ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
 

Οτιδήποτε υπάρχει γύρω μου μ’ εμπνέει

Ο Κωνσταντίνος Ρήγος μιλάει στην «Κ» για την παράσταση «Χορεύοντας με τη σκιά μου» που ανοίγει το 2ο Φεστιβάλ Λευκωσίας

Του Απόστολου Κουρουπάκη

Του Απόστολου Κουρουπάκη

kouroupakisa@kathimerini.com.cy

Ο Κωνσταντίνος Ρήγος στη συνέντευξή του στην «Κ» λέει ότι πάντα ήθελε να ασχοληθεί με τον Μάνο Χατζιδάκι, γιατί τον είχε εμπνεύσει στην εφηβική του περίοδο, όχι μόνο η μουσικότητα του έργου του και το συναίσθημα που βγάζει, αλλά και η πολιτική σκέψη του Χατζιδάκι και φυσικά ο ίδιος ως άνθρωπος: «Κάποια στιγμή ήθελα να αναμετρηθώ με αυτό το δικό μου πρωταρχικό στοιχείο, αλλά και με το υλικό που μας έχει αφήσει ο Χατζιδάκις».

–Χορογραφώντας την παράσταση «Χορός με τη σκιά μου»... τι σκεφτήκατε...

–Ήθελα πάντοτε να κάνω ένα έργο του Μάνου Χατζιδάκι, δεν ξέρω και εγώ πόσα χρόνια πριν, από όταν ξεκίνησα να χορογραφώ. Τότε είχα κάνει ένα βίντεο-έργο με αποσπάσματα από διάφορα κομμάτια, κυρίως ρεμπέτικα και εκεί είχα χρησιμοποιήσει ένα τραγούδι του Χατζιδάκι, το «Στην Αποβάθρα» από τον «Κύκλο του C.N.S.», τότε ήταν που φύτρωσε ο σπόρος γι’ αυτό το έργο. Ο Μάνος Χατζιδάκις με είχε εμπνεύσει στην εφηβική μου περίοδο, όχι μόνο η μουσικότητά του και το συναίσθημα που βγάζει, αλλά και η πολιτική του σκέψη και φυσικά ο ίδιος ως άνθρωπος και κάποια στιγμή ήθελα να αναμετρηθώ με αυτό το δικό μου πρωταρχικό στοιχείο, αλλά και με το υλικό που μας έχει αφήσει ο Χατζιδάκις. Με αφορμή λοιπόν τον Κύκλο Μάνος Χατζιδάκις που είχε η Εθνική Λυρική Σκηνή τα τρία πρώτα χρόνια, με συνεργασία μας με το Κέντρο Πολιτισμού Σταύρος Νιάρχος, αποφασίσαμε με τον Γιώργο Κουμεντάκη, τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, να εντάξουμε και ένα έργο με το μπαλέτο. Έτσι μετά από πολλή σκέψη και συζήτηση και με τον Γιώργο Χατζιδάκι, καταλήξαμε σε αυτά τα τέσσερα έργα.

–Μιλήστε μου για τα έργα αυτά...

Η μόνη ευθύνη που ένιωσα είναι ότι ήθελα σε αυτό το όνειρο ζωής που είχα να είμαι συνεπής, προς τον εαυτό μου και φυσικά απέναντι στο ίδιο το έργο

–Τα συγκεκριμένα έργα για εμένα χαρακτηρίζουν τέσσερα διαφορετικά ήθη του Μάνου Χατζιδάκι, που κουμπώσανε ουσιαστικά στην ιδέα μου, να δημιουργήσω τέσσερα δωμάτια, με το καθένα να βρίσκεται σε διαφορετικό σημείο του ορίζοντα και μέσα σε αυτά, στον Βορρά, στον Νότο, στην Ανατολή και στη Δύση, ό,τι δηλαδή μας χαρακτηρίζει και ως ανθρώπους η αναζήτησή μας στα σημεία του ορίζοντα. Θέλησα να δώσω αυτές τις τέσσερις διαφορετικές εικόνες, οι οποίες μπορούν να ιδωθούν και ξεχωριστά η καθεμία, αλλά εδώ θα τις δει ο θεατής σε μια σπονδυλωτή παράσταση. Αυτά τα τέσσερα έργα ενώνονται με μία ελαφριά αφήγηση. Για τον Βορρά έχω κρατήσει τον «Κύκλο του C.N.S.», που είναι ένα τραγουδιστικό έργο για πιάνο και φωνή, κοντά στη λογική των γερμανικών λιντ, άρα ταιριάζουν περισσότερο στον Βορρά. Για τον Νότο κράτησα τον «Καπετάν Μιχάλη», που είναι ένα έργο για την Κρήτη, αλλά και όσα μας εκφράζουν ως Έλληνες, το επαναστατικό μας στοιχείο. Για την Ανατολή επέλεξα το «Καταραμένο φίδι», το οποίο βασίζεται στην παράδοση που έχουμε με τον Καραγκιόζη και για τη Δύση, τι άλλο από το «Χαμόγελο της Τζοκόντα», το οποίο ο Μάνος Χατζιδάκις το εμπνεύστηκε στη Νέα Υόρκη, και περιγράφει πράγματα που συνέβησαν στη ζωή του. Όλα αυτά τα έργα, με έναν τρόπο, κυρίως όμως το «C.N.S.», που είναι γραμμένο για ένα ζευγάρι που χώρισε λόγω θανάτου, και το «Χαμόγελο της Τζοκόντα» που έχουν πολλά στοιχεία αυτοβιογραφικά, έδωσαν όλο αυτό το πνεύμα που έχει πάρει η παράσταση.

–Συμμετέχετε και ως χορευτής στο έργο...

–Ναι, αυτό το έκανα γιατί επειδή ήταν ένα όνειρό μου δεν θα το άφηνα να φύγει έτσι! Όταν ξεκίνησα να κάνω το έργο το σκεφτόμουν πάρα πολύ, αν θα πρέπει να συμμετάσχω ή όχι και δυσκολεύτηκα να αποφασίσω. Εν τέλει σκέφτηκα ότι επειδή είναι κάτι που ήθελα τόσο πολύ για τόσα πολλά χρόνια θα ήταν άδικο να μην είναι μέρος του. Κράτησα, ωστόσο, μόνο την τελευταία σκηνή του έργου, όταν πια θα έχει ολοκληρωθεί το έργο. Να σας πω ότι αυτό που κάνω δεν είναι ακριβώς χορογραφία, είναι μια χειρονομία γι’ αυτό που ήταν για εμένα ο Χατζιδάκις, δεν βγαίνω να δείξω αν είμαι καλός χορευτής ή όχι, έτσι κι αλλιώς είμαι μεγάλος σε ηλικία σε σχέση με τους χορευτές μας, και δεν έχω την τεχνική δυνατότητα που έχουν εκείνοι. Με την παρουσία μου ήθελα να σφραγίσω το έργο, γι’ αυτό και ονομάστηκε «Χορός με τη σκιά μου», διότι ουσιαστικά είναι όλα αυτά που υπήρχαν στη σκιά μου όλα αυτά τα χρόνια.

–Υπήρξε κάτι που σας δυσκόλεψε, που σας έκανε να πείτε «τώρα πώς συνεχίζω», αντιμετωπίζοντας αυτά τα έργα; Αν ναι, τι σας ξεκλείδωσε;

–Η αλήθεια είναι ότι το «Χαμόγελο της Τζοκόντα» που είναι ένα πιο γνωστό σε όλους μας έργο, ήταν και το πιο δύσκολο να αποκωδικοποιήσω και σε αυτό με βοήθησε πάρα πολύ ας το πούμε το ημερολόγιο του Μάνου Χατζιδάκι, όπως μου το διηγήθηκε ο Γιώργος Χατζιδάκις, ο οποίος μου περιέγραψε την ιστορία πίσω από κάθε κομμάτι. Αυτό ήταν που ξεκλείδωσε ουσιαστικά την «Τζοκόντα», οπότε την έχω μεταφέρει σε ένα ξενοδοχείο στη Νέα Υόρκη. Με δυσκόλεψε, γιατί ακριβώς το έχουμε τόσο πολύ όλοι ως άκουσμα, ακόμα και τις μελωδίες «Μέσα σε αυτή τη βάρκα» είναι τόσο οικεία, που ο καθένας/καθεμία έχει τις δικές του εικόνες. Το καλό που συμβαίνει όταν ένα έργο ξεκλειδώνεται ή όταν βρεις τη ρίζα του και μπορέσεις να δουλέψεις πάνω του είναι ότι ο Χατζιδάκις ως μουσικός δεν σου μεταφέρει κανένα βάρος, πολιτικό, εννοιολογικό, μουσικό, τη μουσική του μπορείς να τη χορογραφήσεις από όποια πλευρά θέλεις. Μπορεί να την κάνεις από πάρα πολύ σύγχρονη μέχρι κλασική. Έχει μια γενναιότητα που σε αφήνει ελεύθερο χωρίς να σε φορτώνει με νοήματα που ο ίδιος μπορεί να μην ήθελες να βάλεις.

–Τα έργα που έχετε επιλέξει είναι αυτά που σας άγγιξαν περισσότερο; Έχουν κάποια σημειολογία που τα συνδέει; Οδύνη, απώλεια, μοναξιά, υπάρχει μία μελαγχολική διάθεση ίσως...

–Ναι. Επειδή τον Χατζιδάκι τον αγάπησα στην εφηβεία μου, και η εφηβεία πάντα συνδέεται με την απώλεια και την οδύνη, με έναν τρόπο φυσικά πολύ λανθασμένο, αισθάνεσαι μια απόγνωση, αν θες, που έρχεται από τη δεδομένη ηλικία σου, που είναι και το δώρο της ζωής εκείνη η περίοδος, αλλά πάντα ως έφηβοι βιώνουμε την απόγνωση του αύριο, οπότε με αυτή την έννοια τα έργα συνδέονται. Βέβαια, ο Χατζιδάκις μιλάει μέσα από την απόγνωση, είναι σαν να υμνεί κατά κάποιον τρόπο την ερημιά και αυτό είναι και το μεγάλο κέρδος της μουσικής του, ότι σε αφήνει να είσαι μόνος μαζί της.

–Νιώσατε κάποια ευθύνη χορογραφώντας Μάνο Χατζιδάκι;

–Φυσικά, αλλά όχι την ευθύνη ότι πρέπει να παραδώσω κάτι που θα έπρεπε να είναι ακαδημαϊκό ή αντίστοιχο του έργου του, γιατί το έργο του είναι τεράστιο. Η μόνη ευθύνη που ένιωσα είναι ότι ήθελα σε αυτό το όνειρο ζωής που είχα –ίσως από τα λίγα που είχα για να κάνω– να είμαι συνεπής, προς τον εαυτό μου και φυσικά απέναντι στο ίδιο το έργο. Να πω, όταν τελειώσει, αυτό ήθελα να κάνω. Μπορεί με άλλη ομάδα να το έκανα διαφορετικά, αλλά η ουσία του πράγματος είναι αυτή.

–Εντύπωση μου έκαναν τα κοστούμια, πόσο σημαντικά είναι σε αυτή την παράσταση αλλά και γενικά στη δουλειά σας;

–Είναι πολύ σημαντικά. Να σας πω ότι για τα κοστούμια συνεργάστηκα με τους Deux Hommes, που είναι σχεδιαστές μόδας στην Ελλάδα. Είχαμε συνεργαστεί και παλιότερα, στα πρώτα μου βήματα. Η ιδέα ήταν ότι ήθελα να υπάρχει η αίσθηση της μοναδικότητας σε κάθε εικόνα, να είναι ένας ξεχωριστός κόσμος, και ουσιαστικά οι Deux Hommes έδωσαν υπόσταση σε αυτό το όραμα. Θεωρώ ότι το καταραμένο φίδι είναι υπόδειγμα αισθητικής σε σχέση με τα κοστούμια. Οι Deux Hommes σχεδίασαν περίπου 140 κοστούμια, τα οποία όλα, εκτός από τα κοστούμια του πρώτου μέρους είναι πανομοιότυπα και στους επτά χορευτές που χορεύουν το κομμάτι, είναι customized για τον κάθε χορευτή ξεχωριστά, δεν κρατάνε δηλαδή τη λογική του μπαλέτου. Αυτό ήταν μια τεράστια δουλειά, που στο «Καταραμένο φίδι» αποκαλύπτει έναν κόσμο, ο οποίος είναι πιο παραμυθένιος και από τα παραμύθια. Καθετί που κάναμε, και στο μουσικό κομμάτι βέβαια, πήγαινε στη ρίζα της μουσικής και του έργου, γι’ αυτό θα δει ο θεατής πως όσο προχωράει η παράσταση αλλάζει και η θερμοκρασία της, αναλόγως του σημείου που βρισκόμαστε, ο Βορράς είναι ψυχρός, παρότι τα κομμάτια είναι συναισθηματικά... σε αντίθεση με τη θερμότητα που έχει ο Νότος, η Ανατολή είναι ένα παιχνίδι αισθήσεων, δε Δύση ένα παιχνίδι συναισθημάτων.

–Σε συνέντευξή σας στη Στέλλα Χαραμή είπατε ότι η χορογραφία της «Σκιάς» σας βοήθησαν να καταλάβετε ότι έχετε κάνει κάτι... τι ήταν αυτό;

–Έκανα έναν κύκλο. Έχω ζήσει πράγματα που δεν τα περίμενα. Όταν ξεκινάς δεν φαντάζεσαι ποτέ πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, ιδίως σε ένα ανασφαλές επάγγελμα όπως είναι ο χορός. «Χορεύοντας με τη σκιά μου» και βλέποντας τη σκιά μου στο πάτωμα και κάθε φορά που το χορεύω αισθάνομαι ευτυχισμένος που βρίσκομαι σε αυτή την κατάσταση. Και αυτό δημιουργεί μία ολοκλήρωση όχι μόνο καλλιτεχνική, αλλά και ανθρώπινη.

–Ποιο θα ήταν το μήνυμα αυτής της παράστασης;

–Να μη φοβούμαστε τη σκιά μας, είναι κάτι που μας ακολουθεί, δεν είναι η σκοτεινή μας
πλευρά, είναι η αντανάκλασή μας, οπότε πρέπει να αγαπάμε την άλλη μας πλευρά! Να πω επίσης πως είμαστε πολύ χαρούμενοι που ανοίγουμε το 2ο Φεστιβάλ και είναι πολύ ωραίο που το Δημοτικό Θέατρο και το φεστιβάλ μπορούν να φιλοξενήσουν τέτοιες μεγάλες παραστάσεις και ο κόσμος έχει ανάγκη να τις βλέπει!

Ως χορογράφος και σκηνοθέτης οτιδήποτε ζω μετατρέπεται σε δημιουργία

Στην πραγματικότητα αυτό που κάνουμε δημιουργεί ρωγμές στη ζωή των άλλων, οπότε αν καταφέρεις και περάσεις έστω και μία εικόνα δική σου, που ο άλλος θα τη φέρει στη ζωή του, αυτό είναι για εμένα επιτυχία. (Φώτο: A. Simopoulos)

–Καταλαβαίνω ότι υπάρχει ένα όραμα πίσω από μία χορογραφία σας, οι χορευτές έχουν ωστόσο κάποια ελευθερία;

–Η ελευθερία υπάρχει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας κατασκευής του έργου, γιατί κάθε έργο είναι ένα αρχιτεκτόνημα, όταν λοιπόν μπαίνουν οι χορευτές σε αυτή τη διεργασία δίνουν την ψυχή τους στο έργο. Άλλωστε, και εγώ είμαι ένας άνθρωπος που εμπνέομαι από τους χορευτές μου, παίρνω στοιχεία από τον χαρακτήρα τους, τα οποία εντάσσω μέσα σε αυτό που κάνω. Φυσικά, όταν ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία, δεν μπορείς να αλλάξεις τίποτε. Παραμένει πάντοτε η ίδια.

–Συνδυάζετε συχνά τον κλασικό χορό με πιο σύγχρονες φόρμες, ισχύει;

–Ναι, και ιδίως στη δουλειά αυτή που έχω κάνει με το Μπαλέτο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Το έργο μου αυτό είναι χορογραφημένο για μία νεοκλασική ομάδα χορού, δηλαδή χρησιμοποιεί την τεχνική αυτή, δεν είναι απολύτως σύγχρονος χορός, κάποια κομμάτια είναι περισσότερο, κάποια λιγότερο και αυτή ήταν και η πρόθεσή μου, ήθελα κάθε κομμάτι να είναι διαφορετικά χορογραφημένο.

–Είναι δηλαδή κάτι που το επιδιώκετε...

–Ναι, ακριβώς, είναι κάτι που με ενδιαφέρει. Η αλήθεια είναι πως όταν ξεκίνησα να χορογραφώ ήμουν πολύ πιο νεοκλασικός, απ’ ό,τι εξελίχθηκα στη διάρκεια της δημιουργίας μου μέσα στα χρόνια, μέχρι που επέστρεψα στη Λυρική για να ξαναγίνω νεοκλασικός, με έναν τρόπο. Αυτό είναι κάπως απελευθερωτικό, γιατί αυτή η πορεία με έχει κάνει να βιώσω με διαφορετικό τρόπο τον χορό όλα αυτά τα χρόνια. Δεν έχω αισθανθεί ότι έχω μείνει σε ένα στυλ, το οποίο επαναλαμβάνω, αλλά έχω δοκιμάσει από πολύ abstract αυτοσχεδιασμούς και παράξενες παραστάσεις μέχρι πολύ κλασικές, οι οποίες έχουν μια πολύ οργανωμένη φόρμα και αυτό μου δίνει μια ευχαρίστηση προσωπική το ότι έχω τη δυνατότητα να δοκιμάζομαι με διαφορετικούς τρόπους.

–Τι ορίζετε ως επιτυχία επαγγελματική;

–Την επιμονή... αλλά δεν ξέρω τι σημαίνει επιτυχία... Νομίζω ότι είναι η ανάμνηση που δημιουργείς στους ανθρώπους. Για εμένα το πιο σημαντικό δεν είναι αν είναι ωραίο το έργο, ούτε αν άρεσε στους κριτικούς, αλλά η στιγμή ανάμνησης που δημιουργείς στον κάθε θεατή ξεχωριστά, και αν καταφέρει να την κρατήσει για χρόνια μαζί του, να θυμάται κάτι από μία παράσταση, μόνο από μία, για εμένα αυτό είναι η επιτυχία. Στην πραγματικότητα αυτό που κάνουμε δημιουργεί ρωγμές στη ζωή των άλλων, οπότε αν καταφέρεις και περάσεις έστω και μία εικόνα δική σου, που ο άλλος θα τη φέρει στη ζωή του, αυτό είναι για εμένα επιτυχία.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΧΡΗΣΤΟΥ

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS

Θέατρο-Χορός: Τελευταία Ενημέρωση