ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Κλαρίσα Γουόρντ: Οι αναμνήσεις της δημοσιογράφου από τον πόλεμο στο Αφγανιστάν

Πρόκειται για τη γυναίκα που πρωτοστάτησε μεταδίδοντας τα γεγονότα στην Καμπούλ, μιλώντας ακόμα και με οπλοφόρους Ταλιμπάν

Kathimerini.gr

Η επικεφαλής στο τμήμα ανταποκριτών του CNN, που αποτέλεσε μία από τις πιο προβεβλημένες δημοσιογράφους κατά την αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν, αποφάσισε να γίνει ρεπόρτερ μετά από μία «αναλαμπή» κατά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001.

Πρόκειται για τη γυναίκα που πρωτοστάτησε μεταδίδοντας τα γεγονότα στην Καμπούλ, μιλώντας ακόμα και με οπλοφόρους Ταλιμπάν.

Όπως ανέφερε, «είχα τέσσερις μέρες να κοιμηθώ και να δω τα παιδιά μου, ηλικίας 1 και 3 ετών, στο σπίτι των γονιών μου στη Γαλλία. Στη συνέχεια, έφυγα ξανά, πίσω στη δουλειά, με ενδιάμεσες στάσεις το Κατάρ και Πακιστάν, από όπου διέσχισα τα σύνορα με το Αφγανιστάν».

Η Γουόρντ, ήταν τις τελευταίες ημέρες στο επίκεντρο, καθώς οι ανταποκρίσεις της μετέφεραν εικόνα και ήχους πολέμου, συχνά με πυροβολισμούς στο παρασκήνιο και την Καμπούλ να οδεύει προς το χάος.

Μαζί με την ομάδα της, ζούσε με αυγά, μπισκότα και ενεργειακές μπάρες, ενώ κάλυπτε την αποχώρηση των στρατευμάτων των ΗΠΑ και την ξαφνική επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία. Μερικές φορές, δεν μπορούσε και το… συναίσθημα έβγαινε στον αέρα.

«Δεν μπορώ να κάτσω με μια Αφγανή, η οποία κλαίει με την καρδιά της και λέει ότι οι κόρες της θα πρέπει να μεγαλώσουν στο Αφγανιστάν υπό την ηγεσία των Ταλιμπάν και να μην συγκινηθώ», είπε η 41χρονη και πρόσθεσε πως δεν την κάνει λιγότερο καλή δημοσιογράφο η ανθρώπινη πλευρά και η συγκίνηση της.

Η δουλειά της περιελάμβανε ανταποκρίσεις και σε άλλες ζώνες συγκρούσεων, συμπεριλαμβανομένης της Βαγδάτης και του Χαλεπίου της Συρίας, που συχνά την έθεταν σε κίνδυνο.

Όπως αφηγείται στα απομνημονεύματά της, γεννήθηκε στο Λονδίνο από Αμερικανίδα μητέρα, σχεδιάστρια εσωτερικών χώρων και Βρετανό πατέρα, τραπεζίτη. Είχε 11 διαφορετικές νταντάδες μέχρι την ηλικία των 8 ετών. Ως σπίτι, είχε μια σειρά από αρχοντικά στο Upper East Side του Μανχάταν, τα οποία η μητέρα της ανακαίνιζε. Στη συνέχεια, μπήκε στα εκλεκτά βρετανικά οικοτροφεία Godstowe και Wycombe Abbey.

Η ιδέα να ακολουθήσει καριέρα στη δημοσιογραφία της ήρθε στις 11 Σεπτεμβρίου 2001, όταν ήταν στην τελευταία χρονιά στο Γέιλ, όπου ο κύριος στόχος της ήταν η λογοτεχνία. Οι επιθέσεις την έκαναν να συνειδητοποιήσει ότι υπήρχε ένας κόσμος ριζικά διαφορετικός από όλα όσα ήξερε, ένας κόσμος που φαινόταν ελάχιστα κατανοητός στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη.

«Ακούγεται αλαζονικό, αλλά ήξερα ότι έπρεπε να πάω στην πρώτη γραμμή, να ακούσω τις ιστορίες των ανθρώπων που ζούσαν εκεί και να τις διηγηθώ στους ανθρώπους πίσω στο σπίτι», έγραψε στο βιβλίο της.

Μετά από την πρακτική της στο CNN, η Γουόρντ σπούδασε αραβικά και απέκτησε εμπειρία με την κάμερα στη Βηρυτό, τον Λίβανο και τη Βαγδάτη ως ρεπόρτερ για το Fox News. Έφυγε για το ABC, όπου εργάστηκε στη Μόσχα και το Πεκίνο και προσλήφθηκε το 2011 από τον Ντέιβιντ Ρόουντς τότε πρόεδρο του CBS News. Πόζαρε ως τουρίστρια για να μπορέσει να μπει στην εμπόλεμη Συρία, γυρίζοντας η ίδια τα βίντεο και κρύβοντας το υλικό σε κάρτες μνήμης ραμμένες στα εσώρουχά της. Η κάλυψη αυτή της έδωσε το δημοσιογραφικό βραβείο Peabody.

«Είναι μια τέχνη και μια ικανότητα, και απαιτεί μεγάλη εμπειρία για να κρίνεις ότι πρέπει να κάνεις ό,τι κάνεις με ασφάλεια. Υπάρχουν πολύ λίγοι άνθρωοι παγκοσμίως που είναι πραγματικά καλοί σε αυτό, κάτω από 10 και η Γουόρντ είναι ένας από αυτούς», ανέφερε ο Ρόουντς.

Η Γουόρντ μπήκε στην ομάδα του CNN το 2015 και επέστρεψε στη Συρία, και πάλι σε μυστική αποστολή, καθιστώντας την μία από τους λίγους Δυτικούς δημοσιογράφους πίσω από τις γραμμές των ανταρτών. Το 2018, προήχθη σε επικεφαλής του τμήματος ανταποκριτών. Στην τελευταία αποστολή της, έφτασε στο Αφγανιστάν στις 2 Αυγούστου, σχεδιάζοντας να μείνει μόνο δύο εβδομάδες.

«Ποτέ δεν θα μπορούσα να φανταστώ ότι αυτές οι δύο εβδομάδες, θα είχαν μετατραπεί σε πολλές εβδομάδες και θα ήμασταν εκεί παρουσιάζοντας την την πτώση της Καμπούλ, και η πτώση της Καμπούλ θα γινόταν μέσα σε λίγες ώρες, με σχεδόν κανέναν πυροβολισμό, ένα ήσυχο απόγευμα Κυριακής», επεσήμανε.

Στις αρχές του μήνα, βρισκόταν στην πρώτη γραμμή με τα συμμαχικά Αφγανικά στρατεύματα στην Κανταχάρ. Τρεις ημέρες αργότερα, οι Ταλιμπάν κατέλαβαν την πόλη.

Μέχρι τις 14 Αυγούστου, η ίδια και η ομάδα της είχαν μετακομίσει σε ένα οχυρωμένο συγκρότημα στην Καμπούλ, όπου ήλπιζαν για ένα διάλειμμα». «Ωστόσο, πολύ γρήγορα μάθαμε ότι οι Ταλιμπάν ήταν προ των πυλών. Το απόγευμα άρχισαν να μπαίνουν στην πόλη», πρόσθεσε.

Στις 16 Αυγούστου, ντυμένη με μια ολόσωμη μαύρη φορεσιά, έκανε ανταπόκριση από έναν δρόμο έξω από την Πρεσβεία των ΗΠΑ και δίπλα της οι Ταλιμπάν να γλεντούν. «Απλώς φωνάζουν “Θάνατος στην Αμερική”», είπε, αντικρίζοντας την κάμερα του CNN. «Φαίνονται φιλικοί ταυτόχρονα. Είναι εντελώς παράξενο».

Σς άλλο ρεπορτάζ, που μεταδόθηκε ζωντανά, καθώς ήταν ανάμεσα στα μέλη των Ταλιμπάν στην Καμπούλ, η ίδια υπογράμμισε μια ιδιαίτερη πρόκληση που είχε να αντιμετωπίσει: «Μου είπαν απλά να σταθώ στο πλάι γιατί είμαι γυναίκα», είπε στους τηλεθεατές.

Καθώς περνούσαν οι μέρες, πήρε συνέντευξη από πολύ φοβισμένες γυναίκες που προσπαθούσαν να βρουν διέξοδο από τη χώρα. Από το Διεθνές Αεροδρόμιο Χαμίντ Καρζάι της Καμπούλ στις 18 Αυγούστου, η Γουόρντ ανέφερε ότι μαχητές των Ταλιμπάν χτύπησαν ανθρώπους που προσπαθούσαν να διαφύγουν με ξύλα και πυροβόλησαν τα πλήθη.

Ο πρόεδρος του CNN, επαίνεσε τα ρεπορτάζ της, επικαλούμενος όχι μόνο την κάλυψή της στο Αφγανιστάν, αλλά τις αποστολές της φέτος σχετικά με τη δηλητηρίαση του ηγέτη της ρωσικής αντιπολίτευσης Αλεξέι Ναβάλνι, το στρατιωτικό πραξικόπημα στη Μιανμάρ και τον αντίκτυπο της πανδημίας στην Ινδία.

«Δυσκολεύομαι να πω ότι η Κλαρίσα δεν ήταν η πιο σημαντική πρόσληψη που έχω κάνει. Είναι πρόθυμη να πάει εκεί που οι άλλοι δεν θα πάνε», είπε.

Η ίδια θεωρεί τον εαυτό της ως ρεπόρτερ που προσπαθεί να μεταφέρει στους θεατές για το τι συμβαίνει στις ζώνες συγκρούσεων, ενώ παράλληλα καταγράφει τις εμπειρίες και τις αντιδράσεις όσων επηρεάζονται άμεσα.

«Δεν είναι δουλειά μου να πω αν έχει γίνει σωστά ή όχι», είπε για την αποχώρηση των στρατευμάτων. «Είναι δουλειά μου να δώσω φωνή σε αυτούς τους ανθρώπους και να πω ότι έτσι αισθάνονται».

Είπε ότι θα συνεχίσει να καλύπτει το Αφγανιστάν. «Οι Ταλιμπάν, προς το παρόν, μιλούν. Η δουλειά μας ως δημοσιογράφων είναι να παραμείνουμε για αρκετό καιρό για να μάθουμε αν οι γυναίκες περπατούν. Αν αρχίσουμε να βλέπουμε αντίποινα, δολοφονίες, καταπάτηση των δικαιωμάτων των γυναικών πρέπει να πούμε και να φωνάξουμε αυτήν την ιστορία», πρόσθεσε.

Πηγή: ΝΥΤ

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Kathimerini.gr

Κόσμος: Τελευταία Ενημέρωση