ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ

Η ειρήνη δεν είναι προσωπικό πρότζεκτ ισχύος

Γράφει ο Δρ. Κυριάκος Α Κενεβέζος

Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να προωθήσει τη σύσταση ενός λεγόμενου «Συμβουλίου Ειρήνης» δεν συνιστά μια ουδέτερη θεσμική πρωτοβουλία. Αποτελεί ευθεία πρόκληση προς το σύστημα συλλογικής ασφάλειας που συγκροτήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με θεμέλιο τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. Πρόκειται για απόπειρα αναδιαμόρφωσης της διεθνούς ειρήνης όχι στη βάση κανόνων και δικαίου, αλλά στη βάση ισχύος, προσωπικής επιβολής και πολιτικής συναλλαγής.

Ο ΟΗΕ δεν είναι ιστορικό κατάλοιπο ούτε γραφειοκρατικό εμπόδιο. Δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία των ίδιων των Ηνωμένων Πολιτειών και με το όραμα του Φράνκλιν Ντελάνο Ρούζβελτ, ο οποίος αντιλήφθηκε ότι η αμερικανική ισχύς καθίσταται βιώσιμη όταν ενσωματώνεται σε θεσμούς, κανόνες και συλλογικές διαδικασίες. Η μεταπολεμική διεθνής τάξη δεν σχεδιάστηκε για να υπηρετεί τις διαθέσεις της εκάστοτε ηγεσίας, αλλά για να περιορίζει ακόμη και τους ισχυρούς, ακριβώς για να αποτρέπεται η αυθαιρεσία που οδήγησε στις μεγάλες καταστροφές του 20ού αιώνα.

Ακριβώς εδώ εντοπίζεται και η θεμελιώδης σύγκρουση του Ντόναλντ Τραμπ με τον ΟΗΕ.

Σε πολιτικό επίπεδο, ο Τραμπ αντιμετωπίζει τους διεθνείς θεσμούς όχι ως πολλαπλασιαστές ισχύος, αλλά ως περιορισμούς. Ο ΟΗΕ είναι πολυμερής, πολυφωνικός, δεσμευμένος από διαδικασίες και ,κυρίως, δεν υπακούει. Δεν μπορεί να μετατραπεί σε όργανο άμεσης επιβολής ούτε σε προσωπική σκηνή πολιτικής αυτοπροβολής. Αντίθετα, ένα άτυπο ή επιλεκτικά συγκροτημένο «Συμβούλιο Ειρήνης» θα μπορούσε να λειτουργεί εκτός διεθνούς δικαίου, με πρόθυμους συμμετέχοντες, χωρίς θεσμικά αντίβαρα και με σαφή προσωποποίηση της εξουσίας.

Πρόκειται για συνειδητή μετάβαση από την ηγεμονία μέσω κανόνων στην κυριαρχία μέσω συναλλαγής. Από την πολυμέρεια στη διμερή πίεση. Από τη θεσμική νομιμοποίηση στη διαπροσωπική επιβολή.

Η επιλογή αυτή δεν εξαντλείται στον κυνισμό της "realpolitik ". Φέρει και έντονα ψυχολογικά χαρακτηριστικά. Ο Τραμπ δεν λειτουργεί ως θεματοφύλακας της ιστορικής συνέχειας του αμερικανικού κράτους, αλλά ως διαχειριστής ενός προσωπικού "brand" ισχύος. Οι μεγάλοι θεσμοί του 20ού αιώνα, και ιδίως ο ΟΗΕ, δεν αντιμετωπίζονται ως επιτεύγματα προς διατήρηση, αλλά ως σύμβολα μιας πολιτικής και ηθικής τάξης που δεν τον περιλαμβάνει. Η παράκαμψή τους λειτουργεί ως συμβολική ακύρωση των προκατόχων του και ως επιβεβαίωση προσωπικής υπεροχής.

Η δυσανεξία στην πολυφωνία, η ανάγκη άμεσου ελέγχου και η προτίμηση σε κλειστές, διαπροσωπικές συναλλαγές καθιστούν τον ΟΗΕ δομικά ασύμβατο με το μοντέλο ηγεσίας που εκπροσωπεί. Εκεί όπου οι θεσμοί αποπροσωποποιούν την εξουσία, η συγκεκριμένη αντίληψη επιδιώκει να την προσωποποιήσει.

Στο ίδιο μοτίβο εντάσσονται οι απρεπείς τοποθετήσεις έναντι εκλεγμένων ηγετών, η συστηματική απαξίωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και οι δηλώσεις για ζητήματα όπως η Γροιλανδία , δηλώσεις που αντιμετωπίζουν την κυριαρχία, το διεθνές δίκαιο και την ιστορική μνήμη ως διαπραγματεύσιμα μεγέθη. Δεν πρόκειται για ρητορικές υπερβολές, αλλά για συνεκτικά συμπτώματα μιας αντίληψης όπου ο κόσμος οργανώνεται όχι από κανόνες, αλλά από προσωπικές σχέσεις ισχύος.

Η δημιουργία ενός παράλληλου μηχανισμού «ειρήνης» δεν είναι απλώς αποσταθεροποιητική. Είναι βαθιά αποθεσμοποιητική. Υπονομεύει την αρχή της συλλογικής ασφάλειας, διαβρώνει τη διεθνή νομιμότητα και ανοίγει τον δρόμο σε ένα περιβάλλον όπου η ειρήνη παύει να είναι συλλογικό αγαθό και μετατρέπεται σε προϊόν διαπραγμάτευσης των ισχυρών.

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά, συνεπώς, η στάση της πλειονότητας των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που επέλεξαν να μη συμμετάσχουν στο εγχείρημα. Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί απλή πολιτική διαφοροποίηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά πράξη θεσμικής αυτοσυνειδησίας. Η ΕΕ οφείλει να παραμείνει προσηλωμένη στη διεθνή νομιμότητα και στην πολυμέρεια, ακόμη και όταν αυτό συνεπάγεται κόστος στις διατλαντικές σχέσεις.

Η στάση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα αν ιδωθεί υπό το πρίσμα της πολιτικής ψυχολογίας της ισχύος. Η λεγόμενη "imperial presidency" του Ντόναλντ Τραμπ δεν αναζητά ισότιμους συμμάχους, αλλά πειθήνιους υποστηρικτές. Ανταμείβει τη συμμόρφωση και τιμωρεί την αυτονομία. Σε αυτό το πλαίσιο, η πρώτη πράξη υποταγής λειτουργεί ως δήλωση μόνιμης διαθεσιμότητας. Η εθελοδουλία δεν είναι ποτέ στιγμιαία. Γίνεται ρόλος.

 

Εδώ ακριβώς αποκτά κρίσιμη σημασία η θέση της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κράτη που θεμελιώνουν την ασφάλειά τους στο διεθνές δίκαιο, στη συλλογική ασφάλεια και στους θεσμούς του ΟΗΕ δεν μπορούν να νομιμοποιούν, με την παρουσία τους, μηχανισμούς που τους παρακάμπτουν ή τους υποκαθιστούν. Η συμμετοχή σε ένα άτυπο «Συμβούλιο Ειρήνης», συγκροτημένο εκτός θεσμικού πλαισίου και διεθνούς νομιμοποίησης, θα συνιστούσε πολιτική αντίφαση και στρατηγικό αυτοτραυματισμό.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η θέση της Ελλάδας και της Κύπρου δεν μπορεί να είναι αμφίσημη. Δεν μπορούν να είναι παρούσες. Όχι ως πράξη αντιπαράθεσης προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες παραμένουν στρατηγικός εταίρος και κρίσιμος παράγοντας της διεθνούς ασφάλειας , αλλά ως στοιχειώδης πράξη θεσμικής συνέπειας και πολιτικής αυτογνωσίας.

Διότι για κράτη περιορισμένης ισχύος, η εγκατάλειψη των κανόνων δεν προσφέρει προστασία. Προσφέρει έκθεση. Και στην πολιτική, όπως και στην ψυχολογία της εξουσίας, ισχύει ένας αμείλικτος κανόνας. Όποιος αποδέχεται να λειτουργεί εκτός θεσμών για να γίνει αρεστός, σύντομα παύει να είναι χρήσιμος. Όποιος, όμως, ορίζει εξαρχής τα όρια του ρόλου του, διατηρεί τη δυνατότητα να είναι σύμμαχος χωρίς να εκπίπτει σε θέση υποτελούς.

Η ειρήνη δεν είναι προσωπικό πρότζεκτ ισχύος. Και όσοι το ξεχνούν, οδηγούν το διεθνές σύστημα σε έναν κόσμο λιγότερο ασφαλή .

 

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Προσωπικότητες στην ''Κ'': Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ