ΠΗΓΗ: ΒΒC
Όσο ο πόλεμος παρατείνεται, τόσο στενεύουν τα περιθώρια επιλογών για τις ΗΠΑ και το Ιράν, με τη σύγκρουση να οδηγείται σε μια φάση αυξημένης αβεβαιότητας και περιορισμένων διεξόδων αποκλιμάκωσης.
Εδώ και εβδομάδες, η Ουάσιγκτον και το Ισραήλ υποστηρίζουν ότι η στρατιωτική ισχύς της Τεχεράνης έχει υποστεί σοβαρό πλήγμα. Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Αμερικανός υπουργός Αμυνας Πιτ Χέγκσεθ επιμένουν πως τα συνεχή πλήγματα έχουν αποδυναμώσει τη διοίκηση του Ιράν και ότι έχουν περιορίσει αποφασιστικά τις επιχειρησιακές του δυνατότητες.
Με βάση αυτήν την εκτίμηση, η σύγκρουση θα έπρεπε ήδη να βαίνει προς εκτόνωση. Ωστόσο, η πραγματικότητα δείχνει το αντίθετο. Η κλιμάκωση συνεχίζεται, με μεγαλύτερη ένταση και χωρίς σαφή σημεία εξόδου.
Η εκτόξευση δύο πυραύλων προς τη βάση ΗΠΑ-Ηνωμένου Βασιλείου στο Ντιέγκο Γκαρσία στον Ινδικό Ωκεανό, σε απόσταση περίπου 3.800 χιλιομέτρων, ενίσχυσε τις ανησυχίες για τις πραγματικές δυνατότητες του Ιράν. Μέχρι πρότινος, σύμφωνα με εκτιμήσεις, η εμβέλεια των ιρανικών πυραύλων δεν ξεπερνούσε τα 2.000 χιλιόμετρα.
Ταυτόχρονα, εγείρονται ερωτήματα για το ποιος καθοδηγεί την ιρανική στρατηγική. Αν, όπως υποστηρίζεται, σημαντικό μέρος της ηγεσίας έχει εξουδετερωθεί -συμπεριλαμβανομένου του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ και κορυφαίων στελεχών των Φρουρών της Επανάστασης- τότε πώς διατηρείται η συνοχή και η αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων;
Η αβεβαιότητα εντείνεται από τη σιωπή του διαδόχου, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, ο οποίος δεν έχει εμφανιστεί δημόσια. Σε ένα σύστημα εξουσίας που βασίζεται στην κεντρική καθοδήγηση, η απουσία ορατής ηγεσίας δημιουργεί ερωτήματα για τη δομή λήψης αποφάσεων.
Παρά ταύτα, οι κινήσεις του Ιράν δεν παραπέμπουν σε κατάρρευση. Η επίθεση στην Ντιμόνα, περιοχή που συνδέεται με το ισραηλινό πυρηνικό πρόγραμμα, και τα πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές υποδηλώνουν συντονισμό και πρόθεση συμμετρικής κλιμάκωσης. Η υπόθεση ότι η εξουδετέρωση της ιρανικής ηγεσίας θα οδηγούσε σε παράλυση φαίνεται να αμφισβητείται.
Αυτό δημιουργεί ένα άμεσο διπλωματικό πρόβλημα: Με ποιον συνομιλείς; Ο πρόεδρος του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν παραμένει στο περιθώριο, ενώ η ανάδειξη του Μοτζτάμπα Χαμενεΐ δεν έχει συνοδευτεί από σαφή πολιτική παρουσία. Το αποτέλεσμα είναι περιορισμένες δυνατότητες διαπραγμάτευσης, σε μια στιγμή που θα ήταν κρίσιμες.
Από την πλευρά της Τεχεράνης, η δυσπιστία απέναντι στις διαπραγματεύσεις ενισχύεται. Τους τελευταίους μήνες, δύο γύροι συνομιλιών για το πυρηνικό πρόγραμμα συνοδεύτηκαν τελικά από στρατιωτική δράση. Σύμφωνα με Ιρανούς αξιωματούχους, κατά τον τελευταίο γύρο στη Γενεύη είχαν καλυφθεί τα περισσότερα ζητήματα. Ωστόσο, οι επιθέσεις ξεκίνησαν την επόμενη ημέρα.
Παράλληλα, η Ουάσιγκτον αυξάνει την πίεση. Το τελεσίγραφο Τραμπ για επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ εντός 48 ωρών, με απειλή πλήγματος σε ενεργειακές υποδομές, οδήγησε σε αντίστοιχες ιρανικές απειλές για πλήγματα σε στόχους σε όλη την περιοχή και ακόμη και σε ναρκοθέτηση του Περσικού Κόλπου.
Η δυναμική αυτή δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο κλιμάκωσης. Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ διαθέτουν τη δυνατότητα να προκαλούν σημαντικές καταστροφές μέσω αεροπορικών επιθέσεων, χωρίς όμως να εξασφαλίζουν καθοριστικό αποτέλεσμα. Από την άλλη πλευρά, το Ιράν μπορεί να απαντά, αυξάνοντας το κόστος χωρίς να οδηγείται σε άμεση κατάρρευση.
Η προσωρινή υπαναχώρηση Τραμπ, με την ανακοίνωση πενθήμερης παύσης των επιθέσεων κατά ενεργειακών εγκαταστάσεων, προσφέρει μια πιθανή διέξοδο αποκλιμάκωσης. Η αντίδραση των αγορών -με πτώση των τιμών πετρελαίου- υποδηλώνει συγκρατημένη ανακούφιση, χωρίς όμως να αναιρεί την αβεβαιότητα.
Το βασικό ερώτημα παραμένει: Ποιος λαμβάνει τις αποφάσεις στην Τεχεράνη και ποιος ελέγχει τους μηχανισμούς ασφαλείας, οι οποίοι φαίνεται να λειτουργούν με αυξημένη αυτονομία.
Εάν η κατάσταση συνεχιστεί και τα Στενά του Ορμούζ παραμείνουν πεδίο αντιπαράθεσης, οι συνέπειες θα μπορούσαν να είναι εκτεταμένες, επηρεάζοντας εκατομμύρια ανθρώπους στην περιοχή, ιδίως ως προς την πρόσβαση σε ενέργεια και βασικές υπηρεσίες.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι επιλογές περιορίζονται. Η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει το δίλημμα μεταξύ περαιτέρω κλιμάκωσης και αναζήτησης συμφωνίας, χωρίς εγγυήσεις επιτυχίας. Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, δεν μπορεί εύκολα να υποχωρήσει χωρίς να εμφανιστεί αδύναμη, ενώ η συνέχιση της έντασης ενέχει τον κίνδυνο σοβαρού λάθους.




























