ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
Τελευταία Ενημέρωση: 12:12
 

Έχουμε χτίσει ισχυρή παρακαταθήκη ποιότητας

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΘΟΚ Σάββας Κυριακίδης μιλάει εφ’ όλης της ύλης στην «Κ» για τις θεατρικές επιλογές του

Του Απόστολου Κουρουπάκη

Του Απόστολου Κουρουπάκη

kouroupakisa@kathimerini.com.cy

Ο Σάββας Κυριακίδης στο άνοιγμα της θεατρικής περιόδου μιλάει στην «Κ» για τη θητεία του ως καλλιτεχνικού διευθυντή του Θεατρικού Οργανισμού. Ο κ. Κυριακίδης απαντάει για το ζήτημα της συμμετοχής του ΘΟΚ στην Επίδαυρο και για τις μετακλήσεις ηθοποιών και σκηνοθετών από την Ελλάδα. Λέει στην «Κ» ότι οι καλλιτέχνες από την Ελλάδα στα τρία χρόνια της θητείας του δεν ξεπερνούν τα δάκτυλα των δύο χεριών του, καθώς και ότι οι εξ Ελλάδος είτε προσκαλούνται στοχευμένα είτε λαμβάνουν μέρος σε ακροάσεις και τελικά επιλέγονται από τους σκηνοθέτες.

–Κύριε Κυριακίδη, να ξεκινήσουμε με τον τρόπο επιλογής του ρεπερτορίου του ΘΟΚ.

Βεβαίως και θα θέλαμε να πάμε με αποκλειστικά κυπριακό, δικό μας θίασο (σ.σ. στην Επίδαυρο). Δεν πιστεύω, ωστόσο, ότι αυτό που κάναμε ήταν εις βάρος των καλλιτεχνών.

–Η επιλογή του ρεπερτορίου είναι για εμένα κομβικής σημασίας. Πιστεύω ότι οι ίδιοι οι τίτλοι των έργων από μόνοι τους πρέπει να φέρουν κάτι. Θα πρέπει να είναι συνδεδεμένοι όχι με την επικαιρότητα καθ’ εαυτή, αλλά με ζητήματα που απασχολούν τις κοινωνίες στις οποίες απευθύνονται. Επίσης, προσπαθώ, και αυτά τα τρία χρόνια νομίζω το έχω καταφέρει, να υπάρχει μία κοινή συνισταμένη, ένας κοινός άξονας που να συνδέει τα κείμενα μεταξύ τους. Βέβαια, θέλω πάντοτε κείμενα που ο κόσμος θα τα δει για πρώτη φορά. Κάπως έτσι έγινε και η φετινή επιλογή. Είμαι πια για τρίτη χρονιά σε μόνιμη βάση στην Κύπρο και παρατηρούσα ότι ένα από τα ζητήματα που μας απασχολεί –μια προβληματική που τίθεται σε παγκόσμιο επίπεδο– είναι η αγωνία της προβολής προς τα έξω μιας εικόνας που είναι πολύ καθώς πρέπει. Έτσι, λοιπόν, φέτος κατόρθωσα να βρω ένα σύνολο έργων που εντάσσεται κάτω από ένα μότο που θα τρέχει καθ’ όλη τη θεατρική χρονιά, βγαλμένο από την παράσταση του έργου του Γκολντόνι, που λέει «και τι θα πει ο κόσμος αν το μάθει». Είναι μία χρονιά που θέλω να πιστεύω ότι θα είναι ακόμη καλύτερη από τις προηγούμενες και στο καλλιτεχνικό και στο οικονομικό αποτέλεσμα. Τα δύο έργα που έχουμε την Κεντρική Σκηνή είναι και πολύ σπουδαία με σημαντικούς συντελεστές. Μάλιστα, το δεύτερο της Κεντρικής, πριν από την ανάληψη της κ. Κονιόρδου, είχε συζητηθεί πολύ σοβαρά να το κάνει ένας καταξιωμένος Κύπριος σκηνοθέτης, ο οποίος για διάφορους λόγους επέλεξε να μην κάνει κάτι αυτή την περίοδο. Τα έργα επίσης της Νέας Σκηνής είναι εξαιρετικά κείμενο.

–Είναι ο ΘΟΚ ένας εξωστρεφής οργανισμός, τόσο ως προς την τοπική κοινωνία όσο και διεθνώς;

–Είναι, αλλά σίγουρα μπορεί να γίνει περισσότερο και πολύ σωστά το θέτετε, και ως προς την Κύπρο, αλλά και σε ευρύτερο πεδίο. Αισθάνομαι πολλές φορές ότι υπάρχει δρόμος ακόμα για να μας γνωρίσει το κοινό της Κύπρου. Προσπαθούμε, ωστόσο, μέσα από τις παραστάσεις και την προβολή τους, να το κάνουμε και αν δεν το πετυχαίνουμε στο ν βαθμό που πρέπει είναι ευθύνη μας φυσικά, φυσικά είναι εν μέρει ευθύνη και του δέκτη να αναζητήσει τι γίνεται στο πολιτιστικό τοπίο της χώρας του. Εμείς προσπαθούμε να απευθυνθούμε προς τα έξω με εξωστρέφεια και με διάθεση να μη δείχνουμε ελιτιστική συμπεριφορά. Η αλήθεια είναι ότι αυτό είναι ένα ταγκό για δύο. Όσον αφορά για τα εκτός Κύπρου, στον ελλαδικό χώρο τουλάχιστον, μου λένε ότι ο ΘΟΚ έχει χτίσει ισχυρή παρακαταθήκη ποιότητας, που όταν ακούν ότι υπάρχει παράσταση του, αισθάνονται ότι είναι το λιγότερο ποιοτική και πρέπει να πω ότι αυτό είναι αποτέλεσμα κυρίως των παλαιότερων, αυτών που έφτιαξαν τον Οργανισμό. Είμαστε αρκετά τυχεροί που τα τελευταία χρόνια, με την επανάληψη της «Σαμίας», με τους «Πέρσες», με τις «Ικέτιδες» ακόμα συζητηθήκαμε αρκετά ως ΘΟΚ στην Ελλάδα.

–Αυτό ίσως δικαιολογεί την «εμμονή» με την Επίδαυρο;

–Είναι μία πολύ εύλογη ερώτηση. Δεν θα χρησιμοποιούσα κατ’ αρχάς τη λέξη, τη λέξη εμμονή. Η αλήθεια είναι ότι όταν κάποιος επιλέγει να πάει στην Ελλάδα, ένας πρώτος τόπος δικαίωσης είναι η Επίδαυρος, πέραν του ότι και οφείλουμε να το συνεκτιμούμε, υπάρχει οικονομικό όφελος που δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει, αφού όταν μία παράσταση πάει καλά, φέρνει καλές εισπράξεις. Εμμονή δεν υπάρχει, πάντως. Φέτος, μάλιστα, δεν θα πηγαίναμε στην Επίδαυρο. Είχαμε αποφασίσει ότι αφού απορρίφθηκε η πρότασή μας δεν θα πάμε.

–Τελικά πήγαμε…

– Η πρόταση που κάναμε αρχικά δεν ενδιέφερε τον καλλιτεχνικό διευθυντή τότε του Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου, αν και εγώ πιστεύω ότι ήταν μία εξαιρετική πρόταση, σε σκηνοθεσία του Παναγιώτη Λάρκου και με πρωταγωνίστρια τη Δέσποινα Μπεμπεδέλη. Μία αμιγώς κυπριακή πρόταση. Τότε, μου τηλεφώνησε ο κ. Λιβαθινός, δεν τον πήρα, όμως, εγώ, προτείνοντάς μου να κάνουμε κάτι μαζί. Το έθεσα στο Δ.Σ. και η απάντησή τους ήταν θετική και μπορώ να πω πια ότι ο και απολογισμός ήταν θετικός. Βεβαίως και θα θέλαμε να πάμε με αποκλειστικά κυπριακό, δικό μας θίασο. Δεν πιστεύω, ωστόσο, ότι αυτό που κάναμε ήταν εις βάρος των καλλιτεχνών. Πάντως, και φέτος θα κάνουμε απόπειρα να βρεθούμε στην Επίδαυρο, η Επίδαυρος μάς ενδιαφέρει. Η πρόταση που θα υποβάλλουμε, βέβαια, θα πρέπει να αφορά και να ενδιαφέρει και να έχει λόγο να πάει στην Ελλάδα.

–Πέραν της Ελλάδας, σε άλλα φεστιβάλ;

–Όσον αφορά την εικόνα μας και πιο έξω και αυτή χρειάζεται ενίσχυση, οπωσδήποτε. Στα τέλη Νοεμβρίου θα βρεθώ στο Άμστερνταμ για να επανενταχθούμε στο δίκτυο θεάτρων της Ευρώπης, στο European Theatre Convention, στο οποίο παλαιότερα ανήκε ο ΘΟΚ. Πρόκειται για ένα δίκτυο σαράντα και πλέον θεάτρων από είκοσι χώρες. Τώρα, για τα φεστιβάλ, γνωρίζετε ότι δεν συμμετέχει κάποιος παίρνοντας απλώς ένα τηλέφωνο, τα σοβαρά φεστιβάλ έχουν μια διαδικασία επιλογής και ο ΘΟΚ δεν θέλει απλώς να λάβει μέρος σε ένα οποιοδήποτε φεστιβάλ. Για τη δική μου περίοδο μπορώ να σας πω ότι με την εμβληματική παράσταση των «Περσών» του Άρη Μπινιάρη μιλήσαμε με περισσότερα από 15 φεστιβάλ την εποχή της επανάληψης και με εξαίρεση του φεστιβάλ της Αβινιόν, το οποίο μας είπε ότι είχε κλείσει το πρόγραμμά του, τα υπόλοιπα σοβαρά φεστιβάλ, με τα οποία μιλήσαμε, δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στο οικονομικό κομμάτι που εμείς προϋποθέταμε για να μπορέσουμε να ταξιδέψουμε. Είμαστε ένας κρατικός οργανισμός πράγμα που σημαίνει πως τα ποσά που χρειάζονται για να ταξιδέψουμε είναι δύο και τρεις φορές περισσότερα από έναν ιδιωτικό φορέα. Υπήρξε ενδιαφέρον από φεστιβάλ αλλά δεν μπορέσαμε να τα βρούμε στο οικονομικό κομμάτι. Η ένταξη στο δίκτυο θα μας βοηθήσει σε αυτό το κομμάτι, διότι υπάρχει η αλληλοϋποστήριξη.

–Σε τοπικό επίπεδο;

–Κατ’ αρχάς έχουμε την υποχρέωση, βάσει του καταστατικού μας, να βρισκόμαστε σε όλες τις επαρχίες με τις παραστάσεις μας. Δυστυχώς, κάποιες παραστάσεις δεν μπορούν να μεταφερθούν παντού ούτε με προσαρμογή και δεν θέλουμε να κάνουμε παραστάσεις οι οποίες εξαιτίας συνθηκών θα έχουν εκπέσει καλλιτεχνικά. Τα τρία τέταρτα των παραστάσεων, ωστόσο, πάνε και στις άλλες επαρχίες. Θέλω να πω κάτι πολύ σημαντικό πάνω σε αυτό. Φέτος φτιάξαμε μία κινητή θεατρική μονάδα, επιλέξαμε και ένα έργο, η «Μικρή μας πόλη» του Θόρντον Ουάιλντερ, σε σκηνοθεσία Αλεξίας Παπαλαζάρου, που μπορεί να παρασταθεί σε οποιονδήποτε μη θεατρικό χώρο, χωρίς καμία ποιοτική έκπτωση, και που απευθύνεται σε ένα κοινό, που ίσως να μην είναι το ίδιο εξοικειωμένο με το κοινό των αστικών κέντρων, για να παιχτεί στην επαρχία της Κύπρου και θα ξεκινήσει τον Φεβρουάριο του 2020. Έχουμε στείλει ήδη επιστολές σε δήμους και κοινότητες και πρέπει να πω ότι δεν έχω την ανταπόκριση που θα περίμενα, και καλώ τους κοινοτάρχες και τους δημάρχους να υποδεχθούν την παράσταση στον τόπο τους.

–Κ. Κυριακίδη, γίνεται λόγος για πολλές μετακλήσεις ηθοποιών από την Ελλάδα, αλλά και σκηνοθετών. Είναι τόσο αναγκαίες πράγματι αυτές οι μετακλήσεις;

–Θα είμαι πολύ σαφής. Υπάρχουν δύο κατηγορίες ηθοποιών που έρχονται από την Ελλάδα. Εκείνοι που έρχονται με πρόσκληση στοχευμένα, διότι κατά τη γνώμη μου είναι οι ηθοποιοί που έχουν να προσφέρουν στον ΘΟΚ μια προστιθέμενη αξία, και όχι μόνο οικονομική, αλλά και καλλιτεχνική, που δεν βρίσκω στην Κύπρο. Εκείνοι, λοιπόν, που έχουν έρθει με πρόσκληση στα τρία χρόνια που είμαι στη θέση αυτή είναι δεν είναι μετρημένοι στα δάκτυλα των χεριών μου. Η άλλη κατηγορία, και το ποσοστό είναι μικρό, έρχονται με ακροάσεις και τους διαλέγουν οι σκηνοθέτες, που το 80-90 περίπου τοις εκατό είναι Κύπριοι. Κανένας δεν μπορεί να αποκλείσει κανέναν, που μιλάει τη γλώσσα ενός οργανισμού να μη λάβει μέρος σε ακρόαση. Να τονίσω ότι στη θητεία μου καμία ακρόαση δεν έγινε με την παρέμβαση του καλλιτεχνικού διευθυντή. Επαναλαμβάνω, οι μετακλήσεις δεν ξεπερνούν τα δάκτυλα των δύο χεριών μου.

–Υπάρχει κάτι στο όραμα του καλλιτεχνικού διευθυντή που έγινε και κάτι που θα θέλατε να γίνει;

–Ένα πράγμα που ήταν παγιωμένο και ευτυχώς το ξεπεράσαμε ήταν ότι ο ΘΟΚ κάνει πρόβες μόνο το πρωί, με τη νέα συλλογική σύμβαση οι σκηνοθέτες μπορούν να δουλέψουν και απόγευμα, αυτό που μας δυσκολεύει ακόμα είναι ότι σε επίπεδο παραγωγής είναι αρκετά καλά οργανωμένο και εξοπλισμένο, υπάρχουν πάντα πρακτικές δυσκολίες, που πρέπει να ξεπεράσουμε περνώντας από δαιδαλώδεις γραφειοκρατικές διαδικασίες για να χρησιμοποιήσουμε το θέατρο σε όλη του τη δύναμη που μπορεί να μας δώσει ως χώρος. Νομίζω ότι σε μερικά πράγματα μπορούμε να έχουμε μεγαλύτερη ευελιξία, να αντιμετωπίσουμε το θέατρο λίγο έξω από τη λογική ενός δημόσιου οργανισμού και να βλέπουμε ότι είναι ένας καλλιτεχνικός οργανισμός, και δεν μπορεί όλα να είναι μέσα σε ένα τετραγωνισμένο αυστηρό πλαίσιο. Ό,τι ρεπερτόριο και να κάνουμε, όποιους ηθοποιούς και να έχουμε το θέατρο πλέον για να μπορεί να πει ότι παράγει πολιτισμό πρέπει να το κάνει μέσα από την εκπαίδευση στους ανθρώπους που πραγματοποιούν πολιτιστικό έργο και αυτοί είναι οι ηθοποιοί.

Υπάρχουν ταλαντούχοι ηθοποιοί και άλλοι συντελεστές

–Τι πιστεύετε για το κυπριακό θέατρο;

–Βλέπω πολλούς ταλαντούχους ανθρώπους, ηθοποιούς και άλλους συντελεστές που έχουν ικανότητες καλλιτεχνικές, φαντασία, διάθεση και ταλέντο, νομίζω, όμως, ότι οι περισσότεροι αδικούν τον εαυτό τους κάνοντας πάρα πολλά πράγματα παράλληλα, περισσότερα απ’ όσα ένας καλλιτέχνης θα έπρεπε κατά τη γνώμη μου. Πολλές φορές, μάλιστα, όλα γίνονται και λίγο βιαστικά. Αυτά δεν βοηθούν στην ανάδειξη του εύρους των δυνατοτήτων των καλλιτεχνών. Πολλές φορές το αποτέλεσμα αδικεί τις δυνατότητες και το πρωτογενές υλικό, γιατί γίνονται τα πράγμα βεβιασμένα και όλα μαζί. Αν μπορέσει το κυπριακό καλλιτεχνικό δυναμικό να μπει σε ρυθμούς που θα παίρνει ανάσες και δεν θα κάνει τα πράγματα πρόχειρα, είναι βέβαιο ότι η εικόνα αυτή θα μπορούσε να είναι εφάμιλλη όλων των υψηλών ευρωπαϊκών θεάτρων. Δεν μας λείπει τίποτα.

–Για την κυπριακή συγγραφή;

–Οι συγγραφείς που έχουν το ταλέντο να γράφουν θέατρο πρέπει να υποστηρίζονται με κάποιον τρόπο και δεν εννοώ να ανεβαίνουν απαραίτητα σε μια επαγγελματική παραγωγή, αλλά σε εκπαιδευτικό επίπεδο, δηλαδή στο πώς γράφει κάποιος θεατρικό κείμενο. Επίσης, και η συγγραφή χρειάζεται δόσιμο ζωής, και έχουμε τέτοιες περιπτώσεις που αισθάνομαι που είναι σε πολύ καλό επίπεδο και τους έχουμε φέτος στον ΘΟΚ, όπως ο Κώστας Μαννούρης που είναι θεατρικός συγγραφέας, έχουμε κι άλλους τέτοιους. Εν ολίγοις, θα έλεγα ότι πρέπει να καλλιεργήσουμε περισσότερο τη συνειδητή τάση για να γράφει κανείς θέατρο.

–Ποια είναι η γνώμη σας για τη συγγραφή θεατρικών στην κυπριακή διάλεκτο;

–Όταν δεν είναι γραμμένες στη λογική μιας ερασιτεχνικής ηθογραφίας έχουν ενδιαφέρον ουσιαστικό, δεν με ξενίζει το να γράψεις κάποιος στη διάλεκτο, αρκεί αυτό το εγχείρημα να εξηγείται να έχει μια ρεαλιστική βάση. Δεν είμαι αρνητικός, αλλά αντιλαμβάνεται κανείς ότι αυτομάτως περιορίζει την εμβέλεια που μπορεί να έχει ένα θεατρικό έργο. Δύο περιπτώσεις ήταν η παράσταση της Μαρίας Κυριάκου, τα «Αναγέλαστα», με μία ομολογουμένως δύσκολη γλώσσα, αλλά που είχε καλλιτεχνική αυθυπαρξία και του Αντώνη Γεωργίου, «Θείος Γιάννης», ήταν ένα ρεαλιστικό έργο που η διάλεκτος περνούσε αβίαστα

–Είναι το κτήριο του ΘΟΚ ζωντανό;

–Δεν το κρύβω ότι είναι ένας σοβαρός προβληματισμός και παραδέχομαι ότι έχουμε μείνει πίσω σε αυτό. Υπάρχουν σκέψεις για να κάνουμε κάτι ώστε να ζωντανέψουμε, αν θέλετε το κτήριό μας. Αλλά δεν θέλω να σας πω ότι θα τις υλοποιήσουμε φέτος, γιατί μπορεί να μην τα καταφέρουμε, αλλά αναγνωρίζω ότι είναι έλλειμμά μας. Θα πρέπει να φτιάξουμε έναν πιο ζεστό χώρο.

–Για τις Δράσεις των Αποθηκών, τι έχετε να μου πείτε;

–Η δεύτερη χρονιά ήταν σαφώς καλύτερη από την πρώτη σε όλα τα επίπεδα, ωρίμασε το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα και το ενδιαφέρον έδειξε ότι ήταν πιο διευρυμένο. Πήγαμε καλύτερα και σε οικονομικό επίπεδο. Θα πρέπει να πω ότι οι Δράσεις θέλουν χρόνο. Είναι μια σκηνή που απευθύνεται κυρίως στους νέους ανθρώπους και στις φετινές η στόχευση είναι ακόμη πιο νεανική, το θέμα τους είναι οι έφηβοι. Θέλω και ευελπιστώ ότι χρόνο με τον χρόνο οι Δράσεις θα ανοιχτούν ακόμη περισσότερο. Θεωρώ ότι είναι ένας θεσμός που πρέπει να υπάρχει, ακόμα και αν δεν έχει τον βαθμό της ανταπόκρισης που θα επιθυμούσαμε.

–Για το Σχέδιο ΘΥΜΕΛΗ έχετε κάποιο σχέδιο;

–Όπως γνωρίζεται το Σχέδιο αυτό είναι εντελώς ανεξάρτητο από τη δική μου αρμοδιότητα και ευτυχώς. Δεν έχω καμία εμπλοκή. Ωστόσο, να πω ότι επειδή ο ΘΟΚ από ιδρύσεώς του έχει τον ρόλο μιας άτυπης Γραμματείας Θεάτρου. Οι επιχορηγήσεις είναι μια καυτή πατάτα και πως και να τις κάνει κάποιος θα υπάρχει πάντα ο άλλος που θα λέει ότι μπορούσε να γίνει αλλιώς. Το γεγονός ότι τις χειρίζεται ο ΘΟΚ και η θεατρική ανάπτυξη θεωρώ ότι είναι ο καλύτερος τρόπος με τον οποίο μπορεί να γίνει.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
Θέατρο  | 
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
Login with email
Login with Facebook

Θέατρο-Χορός: Τελευταία Ενημέρωση

X