
Θανάσης Φωτίου
Παρακολουθώ με ένα μείγμα αμηχανίας και ανησυχίας τον εθνικιστικό παροξυσμό των τελευταίων εβδομάδων γύρω από την ταινία για τη ζωή του Ιωάννη Καποδίστρια. Όχι γιατί με εξέπληξε· αυτού του είδους οι εξάρσεις είναι σχεδόν κυκλικές στη δημόσια ζωή μας. Αλλά γιατί, για ακόμη μία φορά, ένα έργο τέχνης –ή, αν προτιμά κανείς, ένα πολιτιστικό γεγονός– μετατράπηκε εσκεμμένα και τεχνηέντως σε ιδεολόγημα. Και όταν συμβαίνει αυτό, το ζήτημα παύει να είναι καλλιτεχνικό. Γίνεται καθαρά πολιτικό.
Ας το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή: αν υπάρχει ένας λόγος για τον οποίο αξίζει να ασχοληθεί κανείς με τη συγκεκριμένη ταινία του Γιάννη Σμαραγδή, αυτός δεν έχει καμία σχέση με τον ίδιο τον Καποδίστρια, ούτε με την ιστορική του σημασία, ούτε με την κινηματογραφική ποιότητα, την τεχνική αρτιότητα ή τα γούστα των σινεφίλ. Ο λόγος είναι ότι η ταινία λειτούργησε ως αφορμή για έναν τεχνητό, αλλά απολύτως προβλέψιμο, διχασμό: δεξιοί και αριστεροί, πατριώτες και «εθνομηδενιστές», γνήσιοι Έλληνες και ανθέλληνες.
Ο μηχανισμός ήταν απλός. Ο σκηνοθέτης περιέφερε σε συνεντεύξεις το αφήγημα ότι «δεν του δόθηκαν χρήματα», αφήνοντας να αιωρείται το υπονοούμενο πως αυτό συνέβη επειδή το έργο του ήταν «εθνικό». Ότι πολεμήθηκε επειδή μιλούσε για την πατρίδα. Δεν χρειάστηκε τίποτε περισσότερο. Σε μια κοινωνία που είναι πάντα έτοιμη να πιστέψει πως κάποιος απεργάζεται την εξαφάνισή της λόγω της σημαντικότητάς της, της ελληνικότητάς της, της πίστης της και εν ολίγοις εξαιτίας της ιστορικής, φυλετικής, θρησκευτικής και όποιας άλλης ανωτερότητας και μοναδικότητας πιστεύει ότι έχει σε σχέση με την υπόλοιπη ανθρωπότητα, το σπίρτο έπεσε σε ξερόχορτο.
Είμαι μεγαλωμένος στην Κύπρο. Η Ελληνική Επανάσταση, ωστόσο, ήταν πάντοτε κοινή ιστορία. Αυτό που θυμάμαι καθαρά από τα σχολικά μου χρόνια είναι ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας περνούσε σχεδόν ως υποσημείωση. Η ύλη αναλωνόταν –δικαίως ή αδίκως– στον Κολοκοτρώνη, τον Παπαφλέσσα, τον Νικηταρά, τον Διάκο, την Μπουμπουλίνα, τον Καραϊσκάκη... Ο πρώτος κυβερνήτης του νεοσύστατου κράτους ερχόταν δεύτερος, σχεδόν σιωπηλός, εν πολλοίς απαρατήρητος. Δεν υπήρξε ποτέ λαϊκός ήρωας. Οι φωτογραφίες του δεν καρφιτσώθηκαν ποτέ σε μαθητικούς πίνακες. Και σίγουρα δεν αποτέλεσε αντικείμενο μαζικής λατρείας.
Ακριβώς γι’ αυτό προκαλεί ειρωνικό μειδίαμα το σημερινό ξέσπασμα υστερικής «υπεράσπισης» του Καποδίστρια από ανθρώπους που, μέχρι χθες, δεν θα ξεχώριζαν το όνομά του από εκείνο οποιουδήποτε άλλου ιστορικού προσώπου. Άνθρωποι που μοιάζουν περισσότερο –ως νοοτροπία– με τους Μαυρομιχαλαίους και τους κοτζαμπάσηδες που τον πολέμησαν και τελικά τον δολοφόνησαν, παρά με τον ίδιο τον Καποδίστρια και τη φιλοσοφία του.
Διότι αν δει κανείς ψύχραιμα την προσωπικότητά του, θα διαπιστώσει ότι ο Καποδίστριας υπήρξε σχεδόν ο αντιθετικός καθρέφτης του μέσου Έλληνα. Ήταν ασκητικός, εσωστρεφής, σχεδόν ψυχρός, επιχείρησε να εισαγάγει μια ευρωπαϊκή –ελβετορωσική, αν θέλετε– διοικητική λογική σε μια χώρα που μόλις είχε βγει από την Επανάσταση, χωρίς πολίτες με την πλήρη έννοια του όρου, αλλά με ισχυρά τοπικά δίκτυα εξουσίας που επιζητούσαν να ενισχύσουν τα καπετανάτα τους. Πίστευε στην πειθαρχία, στους κανόνες, στο «πρώτα το κράτος», σκεφτόταν μακροπρόθεσμα, με όρους θεσμών και διοίκησης –όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο να ζητάς κράτος από ανθρώπους που δεν είχαν προλάβει να γίνουν πολίτες– τη στιγμή που η κοινωνία είναι διαχρονικά «εκπαιδευμένη» να θέλει «φιλικό διακανονισμό» με άμεση αναγνώριση του προσωπικού της δικαίου, της οικογένειας, του τόπου καταγωγής και τα λοιπά και τα λοιπά… Όχι, ο Καποδίστριας δεν μοιάζει στον μέσο Έλληνα. Και ακριβώς γι’ αυτό δεν έγινε αποδεκτός. Ήταν ο άνθρωπος που χρειαζόταν το κράτος, αλλά όχι ο άνθρωπος που η κοινωνία θα αναγνώριζε ότι χρειαζόταν.
Όλα αυτά, όμως, χάνονται μέσα στον θόρυβο. Διότι μια ταινία αντιμετωπίστηκε ούτε λίγο ούτε πολύ ως υποκατάστατο της ιστορίας. Ως εργαλείο εθνικής αφύπνισης. Από ανθρώπους που ως επί το πλείστον, όπως προκύπτει από τις οργισμένες αναρτήσεις στο διαδίκτυο, δεν είχαν μπει ποτέ στον κόπο να διαβάσουν βιβλία, να μελετήσουν τη ζωή, τη φιλοσοφία και την προσφορά του Καποδίστρια. Δεν τους έλειπε. Μέχρι που κάποιος τους είπε ότι θέλησαν να τους τον στερήσουν. Τι σουρεαλισμός.
Κι όλο τούτο, επαναλαμβάνω, επειδή οι εθνομηδενιστές, η νέα τάξη πραγμάτων, η παλιά αλλά και η update εκδοχή της, η γουόκ ατζέντα αναμφισβήτητα, ο Σόρος επίσης, καθώς και άλλες σκοτεινές δυνάμεις, μας έχουν διαρκώς στο στόχαστρο. Γιατί είμαστε –κατά κάποιον τρόπο– το άλας της γης. Βλακείας ανυπέρβλητο μέγεθος.
Θυμάμαι κάτι που μου είχε πει, πριν από χρόνια, ο μακαριστός πλέον Γιώργος Μπίζος. Καρδιακός, παιδικός φίλος του Νέλσον Μαντέλα και δικηγόρος του επίσης, ένας δεσμός που παρέμεινε ακλόνητος μέχρι το τέλος της ζωής τους. Μου μιλούσε με περηφάνια για την ελληνικότητά του, όχι ως κραυγή, αλλά ως βίωμα. Και πρόσθεσε, σχεδόν χαμηλόφωνα: «Όταν ακούω τους υπερπατριώτες να λένε πόσο σπουδαίοι είμαστε οι Έλληνες, σκέφτομαι πως μόνο η γνώση και η αλήθεια μπορούν να πάνε τους λαούς μπροστά. Το είπα και στον Θεοδωράκη κάποτε: Μίκη, σκοτώσαμε τον Σωκράτη, εξορίσαμε τον Αριστοτέλη, φυλακίσαμε τον Κολοκοτρώνη, βασανίσαμε εσένα. Πόσο σπουδαίοι μπορεί να είμαστε;»
Ίσως εκεί βρίσκεται και το πραγματικό μάθημα του Καποδίστρια. Όχι στις ιαχές, ούτε στα ιδεολογήματα. Αλλά στη σιωπηλή, δύσκολη συνειδητοποίηση ότι η ωριμότητα ενός έθνους δεν μετριέται με ταινίες και συνθήματα, αλλά με γνώση, αυτογνωσία και –πάνω απ’ όλα– αλήθεια.


