ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Η τέχνη στο δημόσιο χώρο ως διάλογος

Η «Κ» ανοίγει τη συζήτηση για το ποια είναι τα κριτήρια καλλωπισμού μιας πλατείας και πώς «θυμόμαστε» ένα συλλογικό γεγονός

Της Λουΐζας Λούη

Η δημόσια τέχνη είναι ένας όρος εξαιρετικά αμφιλεγόμενος και δύσκολος να κατανοηθεί και να αναπτυχθεί, αφού για τον καθένα μας αυτή η μορφή τέχνης μπορεί να οριστεί διαφορετικά και αρκετά υποκειμενικά. Ο καλλιτέχνης μπορεί να δει ένα δημόσιο έργο τέχνης ως το κίνητρο ενός ατόμου: να αφιερώσει μερικές στιγμές από την καθημερινή του ρουτίνα να το σκεφτεί, να το θαυμάσει, να το παρατηρήσει, να το «ακούσει» και να αντιδράσει σε αυτό. Μια κοινότητα μπορεί να δει τη δημόσια τέχνη ως έναν τρόπο για να δείξει την ιστορία και τον πολιτισμό της περιοχής σε άλλους ανθρώπους, αλλά και ως μέσο μέσω του οποίου μπορούν να εξερευνήσουν με τη νεότερη γενιά το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον τους. Ένας επιχειρηματίας μπορεί να χρησιμοποιήσει τη δημόσια τέχνη ως τρόπο να προσελκύσει την προσοχή σε μια περιοχή και ως εκ τούτου να την ενισχύσει οικονομικά. Με αφορμή τον διάλογο που ξεκίνησε για το 1% στην τέχνη στα δημόσια κτήρια, αλλά και τις αντιδράσεις στο εξωτερικό με την καθαίρεση αγαλμάτων προσωπικοτήτων με ρατσιστικό παρελθόν, μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόυντ στις ΗΠΑ, η «Κ» μίλησε με καλλιτέχνες και ακαδημαϊκούς για το θέμα του δημοσίου χώρου και τέχνης. Είναι σημαντικό να ξεκινήσει ένας δημόσιος διάλογος για τι σημαίνει τέχνη σε δημόσιο χώρο. Με αφορμή τα φαινόμενο της απόσυρσης ή καταστροφής ιστορικών γλυπτών-μνημείων που κοσμούσαν δημόσιους χώρους, διότι προκαλούν ή θεωρούνται «ακραία» για τα σημερινά δεδομένα ρωτήσαμε τους καλλιτέχνες ποια είναι η δική τους άποψη.

Θεόδουλος Γρηγορίου, καλλιτέχνης


«Κάθε καλλιτέχνης πρώτα από όλα να σεβαστεί τη δουλειά του, να μην προχωρήσει σε εκπτώσεις ώστε να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις μια προκήρυξης, αλλά να μελετήσει τις παραμέτρους του χώρου σε σχέση με τη δική του ερεύνα. Οι απαιτήσεις του κάθε χώρου είναι διαφορετικές. Κατά τη άποψή μου πρέπει τα κέντρα αποφάσεων να προγραμματίζουν ώστε η πόλη να γίνει ανοικτό μουσείο. Ωσότου να τεκμηριώνουν η έκφανση και οι έρευνες της εκάστοτε περιόδου, για να γίνει μια καλή ιστορική καταγραφή των αξίων».

«Πρέπει τα κέντρα αποφάσεων να προγραμματίζουν ώστε η πόλη να γίνει ανοικτό μουσείο», λέει ο καλλιτέχνης Θεόδουλος Γρηγορίου

«Πιστεύω ότι είναι απολυτά ενιαία η εμπλοκή της τέχνης σε δημόσιο χώρο. Μπορώ να πω ότι έχει μεγαλύτερη σημασία, από το να την κλείσεις στο μουσείο. Η τέχνη σε δημόσιο χώρος έχει ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω της αμεσότητας που έχει απέναντι στον ανύποπτο πολίτη. Είναι σαν να έρχεται το μουσείο και σε βρίσκει στην καθημερινότητά σου. Είναι ένας τρόπος για να φτάσει ο πολίτης κοντά στον πολιτισμό».

«Τα μνημεία είναι και μια καταγραφή της ιστορίας. Είναι θέμα σεβασμού της αντίθετης άποψης, η Κύπρος για παράδειγμα έχει γεμίσει μνημεία ηρώων αγνοουμένων, πεσόντων κτλ. συχνά αντιαισθητικά. Όμως, στην περίπτωση λύσης του Κυπριακού, αν αποφασιστεί ότι τα αγάλματα θα κατεδαφιστούν; Δηλαδή αυτή η στιγμή της ιστορίας θα πρέπει να την ξεγράψουμε, γιατί θίγεται ας πούμε μια πολιτική πλευρά; Αυτή τη στιγμή της ιστορίας την κατεδαφίζεις, διότι ιδεολογικά, σε μια άλλη χρονική περίοδο, υπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις; Αν αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο, γιατί εξαγριώνει το δημόσιο αίσθημα, θα τα συγκέντρωνα όλα σ’ ένα κοινό σημείο και θα δημιουργούσα ένα συλλογικό έργο μνήμης, αλλά δεν θα τα κατάστρεφα για κανέναν ιδεολογικό λόγο.

Κωστής Γεωργίου, καλλιτέχνης

«Κάθε έργο τέχνης είναι μοναδική και αυθύπαρκτη καλλιτεχνική πράξη που μπορεί να σταθεί παντού. Υπάρχει μια παρεξήγηση σχετικά με αυτό. Κάποιοι θεωρούν ότι κοντά στη θάλασσα πρέπει να τοποθετούνται έργα με θέμα θαλασσινό, μια γοργόνα, μια άγκυρα, ένα δελφίνι και στο βουνό μια αρκούδα, ένα ελάφι, μια βελανιδιά. Ο γλύπτης «οσμίζεται» τις αντηχήσεις του σημείου και δημιουργεί, διανοίγει νέες οπτικές. Ξεπερνάει τα υφιστάμενα και ανοίγει καινούργιες διαδρομές ως πρωτοπόρος. Άλλος ακολουθεί και ταξιδεύει και άλλος μένει στον σταθμό και παρακολουθεί το τρένο που φεύγει».

«Υπάρχει μεγάλη απόσταση μεταξύ μιας υγιούς αντίδρασης για ένα έργο τέχνης έως τον βανδαλισμό του! Αυτή η «εχθρική» πράξη αποτελεί δείγμα βαρβαρότητας και έλλειψης παιδείας. Στην Ελλάδα, όπως και στην Κύπρο, υπάρχει μεγάλο κενό στον τομέα της δημόσιας γλυπτικής. Κάθε πρόταση, από όποιον γλύπτη και αν προέρχεται, εγείρει αντιδράσεις, είτε από αντιζηλία είτε από παρωχημένης αντίληψης επιτροπές. Είναι και ο λόγος της εμφανέστατης έλλειψης γλυπτών μνημειακών διαστάσεων».

Πανίκος Τεμπριώτης, καλλιτέχνης

«Κυρίως, όμως, μέσα από την καθημερινή «έκθεση» των ανθρώπων απέναντι σε ένα έργο τέχνης, αυτή λειτουργεί καταλυτικά στην αισθητική και πνευματική τους τους καλλιέργεια».

«Θεωρώ ότι ένα έργο δημόσιου χώρου πρέπει να αποτελεί την αισθητική αντανάκλαση της εποχής και του τόπου του, επίσης να λειτουργεί ως μέσο που οδηγεί στην ευαισθητοποίηση και στη συμμετοχή του κόσμου στον χώρο της εικαστικής δημιουργίας. Η δημόσια τέχνη προσδίδει τεράστια αξία στην πολιτιστική και αισθητική πραγματικότητα της κάθε κοινότητας και της κάθε χώρας. Κυρίως, όμως, μέσα από την καθημερινή «έκθεση» των ανθρώπων απέναντι σε ένα έργο τέχνης, αυτή λειτουργεί καταλυτικά στην αισθητική και πνευματική τους τους καλλιέργεια».

«Ξαναδιαβάζοντας με φρέσκα ματιά την ιστορία της μια κοινωνία οδηγείται πολλές φορές στην αναθεώρηση συγκεκριμένων ιστορικόν γεγονότων, αναπόφευκτα αυτό οδηγεί σε διορθωτικές ή ακόμα και σε συμβολικά εκδικητικές ενέργειες, σύμβολα και μάρτυρες αυτών των γεγονότων είναι συχνά δημόσια μνημεία.

Η τέχνη που προκαλεί

Γιώτα Ιωαννίδου εικαστικός, εκπαιδευτικός

«Η τέχνη στον δημόσιο χώρο ενεργοποιεί το κοινό, προτείνοντας μια νέα μορφή επικοινωνίας και συμμέτοχης. Λειτουργεί εκπαιδευτικά, μετουσιώνει τον χώρο και την ίδια την πόλη ως υπόσχεση δημιουργίας και ευτυχίας. Η δημόσια τέχνη υπάρχει και αναπτύσσεται εκεί που ο δημόσιος χώρος είναι αναβαθμισμένος. Αυτό το οποίο θα προσπαθούσα σαφώς να κάνω, θα ήταν να ενισχύσω συνθετικά και εννοιολογικά τον χώρο. Με αναφορές ιστορικά συμβατές, αλλά και συμβολισμό διαχρονικό ως προς τις πανανθρώπινες αναζητήσεις. Χωρίς το έργο να είναι «ανταγωνιστικό» με τον περιβάλλοντα χώρο, αλλά μέρος αυτού, σαν σημάδι του τόπου. »

«Έχει, λοιπόν, μεγάλη σημασία να σέβεσαι τον δημόσιο χώρο, γιατί απλά δεν σου ανήκει. Πας και τοποθετείς την άποψη σου χωρίς να έχεις καν ερωτηθεί. Στόχος δεν είναι να τοποθετήσεις ένα έργο, αλλά η αντίληψη της πραγματικότητας, του συγκεκριμένου χώρου. Θα πρέπει το έργο να αναδύεται μέσα από το χώρο, σαν να υπήρχε πάντα εκεί, σαν φυσικό φαινόμενο. Υπάρχει από την άλλη και μια αδυναμία εξελικτικότητας, η αδυναμία της κριτικής προσέγγισης. Όταν ο κριτικός λόγος της εποχής δεν μπορεί να αποκωδικοποιήσει το έργο, τότε το απορρίπτει. Ο πιο μεγάλος κίνδυνος βέβαια για ένα έργο είναι ο ίδιος ο καλλιτέχνης. Οι υπόλοιποι έρχονται μετά.»

Ευανθία Τσελίκα, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας

«Το πρωταρχικό είναι να σκεφτούμε πώς κατανοούμε και οριοθετούμε τον δημόσιο χώρο. Δηλαδή τι σημαίνει στην Κύπρο, τι δημόσιους χώρους έχουμε αλλά και τι είδους τέχνης είναι κατάλληλη γι’ αυτούς τους χώρους αλλά και ποιος έχει την ευθύνη να διατηρεί αυτή την τέχνη. Ποια θα πρέπει να είναι τα κριτήρια; Εξαρτάται σε τι δημόσιο χώρο αναφερόμαστε, εάν θα είναι σε εξωτερικό χώρο ή κατανοούμε τον δημόσιο χώρο με τον νομό 1% για τα δημόσια κτήρια. Τα κριτήρια εξαρτούνται πάντοτέ από τι θα κάνεις, πού θα το κάνεις και ποιος θα το βλέπει και φυσικά υπάρχουν επιτροπές που αποφασίζουν γι’ αυτό».

«Η δημόσια τέχνη και δει τα μνημεία, όταν γινόντουσαν μεγάλες κοινοτικές αλλαγές, λόγω του ότι δημιουργούσαν τόσο έντονα συναισθήματα, βλέπουμε κόσμο να τα καταστρέφει. Όταν βιώνουμε έντονες κοινωνικές αλλαγές, που αλλάζουν τα πιστεύω μας, θέλουμε να το δείξουμε και στους δημοσίους μας χώρους, άρα νομίζω επειδή βιώνουμε τέτοιου είδους αγανακτήσεις και αλλαγές σε κοινωνικό επίπεδο λόγο διαφόρων παραγόντων. Αυτές οι κινήσεις αντιπροσωπεύουν ότι κάτι πρέπει να αλλάξει. Στην Κύπρο έχουν γίνει αρκετές παρεμβάσεις μνημείων. Μια πολύ χαρακτηριστική παρέμβαση ήταν των «Pussy Riot’s», που έντυσαν το Άγαλμα της Ελευθέριας με κουκούλες. Είναι ένα μνημείο δημοσίου χώρου που έχει δημιουργήσει αντιδράσεις.»

Βίκυ Περικλεούς, εικαστικός, εκπαιδευτικός



«Ο δημόσιος χώρος σχηματοποιεί, καταγράφει και τεκμηριώνει χωρικά, σχέσεις και εντάσεις μεταξύ κράτους/πολιτείας και πολίτη. Φανερώνει τα ιστορικά συγκείμενα και κατ’ επέκταση τα όποια φαντασιακά του τόπου και της ιστορίας. Τα όποια έργα –τέχνης– απορρέουν μέσα /ή και σε σχέση με αυτόν τον δημόσιο, βιωμένο κοινό, χώρο, θα πρέπει ν’ απαντούν στο ποιοι είμαστε, πώς θέλουμε να ζούμε και να πράττουμε. Υποδεικνύοντας και αναπτύσσοντας έτσι, και με αυτά, διαδικασίες και –υποστηρικτικές– δομές σε σχέση με το «ζην» και το «κατοικείν». Αυτό θα έλεγα πως θα ήταν πρωτίστως το κριτήριο».

«Τα γλυπτά αυτά δεν κοσμούν. Η παρουσία τους νομιμοποιεί – και μάλιστα με τον πιο επίσημο και θεσμικό τρόπο τις παρούσες δομές βίας –και αποδοχής τους– που ενσωματώνονται στον χώρο. Θα μπορούσαμε βεβαίως να μιλήσουμε και για πολλά από τα δικά μας μνημεία ένθεν και ένθεν της γραμμής κατάπαυσης του πυρός. Πολλά, κάκιστης αισθητικής, διατυμπανίζουν τη ρήξη και το πολέμιο πνεύμα. Η παρουσία τους και μόνο στοιχειοθετεί ότι βρισκόμαστε σε μια συνεχή εκεχειρία. Είμαστε, λοιπόν, σε πρώτο στάδιο, έτοιμοι να μιλήσουμε και για αυτά;»

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Εικαστικά: Τελευταία Ενημέρωση

Ζωγραφίζω για την UNICEF

Ζωγραφίζω για την UNICEF

Οι διοργανωτές έχουν μεριμνήσει να τοποθετηθούν πινακίδες μετά την έξοδο Σταυροβουνίου που θα οδηγούν στο διαμορφωμένο χώρο ...
Δελτίο Τύπου
 |  ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ
Ανέβαλε την επανεκκίνησή του το Μουσείο της Πόλης της Νέας Υόρκης, κατόπιν απόφασης του κυβερνήτη της πολιτείας

Εικαστικά στον κόσμο

Ο δήμος της Νέας Υόρκης πέρασε στην τέταρτη και τελευταία φάση του σχεδίου επιστροφής στους προ καραντίνας ρυθμούς
Newsroom Κ, Αθήνα
 |  ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ