ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Η Αθήνα μία δεύτερη πατρίδα

Ο Σιαμάκ Ετεμάντι, ο Ιρανός κινηματογραφιστής βρήκε μια δεύτερη πατρίδα

Newsroom Κ, Αθήνα

ΤΟΥ ΑΙΜΙΛΙΟΥ ΧΑΡΜΠΗ

Ο Σιαμάκ Ετεμάντι ήρθε στην Αθήνα το 1995. Γεννημένος στην Τεχεράνη, ο Ιρανός κινηματογραφιστής βρήκε εδώ μια δεύτερη πατρίδα την οποία αγάπησε τόσο ώστε αποφάσισε να την κάνει συμπρωταγωνίστρια στην πρώτη του ταινία. Εκεί η Παρί, μια γυναίκα από το Ιράν, φτάνει μαζί με τον σύζυγό της στην Ελλάδα, προκειμένου να επισκεφθεί τον φοιτητή γιο της. Οταν εκείνος δεν εμφανίζεται, η Παρί ξεκινά μια απελπισμένη αναζήτηση που θα την οδηγήσει στη σκοτεινή καρδιά της πόλης.

«Παρί είναι το όνομα της μητέρας μου. Υπάρχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία στην ιστορία: όπως η Παρί, έτσι κι εγώ κάποτε ήμουν ξένος στην Αθήνα. Οπως ο χαρακτήρας του γιου, ήμουν κι εγώ φοιτητής εδώ. Η ταυτότητά μου έχει διαμορφωθεί τόσο από τις ιρανικές μου ρίζες όσο και από τη ζωή μου στην Ελλάδα. Αυτές οι εμπειρίες αντικατοπτρίζονται στην ιστορία. Στην πρώτη σου ταινία μιλάς για όσα ξέρεις. Καταθέτεις όσα έχεις μέσα σου κι έχεις την ανάγκη να επικοινωνήσεις. Προσπαθείς να βρεις τρόπο αυτά τα πράγματα να αφορούν και άλλους ανθρώπους. Να μεταμορφωθούν σε κάτι ενδιαφέρον. Σε κάτι που είναι σινεμά», μας λέει ο Ετεμάντι σχετικά με την αυτοβιογραφική διάσταση του φιλμ.

Ο Σιαμάκ Ετεμάντι ζει και εργάζεται στην Αθήνα εδώ και 25 χρόνια.

Στην αναζήτησή της, η ηρωίδα του περνά από το κέντρο της Αθήνας και τα ταραγμένα Εξάρχεια, για να καταλήξει σε μια «κακόφημη» γειτονιά του Πειραιά. «Η Παρί είναι μια ξένη σε ένα άγνωστο τόπο. Προσπαθώντας να βρει το παιδί της αναγκάζεται να βουτήξει βαθιά στα σπλάγχνα της πόλης. Θα βρεθεί να τριγυρνά μόνη στις πιο σκοτεινές γωνιές μιας άγνωστης, απειλητικής αλλά και γοητευτικής πόλης. Πιστεύω ότι αυτά τα σημεία έχουν κινηματογραφική γοητεία και έπρεπε να βρούμε τη σωστή ισορροπία μεταξύ του ρεαλιστικού και του κινηματογραφικού.

Σαν σκηνικό

Δεν θέλαμε μια ντοκιμαντερίστικη αισθητική. Οι χώροι έπρεπε να λειτουργήσουν σαν σκηνικό. Η πόλη συνομιλεί με την Παρί. Κάθε γειτονιά είναι συνδεδεμένη με ένα στάδιο της διαδρομής της: το κέντρο της πόλης αντιπροσωπεύει το κατεστημένο. Είναι εκεί με τον άνδρα της, σε ένα ξενοδοχείο. Αισθάνεται μια σχετική ασφάλεια. Τα πράγματα είναι στη θέση τους. Και αυτή είναι στη θέση της. Τα Εξάρχεια είναι ο χώρος της πολιτικής ανυπακοής. Τα κόκκινα φανάρια είναι η περιοχή της βλασφημίας και της προστυχιάς, και πάει λέγοντας. Είναι σαν η πόλη να της δείχνει τον δρόμο. Η Αθήνα έχει μια μοναδική ενέργεια. Από τη μια πλευρά έχεις τις μικρές εκκλησίες της σε κρυμμένα σημεία. Από την άλλη έχεις τις μεγάλες αναταραχές της και τα επεισόδια που γίνονται ευλαβικά κάθε χρόνο. Από τα ερειπωμένα δρομάκια της Αθηνάς με δύο βήματα είσαι στα υπέροχα αρχαία στην Πλάκα».

Μπορεί η ταινία του Ετεμάντι να μην έχει μεγάλο μπάτζετ, ωστόσο αρκετά από τα εξωτερικά της γυρίσματα είναι εντυπωσιακά, με αποκορύφωμα μια σκηνή «μάχης» στα Εξάρχεια: «Ηταν μεγάλο στοίχημα να πετύχουμε την κινηματογραφική μετάδοση της έντασης και του κινδύνου. Μας πήρε ένα χρόνο προσπάθειας και σχεδιασμού. Κάναμε γυρίσματα στα πραγματικά επεισόδια, κάμποσες φορές. Ο διευθυντής φωτογραφίας, Κλαούντιο Μπολιβάρ, κόντεψε να καεί. Δεν είχε καμία υποχρέωση να γίνει οπερατέρ στις πραγματικές ταραχές αλλά το έκανε. Οταν έχεις τέτοιους συνεργάτες μπορείς να πετύχεις πολλά, ακόμα και με τα λίγα λεφτά που είχαμε. Και μετά στήσαμε μια μεγάλη κινηματογραφική σκηνή στο κέντρο της πόλης. Η κατάσταση φαινόταν τόσο ρεαλιστική που οι περαστικοί νόμιζαν ότι γίνονταν πραγματικές ταραχές και οι κάτοικοι φοβούνταν να βγουν από τα σπίτια τους!».

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Σινεμά: Τελευταία Ενημέρωση