ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Η κίνηση, η αέναη, ακατάπαυστη κίνηση

Η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια θυμίζει τους καρχαρίες που κινούνται ακόμα και όταν κοιμούνται

Newsroom Κ, Αθήνα

ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΜΑΓΚΛΙΝΗ

ΟΛΓΚΑ ΤΟΚΑΡΤΣΟΥΚ
Πλάνητες
μτφρ.: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου
εκδ. Καστανιώτη, 2020, σελ. 464

Στην αρχή διάβαζα «Πλανήτες», με τον τόνο στο ήτα. Ομως, ο σωστός τίτλος του βιβλίου της Πολωνής Ολγκα Τοκάρτσουκ είναι «Πλάνητες». Η αγγλική μετάφραση φέρει τον τίτλο «Flights», που παραπέμπει στις «πτήσεις» ή σε «φυγές», «διαφυγές», «αποδράσεις». Το ελληνικό «Πλάνητες» όμως νομίζω είναι πιο εύστοχο (γενικά η μετάφραση της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου από τα πολωνικά είναι υποδειγματική), διότι εδώ δεν έχουμε απλώς να κάνουμε με ταξίδια αεροπορικά ή αποδράσεις από κάτι προς κάτι. Στους «Πλάνητες» το θέμα, αν όχι και ο ίδιος ο πρωταγωνιστής, είναι η κίνηση καθεαυτή, η αέναη, ακατάπαυστη κίνηση, η περιπλάνηση ως στάση ζωής, ως τρόπος σκέψης και ονειροπόλησης, στοχασμού και ως διαρκής εσωτερική μεταμόρφωση. (Ενας λόγος που διάβαζα «πλανήτες» ήταν και αυτός: τα ουράνια σώματα βρίσκονται σε διαρκή κίνηση στο Διάστημα). Δεν είναι ο προορισμός ούτε η χιλιοειπωμένη «χάρη του ταξιδιού»: ίσα ίσα, σε κάποια από αυτά τα εκατόν δεκαέξι επεισόδια που συνθέτουν αυτό το χωρίς φαινομενική πλοκή μυθιστόρημα, η έκβαση του ταξιδιού είναι πολύ δυσάρεστη και η όποια σαγήνη χάνεται.

Η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια (μα και χρονικογράφος και σχολιογράφος, δοκιμιογράφος, συγγραφέας ημερολογίου και προσωπικών σημειωματαρίων, διηγηματογράφος – η αφηγήτρια της Τοκάρτσουκ είναι όλα αυτά μαζί, συχνά ταυτόχρονα, καθιστώντας το όλο κείμενο εξόχως υβριδικό) θυμίζει τους καρχαρίες που κινούνται ακόμα και όταν κοιμούνται. Αν πάψουν να κινούνται, θα μείνουν από οξυγόνο και θα πεθάνουν. Σημείο εκκίνησης του μυθιστορήματος είναι η ανώνυμη αφηγήτρια, που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η ίδια η συγγραφέας αλλά μπορεί και όχι, η οποία παρατηρεί τον κόσμο μέσα από ένα παράθυρο. Ο κόσμος της είναι η κομμουνιστική Πολωνία στα τέλη της δεκαετίας του ’60 (ένας κόσμος αφόρητης στατικότητας και ασφυξίας). Επειτα είναι οι μάλλον στατικοί γονείς της και στη συνέχεια μια πρώτη απόπειρα «διαφυγής» και περιπλάνησης στον ποταμό Οντερ.

Tο θραυσματικό, αποσπασματικό μυθιστόρημα της Τοκάρτσουκ είναι ένα ποτάμι με γάργαρο δροσερό νερό, γεμάτο ορμητικά ρεύματα και μικρούς ή μεγάλους καταρράκτες, βράχια και φύλλα, κλαριά και ψάρια, στο οποίο όμως πράγματι «δεν μπαίνεις ποτέ δύο φορές».

Οπως αναφέρει η αφηγήτρια, κάπου είχε διαβάσει ότι ποτέ δεν μπαίνεις στο ίδιο ποτάμι δύο φορές. Αυτή η έμμεση αναφορά στο περίφημο χωρίο του Ηράκλειτου μας προδιαθέτει για τη συνέχεια: το θραυσματικό, αποσπασματικό μυθιστόρημά της είναι ένα ποτάμι με γάργαρο δροσερό νερό, γεμάτο ορμητικά ρεύματα και μικρούς ή μεγάλους καταρράκτες, βράχια και φύλλα, κλαριά και ψάρια, στο οποίο όμως πράγματι «δεν μπαίνεις ποτέ δύο φορές». Από το ένα απόσπασμα στο άλλο, από το ένα επεισόδιο στο άλλο, δεν μπορείς ποτέ να ξέρεις ποτέ τι σε περιμένει. Και όμως είναι ένας συμπαγής κόσμος μέσα στο ετερόκλητο, χαώδες εκ πρώτης όψεως περιεχόμενό του.

Ο ανυποψίαστος αναγνώστης περιμένει στην αρχή πως θα ακολουθήσουμε με έναν τρόπο γραμμικό την πορεία της αφηγήτριας, πολύ γρήγορα αποδεικνύεται όμως ότι αυτό δεν ισχύει: τα ταξίδια της στον χρόνο και στον χώρο πάνε συνεχώς μπρος-πίσω. Στην πραγματικότητα, παρά την πρωτοπρόσωπη οπτική, η αφηγήτρια μοιάζει να είναι μια καλά μεταμφιεσμένη τριτοπρόσωπη «παντεπόπτρια αφηγήτρια» που έχει εποπτεία πάνω σχεδόν στο οτιδήποτε. Δεν είναι τυχαίο ότι σε κάποιο σημείο του βιβλίου, συναντά μια ταξιδιώτισσα η οποία φιλοδοξεί να γράψει ένα βιβλίο στο οποίο θα καταγράφονται όλες οι κακές πράξεις από καταβολής κόσμου.

Ανατρέχοντας στην Ιστορία, σε μια όμως πιο απόκρυφη Ιστορία, στο περιθώριο των μεγάλων προσωπικοτήτων και γεγονότων, από ιατρικά χρονικά της ανατομίας του δεκάτου εβδόμου αιώνα έως την περίφημη μεταφορά της καρδιάς του νεκρού Φρειδερίκου Σοπέν (ο μεγάλος συνθέτης είχε τον βαθύ φόβο της νεκροφάνειας και είχε ζητήσει μετά τον θάνατό του να αφαιρεθεί η καρδιά του για παν ενδεχόμενο), βλέπουμε ότι πλάνητες δεν είμαστε εμείς οι ίδιοι με τα σώματά μας αλλά τα σώματά μας από μόνα τους, αυτόνομα σχεδόν, όπως και τα όργανά μας. Η περιπλάνηση της Πολωνής συγγραφέως δεν είναι αποκλειστικά γεωγραφική, εννοείται, είναι μια περιπλάνηση και στον χρόνο, στην Ιστορία, στη μνήμη, την ατομική και τη συλλογική, αλλά και στο ίδιο το ανθρώπινο σώμα. Η σάρκα πλανάται με πολλούς και διαφόρους τρόπους άλλωστε.

Εύστοχα μας υπενθυμίζει το περιοδικό The New Yorker ότι το βιβλίο αυτό είναι γραμμένο εδώ και περίπου δέκα χρόνια. Συνεπώς, αγνοεί την προσφυγική, μεταναστευτική πυρετώδη, και γεμάτη τραγικότητα, κίνηση των τελευταίων ετών. Αυτό δεν σχολιάζεται εδώ ως μειονέκτημα του βιβλίου αλλά ως ένα παράξενο, ειρωνικό γύρισμα της τύχης: το βιβλίο δεν μυθοποιεί και δεν ωραιοποιεί την έννοια του ταξιδιού που τόση αποθέωση έχει γνωρίσει τα τελευταία χρόνια. Τα φθηνά αεροπορικά εισιτήρια και οι τουριστικές προσφορές, το Instagram και το facebook, με τον ορυμαγδό των «ιδανικών» φωτογραφιών μας από ταξίδια, κοντινά ή εξωτικά, όλα συνέβαλαν σε μια «φετιχοποίηση» του ταξιδιού, αν όχι και των ζωών μας των ίδιων γενικά. Αντίθετα, όμως, οι «Πλάνητες» θέτουν την έννοια της κίνησης ως θεμελιώδη συνιστώσα της ανθρώπινης ύπαρξης διαχρονικά, συνεπώς είναι κάτι περισσότερο από επίκαιρο αυτή την ταραγμένη στιγμή που ζούμε.

«Σύνδρομο Επαναλαμβανόμενης Αποτοξίνωσης»

Η στιγμή που ζούμε είναι ταραγμένη και για έναν ακόμη λόγο: εξαιτίας της πανδημίας – η οποία, άλλη ειρωνεία εδώ, δυναμίτισε την τουριστική βιομηχανία και ειδικά τα αεροπορικά ταξίδια. Ειπώθηκε μάλιστα ότι αυτή η αλόγιστη ανταλλαγή πληθυσμών (ένα Σαββατοκύριακο στο Μπαλί τα τελευταία χρόνια έγινε περίπου κοινός τόπος για πολλούς) επέφερε και τη μετάδοση αλλά και μετάλλαξη ιών και μικροβίων. Η στατικότητα της καραντίνας μοιάζει να βρίσκεται στον αντίποδα της φιλοσοφίας που διέπει τους «Πλάνητες» της Τοκάρτσουκ. Δεν το νομίζω όμως: το μυαλό, η σκέψη, όπως ευφυώς δείχνει η συγγραφέας με περισσότερους από έναν τρόπο, δεν παύει ποτέ. Εξάλλου, όπως προείπα, δεν είναι το ταξίδι, με την τρέχουσα έννοια του συρμού το θέμα της (στ’ αλήθεια, όποιος πάρει να διαβάσει αυτό το βιβλίο προσδοκώντας να απολαύσει μια προχωρημένη ταξιδιωτική λογοτεχνία, θα απογοητευθεί), αλλά αυτή η ενστικτώδης, ανακλαστική κίνηση προς τα μπροστά, προς οπουδήποτε. Κινούμαι άρα υπάρχω, μοιάζει να λέει η συγγραφέας. Με ό,τι αυτό περιλαμβάνει: ευτυχίες και δυστυχίες – ρωτήστε και τον δύστυχο Πολωνό Κουνίτσκι να σας πει, έναν από τους πολλούς «ήρωες» αυτού του βιβλίου.

Από την αρχή, η αφηγήτρια της Τοκάρτσουκ διευκρινίζει πως η κατάστασή της δεν είναι κάτι φυσιολογικό ή ομαλό αλλά μια «ιστορία ανεπάρκειας», ένα σύνδρομο. Το αποκαλεί μάλιστα «Σύνδρομο Επαναλαμβανόμενης Αποτοξίνωσης», κατά βάθος, όπως γράφει, «μια πολύ αστική ασθένεια»: «με τραβάει οτιδήποτε είναι χαλασμένο, ατελές, σπασμένο, ραγισμένο. Ενδιαφέρουν σε οποιαδήποτε μορφή τα λάθη της δημιουργίας τα αδιέξοδα. (…) Οι μορφές που δεν υπακούουν στη συμμετρία, που πολλαπλασιάζονται, αναπτύσσονται προς τα πλάγια, βλασταίνουν ή, αντιθέτως, συμπυκνώνουν τα πολλά σε ένα».

Αν ρωτούσαμε έναν ογκολόγο ενδεχομένως να μας επιβεβαίωνε την υποψία ότι ειδικά στην τελευταία πρόταση κρύβεται ένας ωραίος ορισμός του καρκίνου ως νόσου. Αυτό είναι ένα τυπικό παράδειγμα πρότασης της Τοκάρτσουκ: ένα και δύο επίπεδα νοήματος συμπυκνωμένα μέσα στην ίδια πρόταση ή παράγραφο.

Στην ελληνική έκδοση του βιβλίου έχει συμπεριληφθεί ως επίμετρο η ομιλία της συγγραφέως (στη φωτογραφία, υπογράφει αντίτυπα των βιβλίων της) στη Στοκχόλμη.

Είπα «νόημα» και θυμήθηκα το εξής: το ταξίδι, ειδικά όπως το προβάλλαμε μέσα από τους λογαριασμούς μας στα κοινωνικά δίκτυα, λογίζεται ως μια αποθέωση της ύπαρξης, κυρίως της «εμπειρίας». Είναι «εμπειρία» να κολυμπήσεις με καρχαρίες στις Μπαχάμες ή στο Κεϊπτάουν. Είναι «εμπειρία» να επισκεφθείς τον πύργο του αιμοβόρου Ντράκιουλ στα Καρπάθια. Είναι «εμπειρία» να δοκιμάσεις τα κρασιά στους αμπελώνες της Καλιφόρνιας ή να περπατήσεις στα τείχη της μεσαιωνικής Λούκα στην Τοσκάνη. Και τα λοιπά, και τα λοιπά. Οπου όμως «εμπειρία» είναι η λέξη - αμφίεση που χρησιμοποιούμε για την απόλαυση, την ευχαρίστηση.

Το πρόβλημα με την ευχαρίστηση είναι ότι διαρκεί λίγο. Τελειώνει και μετά θες κι άλλη. Κι άλλη. Γίνεται η δίνη του εθισμού. Αντίθετα, η επιδίωξη, η αναζήτηση του νοήματος πάνω στα πράγματα έχει μια διάρκεια η οποία απαλύνει, σε ένα βαθμό έστω, την ανελέητη ροή του χρόνου.

Με άλλα λόγια, αυτό που λέμε «νόημα» είναι κατά βάση μια καταβύθιση θανάτου: το να δώσεις στον θάνατο νόημα, ένα νόημα έστω, ισοδυναμεί με το να δώσεις νόημα στα πράγματα, μέσα σου και γύρω σου. Δεν είναι μόνον δύσκολο, συχνά είναι και άχαρο – και οπωσδήποτε δεν προϋποθέτει την «ευχαρίστηση», αυτό το «να περνάτε όμορφα» των ραδιοφωνικών παραγωγών.

Νομίζω, λοιπόν, πως αυτό κατορθώνει μέσα από το πολυπρισματικό ψηφιδωτό που συνδέει τα πιο ανόμοια πράγματα η Τοκάρτσουκ. Η κίνηση προϋποθέτει και σύνδεση, συνδέσεις. Και μπορεί αυτό να το κατορθώνει έχοντας στις αποσκευές της μεγάλες λογοτεχνίες, από τους αρχαίους κλασικούς και τον Μοντένιο έως τον Μέλβιλ, τον Ζέμπαλντ και τον Ιταλο Καλβίνο, αλλά το κατορθώνει με τη δική της φωνή. Συχνά, διαβάζοντας τους «Πλάνητες» θυμήθηκα τον σκοτεινό συμπατριώτη της, τον αυτόχειρα Γέρζι Κοζίνσκι των αριστουργηματικών «Βημάτων», αλλά και την περίφημη «Μουσική για αεροδρόμια», το κλασικό πια μουσικό άλμπουμ του Μπράιαν Ινο (Ambient

1: Music for Airports, 1978). Εχει όντως κάτι ambient η ατμοσφαιρική γραφή της Τοκάρτσουκ, η λεπτή ειρωνεία της και η ήσυχη, ρυθμική μελαγχολία της πρόζας της, η οξυδερκής παρατηρητικότητά της και ο λοξός στοχασμός της.
Δικαίως στο βιβλίο απονεμήθηκε το βραβείο Μπούκερ, το σημαντικότερο βρετανικό λογοτεχνικό βραβείο, και στην ίδια την Τοκάρτσουκ το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας. Σοφή επιλογή η ελληνική έκδοση να συμπεριλάβει ως επίμετρο την εξαιρετική ομιλία της συγγραφέως στη Στοκχόλμη.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Βιβλίο: Τελευταία Ενημέρωση

Η βιογραφία θα είναι γραμμένη από τον ομότεχνό του Μπλέικ Μπέιλι, γνωστό μεταξύ άλλων για τις βιογραφίες του Τζον Τσίβερ και του Ρίτσαρντ Γέιτς

Βιογραφία του Ροθ το 2021

Η πολυαναμενόμενη βιογραφία του Αμερικανού συγγραφέα πρόκειται να κυκλοφορήσει στις 6 Απριλίου 2021
Newsroom Κ, Αθήνα
 |  ΒΙΒΛΙΟ
Oι κανόνες που έδινε στους ηθοποιούς ο Λευτέρης Βογιατζής δεν ήταν κανόνες τού πώς να παίζεις, αλλά τού «πώς να διαθέτεις τον εαυτό σου»

«Εψαχνε κάθε λέξη...»

Τα πρακτικά της διημερίδας εκδόθηκαν σε ένα τόμο με τίτλο «Ο σκηνοθέτης, ο ηθοποιός Λευτέρης Βογιατζής»
Newsroom Κ, Αθήνα
 |  ΒΙΒΛΙΟ