείνες, δηλαδή, τις μυστικές κρύπτες που θα με σπρώξουν λίγο πιο κοντά στην κατανόηση αυτού που μέχρι χθες μου φαινόταν θολό και μουτζουρωμένο. Το Εμπούσιον της Τοκάρτσουκ προκύπτει από έναν συνδυασμό της Έμπουσας και του Συμποσίου και είναι μια λέξη που επινοεί η συγγραφέας για να περιγράψει ένα «συμπόσιο ανδρών», όπου κάθονται, πίνουν και φιλοσοφούν, μιλώντας συχνά υποτιμητικά για τις γυναίκες, ενώ γύρω τους υπάρχει μια αόρατη θηλυκή δύναμη που τους παρατηρεί. Είναι ένα φιλοσοφικό, σκοτεινό και ειρωνικό μυθιστόρημα που συνομιλεί έντονα με το Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν. Αυτά πληροφοριακά.

Προχωρώ, ωστόσο, γιατί θέλω να σας μιλήσω συγκεκριμένα για μια παράγραφο που, καθώς τη διαβάζω, συνειδητοποιώ πως συμπυκνώνει όλη την παθογένεια της εποχής μας και ενδεχομένως σκιαγραφεί την παγίδα μέσα στην οποία, συνειδητά ή μη, έχουμε ήδη περιπέσει οι περισσότεροι. Λέει το εξής: «Επειδή δεν είμαστε σίγουροι για τον εαυτό μας, επινοούμε ένα πολύ σταθερό, άκαμπτο σύστημα που θα μπορούσε να μας κρατήσει όρθιους. Που θα απλοποιούσε κάθε περιττή, όπως τη θεωρούμε, περιπλοκή». Και ποια είναι η μεγαλύτερη απλοποίηση; «Να σκεφτόμαστε σε άσπρο-μαύρο, βασισμένοι σε απλές αντιθέσεις. Η σκέψη ορίζει ένα σετ ακραίων αντιθέσεων: άσπρο-μαύρο, μέρα-νύχτα, πάνω-κάτω, άντρας-γυναίκα. Αυτές καθορίζουν την αντίληψή μας. Δεν υπάρχει τίποτα ενδιάμεσο. Έτσι ιδωμένος ο κόσμος είναι κατά πολύ απλούστερος. Είναι δηλαδή πιο εύκολο να πλοηγηθούμε ανάμεσα στους δύο πόλους, εύκολο να ορίσουμε κανόνες συμπεριφοράς και εξαιρετικά εύκολο να αξιολογήσουμε τους άλλους, συχνά διατηρώντας για τον εαυτό μας την πολυτέλεια της αοριστίας». Με άλλα λόγια, αυτό που γράφει η συγγραφέας —και το βλέπω να κυκλοφορεί ξεδιάντροπα γύρω μας— είναι η πεποίθηση πως «οι ακραίες αντιθέσεις μάς προστατεύουν από μια πραγματικότητα που συγκροτείται από ένα πλήθος πολύ λεπτών αποχρώσεων». Ο κόσμος, ωστόσο, δεν πάει έτσι. Δεν είναι μαύρο-άσπρο. Είναι, όπως επιμένει η Τοκάρτσουκ, τρεμοφεγγής: τη μια έτσι, την άλλη αλλιώς, ανάλογα με την οπτική γωνία. Και άρα «όποιος εκπροσωπεί τον ενδιάμεσο κόσμο, που δύσκολα υποφέρεται γιατί δεν είναι ξεκάθαρος, προκαλεί απροθυμία και μίσος, γιατί υπενθυμίζει πως η εικόνα ενός ασπρόμαυρου κόσμου είναι απατηλή και καταστροφική».

Ή, για να το πούμε αλλιώς, ο τόπος «ανάμεσα» εξασφαλίζει μια ιδιόμορφη αστάθεια μέσα μας και δεν επιτρέπει σε κανένα δόγμα να εδραιωθεί. Αυτό είναι προφανώς που μας φοβίζει. Η απομάκρυνση από την πλάνη των ασπρόμαυρων βεβαιοτήτων μας. Ένα από τα ερωτήματα, ωστόσο, που δραπετεύει από το βιβλίο και αιωρείται στην ατμόσφαιρα είναι μήπως έφτασε η ώρα να αισθανθούμε επιτέλους τις αποχρώσεις. Και να τολμήσουμε να κοιτάξουμε προς έναν κόσμο που κείται πέραν από τον άκαμπτο εαυτό μας. Έναν κόσμο ανοιχτό σε όλα τα ενδεχόμενα. Ακόμα και στις ιστορίες που ψυθιρίζει μια τσαγιέρα. Κάνω αυτή την σκέψη λοιπόν, την υπογραμμίζω σφικτά με το μολύβι μου και την μοιράζομαι μαζί σας.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Χειρόγραφα: Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ