ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Στα ίχνη των έργων τέχνης

Ο «Ιντιάνα Τζόουνς» της τέχνης, Αρθουρ Μπραντ, μιλάει στην «Κ» για τις κλοπές έργων και τις προσπάθειες εντοπισμού τους

Newsroom Κ, Αθήνα

ΤΗΣ ΜΑΡΩΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥΣ 

Είναι ένας από τους πιο γνωστούς εμπειρογνώμονες έργων τέχνης διεθνώς. Ολλανδός, όπως μερικοί από τους διασημότερους πλαστογράφους αλλά και κλέφτες. Μόνον που ο Αρθουρ Μπραντ θέτει τις γνώσεις και τις διασυνδέσεις του στην υπηρεσία του νόμου. Η ιδιότητά του είναι art detective, ενώ συχνά οι δημοσιογράφοι τον αποκαλούν «Ιντιάνα Τζόουνς» του κόσμου της τέχνης. Υπάρχει πλούσια διεθνής αρθρογραφία σχετικά με τη δράση του. Το 2019 είχε μια τεράστια επιτυχία: Βρήκε έναν σπάνιο πίνακα του Πικάσο που είχε κλαπεί από ιδιωτική συλλογή πριν από 20 χρόνια. Στην αρχή του 2021, το όνομά του ήρθε και πάλι στο προσκήνιο. Αυτή τη φορά συνδεδεμένο με δύο πίνακες του Φράνσις Μπέικον που ενδεχομένως έχουν σχέση με τη μεγάλη κλοπή της Μαδρίτης, το 2015.

Και τώρα βρίσκεται μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή μου, για μια συνέντευξη στην «Κ». Φοράει ένα καπελάκι του μπέιζμπολ, ζητάει συγγνώμη για το πρόχειρο ντύσιμό του, αλλά η καραντίνα στο Αμστερνταμ είναι πολύ σκληρή και ο ίδιος επωφελείται από τον ελεύθερο χρόνο για να γράψει ένα ακόμη βιβλίο: Περιγράφει την επιτυχημένη ανάκτηση, το 2018, ενός περίφημου βυζαντινού μωσαϊκού που είχε κλαπεί από τον ναό του Αγίου Μάρκου στην Κύπρο και ήταν χαμένο επί 40 χρόνια. Το προηγούμενο βιβλίο του, πολυμεταφρασμένο, έχει τίτλο «Τα άλογα του Χίτλερ» και αφορά τον εντοπισμό, το 2015, δύο μεγάλων χάλκινων αγαλμάτων που έφτιαξε ο γλύπτης Γιόζεφ Τόρακ για τον Χίτλερ και θεωρούνταν χαμένα από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι υποθέσεις που έχει εξιχνιάσει είναι σαν σενάρια για αστυνομικές ταινίες. «Το παράνομο εμπόριο έργων τέχνης, σύμφωνα με τη CIA, είναι η τέταρτη κατά σειρά παράνομη δραστηριότητα του υποκόσμου», λέει. «Περίπου 6 έως 8 δισεκατομμύρια ευρώ διακινούνται μέσω αυτών των δραστηριοτήτων, ενώ από τις νόμιμες αγοραπωλησίες αλλάζουν χέρια 70-80 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο. Τα υπόλοιπα είναι παράνομα».

Η πρώτη ερώτηση αφορά προφανώς την πιο πρόσφατη υπόθεση: τα έργα με την υπογραφή του Φράνσις Μπέικον που εντοπίστηκαν από τον ίδιο στη Μαδρίτη. Πώς τα ανακάλυψε;

«Μέσω ενός βίντεο που ανέβηκε στο Διαδίκτυο», απαντάει. «Δείχνει έργα με την υπογραφή του καλλιτέχνη παρόμοια με τα πορτρέτα που κλάπηκαν πριν από 5 χρόνια από τη συλλογή του Χοσέ Καπέλο, εραστή του Μπέικον κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του». Από εκείνη τη διαβόητη κλοπή των πέντε πινάκων –η αξία των οποίων πλησίαζε τα 30 εκατ. ευρώ–, το 2017 βρέθηκαν από την αστυνομία τρία έργα, ενώ δύο ακόμη αναζητούνται.

«Το βίντεο μοιάζει σαν να γυρίστηκε σε ένα διαμέρισμα που βρίσκεται στην ισπανική πρωτεύουσα – μάλιστα σε μία από τις φωτογραφίες υπάρχει ένα αντίγραφο της εφημερίδας El Pais δίπλα στο έργο. Αυτός είναι ένας κλασικός τρόπος για να δηλώσει κανείς τον τόπο, τον χρόνο και το περιεχόμενο σε τέτοιες “σκοτεινές” πωλήσεις», σχολιάζει ο Μπραντ.

Δύο από τα πέντε κλεμμένα έργα που φιλοτέχνησε ο Φράνσις Μπέικον και ανακάλυψε η ισπανική αστυνομία. Τα είχε δωρίσει στον Χοσέ Καπέλο, τον οποίο βλέπουμε στη διπλανή φωτογραφία (αριστερά) μαζί με τον Βρετανό ζωγράφο (δεξιά) και ένα φίλο τους.
«Ετσι παρουσιάζονται τα έργα στους δυνητικούς πελάτες και σε πολλές περιπτώσεις αγοράζονται από εγκληματικά κυκλώματα που δεν έχουν σχέση με την αρχική κλοπή. Αν συμβεί αυτό, καταλήγουν στα χέρια κάποιων υψηλά ιστάμενων του οργανωμένου εγκλήματος, που τα χρησιμοποιούν ως παρακαταθήκες ασφαλείας: με τη βοήθειά τους ίσως μπορέσουν να διαπραγματευτούν με τις Αρχές πιο επιεικείς ποινές σε περίπτωση που τους συλλάβουν».

Αφού εντόπισε το βίντεο, το ανήρτησε στον λογαριασμό του στο Twitter, κοινοποίησε την υπόθεση και πιστεύει ότι ίσως κάποιος αναγνωρίσει το διαμέρισμα στη Μαδρίτη και βοηθήσει την αστυνομία στην προσπάθειά της. Ο ίδιος έχει μάθει από τη δουλειά του να μην είναι ανυπόμονος, ιδίως όταν προσπαθεί να εντοπίσει ένα κλεμμένο έργο τέχνης, σύγχρονο ή παλαιότερο. «Αν σήμερα κλέψουν ένα μουσείο, για τα επόμενα δύο χρόνια η αστυνομία θα προσπαθήσει να βρει τα κλεμμένα και να συλλάβει τους κλέφτες. Αυτό κοστίζει πολλά χρήματα και συνήθως δεν φέρνει τα αποτελέσματα που όλοι προσδοκούν. Μετά τα δύο χρόνια αποφασίζουν να σταματήσουν την έρευνα, επειδή κοστίζει. Εκτός αυτού, όπως μου είπε μια φορά κάποιος από εκείνους που έψαχναν: “Αυτός ο πίνακας δεν μου αρέσει καν!”» σχολιάζει.

Και συνεχίζει: «Εκείνη τη στιγμή εμφανίζομαι εγώ. Εξετάζω όποια πληροφορία συγκεντρώθηκε σε αυτά τα χρόνια. Οι κλέφτες έχουν σίγουρα πουλήσει το έργο ή το αρχαίο αντικείμενο. Μπορεί επίσης να το έχουν ανταλλάξει με ναρκωτικά ή όπλα – συνεπώς έχει γίνει μέσο συναλλαγής για διάφορες πράξεις του υποκόσμου. Αν δεν βρεθεί μετά 5 έως 10 χρόνια, ξέρουμε πλέον ότι δύο πράγματα συμβαίνουν: είτε οι κλέφτες το έχουν καταστρέψει επειδή η αστυνομία τούς πλησίασε πολύ είτε βρίσκεται στην κατοχή κάποιου πολύ ισχυρού ανθρώπου της μαφίας. Εξηγώ λοιπόν αυτά τα δεδομένα και προτείνω να ακολουθήσουμε το έργο αντί για τους κλέφτες και να προσπαθήσουμε να το πάρουμε πίσω. Δεν είναι εύκολο. Αλλωστε μόνον το 5% των κλεμμένων έργων ξαναβρίσκεται. Ομως εγώ αρχίζω να ψάχνω».

Αυτή ήταν η μέθοδός του όταν ξεκίνησε να αναζητεί το έργο του Πάμπλο Πικάσο «Buste de Femme» (πιο γνωστό ως «Πορτρέτο της Ντόρα Μάαρ», 1938), που εκτιμάται ότι αξίζει 70 εκατομμύρια ευρώ. Η δική του αναζήτηση για το χαμένο πορτρέτο ξεκίνησε το 2015, αφού άκουσε να λέγεται στον υπόκοσμο της τέχνης ότι «ένας Πικάσο κλεμμένος από πλοίο» κυκλοφόρησε στους παράνομους κύκλους των Κάτω Χωρών. Ο πίνακας είχε όντως κλαπεί το 1999 από το γιοτ ενός δισεκατομμυριούχου σεΐχη ενώ ήταν αγκυροβολημένο για εργασίες στη Νότια Γαλλία. Ο ίδιος χρειάστηκε περίπου τρία χρόνια ώσπου να εξακριβώσει την ταυτότητα του έργου. Τότε ενεργοποίησε τις διασυνδέσεις του και έκανε έκκληση για επιστροφή, με τη διαβεβαίωση ότι δεν θα διωχθεί ο νέος ιδιοκτήτης. Πριν περάσει ένας μήνας, έλαβε την απάντηση. «Βρισκόμουν στο διαμέρισμα μου», αφηγείται, «όταν χτύπησε η πόρτα. Μπήκαν μέσα δύο τύποι και άφησαν στον καναπέ μου το πορτρέτο τυλιγμένο σε χαρτιά, μέσα σε μαύρες σακούλες σκουπιδιών. Θα το παρέδιδα στην ασφαλιστική εταιρεία που το αναζητούσε την επόμενη ημέρα. Ετσι κάθισα όλη τη νύχτα άυπνος να κοιτάζω αυτό το αριστούργημα που ποτέ δεν θα μπορούσε να είναι δικό μου». Ο πίνακας είχε περάσει στην κατοχή ενός Ολλανδού επιχειρηματία, ο οποίος υποστήριξε διά των αντιπροσώπων του ότι δεν είχε εμπλοκή στην κλοπή. Θεώρησε ότι το έργο αποτελούσε μέρος μιας νόμιμης συμφωνίας. Η αστυνομία συμφώνησε ότι δεν είχε σκοπό να του ασκήσει δίωξη και η υπόθεση έκλεισε.

Είναι λοιπόν τόσο περίπλοκος ο κόσμος της τέχνης; Και ποια είναι η δική του θέση ως ιδιωτικού ερευνητή μέσα σε αυτόν τον κόσμο; «Από τη μια μεριά υπάρχει ο κόσμος του νόμου και οι νόμιμοι κάτοχοι. Από την άλλη υπάρχει ο υπόκοσμος. Προσπαθώ να βρίσκομαι στη μέση», απαντάει. «Ακολουθώ τον νόμο, συνεργάζομαι με την αστυνομία, διαπραγματεύομαι με εγκληματίες που αρκετά συχνά δεν είναι υπεύθυνοι για την κλοπή και μέσα από περίεργες διαδρομές βρίσκονται να κατέχουν το έργο. Και θέλουν να το ξεφορτωθούν. Τους εξηγώ πως αν μου το φέρουν, θα το επιστρέψω στην αστυνομία και η υπόθεση θα κλείσει».

Είναι επικίνδυνο ή, όπως λέει, είναι «μερικές μπίρες με κάποιους ύποπτους τύπους»; «Είναι επικίνδυνο επειδή πρέπει να έρθω σε επαφή με αφεντικά της μαφίας ή διεφθαρμένες μυστικές υπηρεσίες, όπως συνέβη το 2016 στην Ουκρανία, όταν βρήκα πέντε έργα που είχαν κλαπεί από μουσείο της Ολλανδίας. Αλλά δεν ακολουθώ ναρκωτικά, δεν εξιχνιάζω δολοφονίες. Είναι μόνον τέχνη. Αν παίξω έξυπνα, δεν κινδυνεύω».

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Εικαστικά: Τελευταία Ενημέρωση